Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρήστος Γρηγορίου κ.α., Ενώπιον: Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 14771/08, 16 Οκτωβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 14771/08 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Και
- Χρήστος Γρηγορίου
- Κυριάκος Λαγού Κατηγορούμενοι ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16 Οκτωβρίου 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ"Κωνσταντή. Για Κατηγορούμενο 1: κ. Κ. Λοΐζου. Κατηγορούμενος 1 Παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του σε τέσσερεις κατηγορίες, ήτοι συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (Π.Κ.371), πλαστογραφία εγγράφου (Π.Κ.331,333,335), κυκλοφορία πλαστού εγγράφου (Π.Κ.339) και εξασφάλιση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (Π.Κ.298). Σύμφωνα με τα γεγονότα ο Κατηγορούμενος 1 σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου 2006 συνωμότησε με άλλο πρόσωπο να πλαστογραφήσουν ένα έντυπο απαίτησης τροχαίου δυστυχήματος των Γενικών Ασφαλειών. Μεταξύ Ιουνίου και 22ας Αυγούστου 2006 ο Κατηγορούμενος συμμετείχε στον καταρτισμό του πλαστού αυτού εγγράφου. Συγκεκριμένα με σκοπό να εξασφαλίσουν χρηματικό ποσό για επιδιόρθωση των ζημιών που προκλήθηκαν στο μοτοποδήλατο υπ' αρ. εγγραφής ΚΒΜ 134 (το οποίο ανήκει σε άλλο πρόσωπο εκτός του Κατηγορουμένου 1) μετά από τροχαίο δυστύχημα στο οποίο ενεπλάκη στο Παραλίμνι στις 10.5.06 οδηγώντας το άλλος, συμπλήρωσαν το Έντυπο Απαίτησης Τροχαίου Δυστυχήματος των Γενικών Ασφαλειών Κύπρου δηλώνοντας ψευδώς ότι στις 24.6.06 στο δρόμο Ιδαλίου-Λατσιών επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο ΗΧΜ415 της Γεωργίας Ζυμαρά και το μοτοποδήλατο ΚΒΜ134, για το οποίο (ατύχημα) ευθύνετο η οδηγός του αυτοκινήτου και στην θέση υπογραφής ασφαλισμένου υπέγραψαν με το όνομα της εν λόγω Γεωργίας Ζυμαρά άνευ της εξουσιοδοτήσεως της. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος 1 με το άλλο πρόσωπο έθεσαν σε κυκλοφορία το εν λόγω έγγραφο, στις Γενικές Ασφάλειες. Ως αποτέλεσμα στις 22.8.06 στη Λευκωσία δια ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση παρουσιάζοντας το εν λόγω έγγραφο στο Τμήμα Απαιτήσεων των Γενικών Ασφαλειών και ενώ εγνώριζαν ότι το δυστύχημα που περιγράφετο στο έντυπο δεν επεσυνέβη στην πραγματικότητα, εξασφάλισαν την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 17084599 ημερομηνίας 22.8.06 για το ποσό των Λ.Κ.1738 (€2.969) με την οποία πληρώθηκε ο Γιάννος Γιωργαλλίδης, ιδιοκτήτης καταστήματος πώλησης και επιδιόρθωσης μοτοσικλετών για την επιδιόρθωση των ζημιών στο μοτοποδήλατο ΚΒΜ134, οι οποίες στην πραγματικότητα είχαν προκληθεί στο ατύχημα ημερομηνίας 10.5.
- Τα αδικήματα της συνωμοσίας, της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου τιμωρούνται στον Ποινικό Κώδικα με ποινές φυλάκισης μέχρι 3 έτη, διατηρουμένης της εξουσίας επιβολής προστίμου μέχρι της δικαιοδοσίας του εκδικάζοντος δικαστηρίου. Το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 5 έτη, μετά την τελευταία αύξηση που επέφερε ο Ν.18
(1)/06, η οποία καταδεικνύει και την πρόθεση του νομοθέτη για αυστηρότερη αντιμετώπιση τέτοιου είδους αδικημάτων. Σε όλες τις περιπτώσεις η προβλεπόμενη ποινή αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (Λεβέντης V. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων έχει τονιστεί σε πάρα πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθ. Ιωάννου άλλως Μουσικός V. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.286 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής". Ειδικά ως προς το αδίκημα της απόσπασης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις αναφέρεται στο σύγραμμα του Γ. Πική "Sentencing in Cyprus", 2η έκδ., 2007, σελ. 154 πως η ποινή επηρεάζεται από τη φύση των παραστάσεων και τις δυσμενείς συνέπειες τους στην εμπιστοσύνη που πρέπει να επικρατεί στις συναλλαγές του κοινού. Η έξαρση των αδικημάτων αυτών τονίστηκε επίσης και στην υπ. Ευαγγέλου V. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 72 όπου, για αλλοίωση 2 εγγράφων μεταβίβασης μετοχών και κυκλοφορία τους, επιβλήθηκε (μετά από ακρόαση) ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε πρόσωπο με λευκό ποινικό μητρώο. Στην υπόθεση Χαραλαμπίδη V. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.330, για πλαστογραφίες, κυκλοφορίες και απόσπαση μέσω πλαστών ειδικών ψηφισμάτων εταιρείας, επιβλήθηκαν (επίσης μετά από ακρόαση) ποινές φυλάκισης 15 μηνών σε πρόσωπο λευκού μητρώου και αφού συνεκτιμήθηκε η καθυστέρηση στην εκδίκαση. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως οι ενέργειες του Κατηγορούμενου 1 στην παρούσα περίπτωση είναι απαράδεκτες και επιφέρουν πλήγμα σε ένα τομέα συναλλαγών που παραδοσιακά επικρατούσε εμπιστοσύνη μεταξύ των συναλλασσομένων. Με τη συμμετοχή του Κατηγορούμενου 1 εξαπατήθηκε μια ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει αποζημίωση ύψους €2.969 για ένα φανταστικό ατύχημα και που υπό άλλες περιστάσεις δεν θα κατέβαλλε. Η πράξη αυτή από μόνη της συνιστά τραύμα στην εμπιστοσύνη που υπήρχε. Δεν παραγνωρίζω καθόλου πως ο ίδιος προσωπικά δεν είχε οποιοδήποτε προσωπικό οικονομικό όφελος αφού τελικά τα χρήματα κατέληξαν στο πρόσωπο που επιδιόρθωσε το μοτοποδήλατο, το οποίο παραδεκτώς ανήκε σε άλλο πρόσωπο. Πλην όμως ήταν με τη βοήθεια και συμμετοχή του Κατηγορούμενου 1 που εφαρμόστηκε το όλο σχέδιο. Αυτή η προσυνεννόηση και προσχεδιασμός είναι στοιχείο που επιτείνει τη σοβαρότητα των αδικημάτων, υπό την έννοια ότι δεν ήταν μια αυθόρμητη πράξη. Δεν έχουν αναφερθεί προηγούμενες καταδίκες για τον Κατηγορούμενο 1, παρότι έχει λεχθεί πως από τον Οκτώβριο του 2008 καταδικάστηκε σε φυλάκιση 2 ετών για διάφορα αδικήματα πλαστογράφησης και κυκλοφορίας επιταγών στην υποθ. 1698/08 του Ε. Δ. Λευκωσίας. Θεωρώ πως η καταδίκη αυτή δεν συνιστούσε προηγούμενο και για αυτό δεν έχει τεθεί ως τέτοιο. Εκλαμβάνω λοιπόν ότι ο Κατηγορούμενος 1 είναι λευκού ποινικού μητρώου και με βάση αυτό έχει καλύτερη απαίτηση για επιείκεια. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του όμως προέβαλε πως τα αδικήματα εκείνα είχαν διαπραχθεί επίσης τον Αύγουστο του 2006 και εισηγήθηκε μάλιστα πως η παρούσα θα μπορούσε τότε να είχε ληφθεί υπόψιν. Η εισήγηση άπτεται ουσιαστικά της αρχής της συνολικότητας της ποινής η οποία σύμφωνα με την υπόθ. Χριστοφόρου V. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.443 επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπου οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ούτε περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μιας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές. Επίκεντρο της αρχής αυτής είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισης του. Εξετάζοντας το θέμα δέχομαι πως τα αδικήματα της παρούσας είναι της ίδιας φύσης με τα αδικήματα για τα οποία ήδη εκτίει ποινή ο Κατηγορούμενος και ότι διεπράχθησαν περίπου κατά τον ίδιο χρόνο. Είναι αντιληπτό πως αν και δεν υπήρξε καν εισήγηση ότι συνδέονται τα περιστατικά τους, πως η παρούσα θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψιν στην παλαιότερη υπόθεση, κάτι που θα συνεκτιμηθεί στην παρούσα, έχοντας όμως υπόψιν πως τα γεγονότα της παρούσας δεν σχετίζονται με τις περιπτώσεις πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστών επιταγών στην υπ. 1698/08. Ούτε η εισήγηση του κ. Λοίζου περιείχε τέτοια θέση. Η δε εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής από την άλλη δεν αρνήθηκε ότι η παρούσα θα μπορούσε να ληφθεί υπόψιν στην παλαιότερη υπόθεση. Στην υπ. Χριστοφόρου (ανωτέρω) ένα από τα κριτήρια που εξετάστηκε ήταν και το κατά πόσον η παλαιότερη ποινή θα ήταν αυξημένη στην περίπτωση που λαμβάνετο υπόψιν και η μεταγενέστερη υπόθεση. Έχω έντονα την άποψη πως τα αδικήματα της παρούσας - όποια και αν ήταν η έκταση και οι λεπτομέρειες της παλαιότερης υπόθεσης - προσθέτουν στην συνολική εγκληματικότητα του Κατηγορούμενου 1 και πως αν ετίθεντο ενώπιον του εκδικάσαντος τότε δικαστηρίου η ποινή θα ήταν κατά τι αυξημένη. Όσον αφορά τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 1 λαμβάνω υπόψιν πως είναι νυμφευμένος και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου, σημειώνοντας παράλληλα πως σε υποθέσεις που είναι αναγκαία η αποτροπή δεν αποδίδεται σε τέτοιες περιστάσεις υπέρμετρη βαρύτητα (βλ. υπ. Γενικός Εισαγγελέας V. Τσαπατσάρης
(2000)2 Α.Α.Δ.304). Ούτε οι επιπτώσεις στην οικογένεια είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. υπόθ. Domotov V. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.328. Το ίδιο ισχύει και για την αποζημίωση του θύματος. Έγινε δεκτό ότι το ποσόν επιστράφηκε από το άλλο πρόσωπο. Τέτοια ενέργεια όντως συνηγορεί υπέρ ηπιότερης μεταχείρισης, πλην όμως δεν αποκτά κυριαρχική σημασία στην επιβολή της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας V. Μαλέκκου
(2003)2 Α.Α.Δ.50 και Δημητρίου V. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.46). Επίσης η παραδοχή και μεταμέλεια του έστω και σ' αυτό το στάδιο διέσωσε πολύτιμο δικαστικό χρόνο και έξοδα και προσμετρά προς όφελος του (βλ. Chafari V. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.442). Είναι γεγονός επίσης πως λόγω καθυστέρησης στην υποβολή του παραπόνου από τους παραπονούμενους το Δικαστήριο καλείται σήμερα να επιβάλει ποινή αρκετό χρόνο μετά τα αδικήματα. Σύμφωνα με την υπόθ. Θεοχάρους V. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 185/06 ημερ. 21.1.08 η καθυστέρηση στην εκδίκαση θεραπεύεται με επιείκεια στην ποινή. Παρότι λοιπόν δεν εντοπίζεται περίοδος καθυστέρησης για την οποίαν να ευθύνεται η Αστυνομία ή το Δικαστήριο, θεωρώ πως προσμετρά υπέρ του Κατηγορούμενου 1 το γεγονός ότι επιβάλλεται ποινή τρία και πλέον χρόνια μετά τα αδικήματα. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω θεωρώ πως η μόνη κατάλληλη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αυτή της φυλάκισης. Δίδοντας ιδιαίτερη σημασία στο ότι η παρούσα για τον Κατηγορούμενο 1 θα μπορούσε να ληφθεί υπόψιν κατά την επιβολή ποινής για αδικήματα παρόμοιας φύσης τον Οκτώβριο του 2008 κρίνω κατάλληλες και επιβάλλω: Στην 1η κατηγορία φυλάκιση 2,5 μηνών. Στην 2η κατηγορία φυλάκιση 2,5 μηνών. Στην 3η κατηγορία φυλάκιση 2,5 μηνών. Στην 4η κατηγορία φυλάκιση 4 μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν μεταξύ τους και θα εκτιθούν αμέσως μετά την έκτιση της ποινής για την οποίαν τώρα ευρίσκεται στις φυλακές ο Κατηγορούμενος 1. (Υπ.) ........... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο