← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ηλίας ΠΙΤΣΙΑΛΗΣ, Αρ. Υπόθεσης:14897/08, 22 Οκτωβρίου, 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ηλίας ΠΙΤΣΙΑΛΗΣ, Αρ. Υπόθεσης:14897/08, 22 Οκτωβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:B16 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Λ. Α. ΠΑΝΤΕΛΗ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:14897/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή εναντίον Ηλίας ΠΙΤΣΙΑΛΗΣ Κατηγορουμένου 22 Οκτωβρίου, 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για τον κατηγορούμενο: κος Κιτρομηλίδης ------------------------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσης είναι η κατηγορία που στρέφεται εναντίον του κατηγορουμένου. Καταλογίζεται σε αυτόν πως στις 15.02.08 παράνομα επιτέθηκε κατά της Αντιγόνης Αγαθαγγέλου. Ως νομικό έρεισμα της κατηγορίας αναφέρεται το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Προς απόδειξη της κατηγορίας η κατηγορούσα αρχή ζήτησε και κλήθηκαν ως μάρτυρες τέσσερα πρόσωπα. Πρόκειται για τους Δρ. Πέτρο Νεάρχου (ΜΚ1), Αντιγόνη Αγαθαγγέλου (ΜΚ2), Αστ. 540 Ανδρέα Ανδρέου (ΜΚ3) και γυναίκα Αστ. 3355 Ερμιόνη Γιάλλουρου (ΜΚ4). Ας σημειωθεί από τώρα πως όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία προέβη σε ένορκη μαρτυρία και στη συνέχεια κάλεσε δυο μάρτυρες. Ως μάρτυρες υπεράσπισης κλήθηκαν οι Έλενα Γεωργίου (ΜΥ1) και Παναγιώτα Μεϊτανή (ΜΥ2). Εφόσον διαπιστώνω ότι μέρος της μαρτυρίας αποτελεί κοινό τόπο για τις δυο πλευρές, παραθέτω πρώτο αυτό το μέρος. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο λοιπόν η ΜΚ2 (στη συνέχεια η παραπονούμενη) εργάζετο στην επιχείρηση του κατηγορουμένου. Στις 15.02.08, επίδικος χρόνος του εξεταζόμενου περιστατικού, μετέβη στην εργασία της περί της 10:
  2. Έπειτα πήγε στην κουζίνα του γραφείου όπου εκεί βρίσκετο και ο κατηγορούμενος. Ό, τι διεμείφθει μεταξύ τους σε εκείνο το χώρο και χρόνο αποτελεί αντικείμενο αμφισβήτησης. Δεδομένο παραμένει και για τις δυο πλευρές ότι η συζήτηση εντός της κουζίνας διεκόπη όταν η παραπονούμενη πέταξε στο νεροχύτη της κουζίνας ένα γυάλινο ποτήρι που κρατούσε με αποτέλεσμα να σπάσει. Αμέσως μετά η παραπονούμενη μετέβη στο γραφείο της όπου εκεί την ακολούθησε και ο κατηγορούμενος και μετά από συζήτηση και ενέργειες που τελούν υπό αμφισβήτηση, η παραπονούμενη βρέθηκε στο έδαφος. Σύμφωνα τώρα με την παραπονούμενη η συζήτηση που είχε με τον κατηγορούμενο εντός της κουζίνας ήταν ότι τον καλημέρισε ενώ εκείνος της ζήτησε, με έντονο ύψος, να αφήνει τη λίστα παραγωγής της καθημερινής εργασίας στο γραφείο. Τότε εκείνη τον ρώτησε τι είχε πάθει και της μιλούσε έντονα, ενώ ο κατηγορούμενος συνέχισε με τον ίδιο τόνο. Ήταν ένεκα τούτου που η παραπονούμενη πέταξε το ποτήρι στην γούρνα της κουζίνας και είπε στον κατηγορούμενο ''είσαι άρρωστος''. Όταν στη συνέχεια μετέβη στο γραφείο της για να μαζέψει τα πράγματά της ο κατηγορούμενος την ακολούθησε και μόλις αντιλήφθηκε ότι μάζευε χαρτιά του γραφείου της είπε ότι είναι περιουσία του γραφείου και την τράβηξε από το μανίκι του αριστερού χεριού με σκοπό να της πάρει τα χαρτιά, και έτσι έπεσε στο έδαφος. Στον αντίποδα η θέση του κατηγορουμένου είναι πως ενώ βρισκόταν στην κουζίνα εισήλθε η παραπονούμενη η οποία άρχισε να ομιλεί για τις προεδρικές εκλογές. Εκείνος τη διέκοψε και της ζήτησε να αφήνει την ημερήσια λίστα παραγωγής εργασίας στο γραφείο. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο η παραπονούμενη αντέδρασε με έντονο ύψος και ερώτησε ''γιατί'' για να εισπράξει από τον κατηγορούμενο απάντηση υπό μορφή ερωτήσεως ''αν θα κάνει ότι θέλει''. Τότε, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, η παραπονούμενη τον εξύβρισε λέγοντας του ''αϊσιχτίρ μαλάκα'' και έριξε το ποτήρι που κρατούσε στο νεροχύτη. Αμέσως ο κατηγορούμενος της είπε να φύγει και όταν την είδε να πηγαίνει στο γραφείο της την ακολούθησε. Βλέποντας την να μαζεύει τις λίστες παραγωγής της είπε ότι δεν τις δικαιούται εφόσον είναι περιουσία του γραφείου και πως αν τις έπαιρνε θα ειδοποιούσε αστυνομία. Εν τούτοις, η παραπονούμενη τις πήρε και γι' αυτό το λόγο ο κατηγορούμενος τις τράβηξε. Η παραπονούμενη δεν τις άφηνε, με αποτέλεσμα κάποιες να σχιστούν ενώ άλλες τις πήρε ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, τότε ήταν, δηλαδή μετά που απέσπασε τις λίστες, που η παραπονούμενη έπεσε στο έδαφος, δίχως όμως ο ίδιος να την αγγίξει. Οι ΜΥ1 και ΜΥ2 είναι συνεργάτιδα και υπάλληλος του κατηγορουμένου αντίστοιχα. Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των δυο μαρτύρων υπεράσπισης είναι με διαφορετικούς τρόπους που βίωσαν το όλο περιστατικό. Αφενός μεν η ΜΥ1 ισχυρίζεται ότι ευρίσκετο στην κουζίνα μαζί με τον κατηγορούμενο την ώρα που σε αυτή εισήλθε η παραπονούμενη και στη συνέχεια ακολούθησε τους δυο στο γραφείο της τελευταίας, ενώ αφετέρου, η ΜΥ2 άκουσε μέρος μόνο των όσων λέχθηκαν στην κουζίνα και τότε κατευθύνθηκε στο γραφείο της παραπονουμένης. Εν πάση περιπτώσει, θέση και των δυο είναι πως εντός της κουζίνας η παραπονούμενη εξύβρισε τον κατηγορούμενο με την φράση ««αϊσιχτίρ ρε μαλάκα»» ενώ στη συνέχεια, ευρισκόμενη πλέον στο γραφείο της, παρουσία του κατηγορουμένου, άνευ οιουδήποτε λόγου, δηλαδή χωρίς να την τραβήξει ο κατηγορούμενος, έπεσε στο έδαφος. Τέλος, ο ΜΚ1, ιατρός στο επάγγελμα, δεν διαπίστωσε οτιδήποτε από την εξέταση της παραπονουμένης. Στο τεκμήριο 1, πιστοποιητικό που συμπλήρωσε σχετικά, ανέγραψε μόνο όσα η ΜΚ2 του παραπονέθηκε και όχι προσωπικές του διαπιστώσεις. Η δε μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ4 συνίσταται στις ενεργείες τους αφότου ενημερώθηκαν για το παράπονο που υπέβαλε η ΜΚ
  3. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, αντιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Enidence, 16th edidion, σελ. 133). Στην εν λόγω διαδικασία προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπειέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Εξαρχής αναφέρω ότι οι ΜΚ1, ΜΚ3 και ΜΚ4 μου έκαναν καλή εντύπωση. Δεν είναι μόνο η αδιάλειπτη ροή στο λόγο και τη σκέψη τους, όπως ούτε ο πλούσιος αυθορμητισμός τους. Πρόκειται, περαιτέρω, για μάρτυρες των οποίων η συμμετοχή στο επεισόδιο ανέκυψε ένεκα της ιδιότητάς τους (ιατρός και αστυφύλακες, αντίστοιχα) και όχι γιατί είχαν οιονδήποτε προσωπικό συμφέρον και των οποίων η μαρτυρία είναι τυπική. Αυτή η ανεξαρτησία και ακεραιότητα των εν λόγω μαρτύρων σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν τέθηκε εν αμφιβόλω. Οι δεν ενέργειες τους αιτιολογήθηκαν και επεξηγήθηκαν πλήρως χωρίς ίχνος υπερβολής ή επαναπροσαρμογής σε οιανδήποτε θέση των εμπλεκόμενων μερών. Θετική όμως εντύπωση, για τους λόγους που επεξηγώ πιο κάτω, μου άφησαν τόσο ο κατηγορούμενος όσο και οι μάρτυρες υπεράσπισης. Στον αντίποδα κρίνω ότι η παραπονούμενη δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγω τόσο από τα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυρίας της όσο και από τα εγγενή τούτης χαρακτηρηστικά. Εν πρώτοις, η μάρτυρας αοριστολογούσε και πλατίαζε σε κάθε ερώτηση που τις υποβάλετο, με αποτέλεσμα, σε ουκ ολίγες περιπτώσεις, να μην απαντά την ερώτηση. Περαιτέρω, η σκέψη της, αναδυόμενη μέσα από το λόγο της, ήτο συγκεχυμένη και χωρίς οιανδήποτε λογική συνέχεια. Δεν πρόκειται για μάρτυρα που απλώς υπερέβαλε σε κάποιες περιπτώσεις εισάγοντας στις θέσεις της υπερβολική δόση συναισθημάτων. Διαπιστώνω ότι η μάρτυρας παρουσίασε τα γεγονότα κατά το δοκούν προς εξυπηρέτηση αλλότριων μόνο συμφερόντων. Τα πιο πάνω συμπεράσματα εξάγονται και από τα ακόλουθα. Ενώ στην κυρίως εξέτασή της, στην οποία υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία (βλ. τεκμήριο 2), ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την τραβούσε από το μανίκι, και τούτο στην προσπάθεια του να της πάρει τα χαρτιά που κρατούσε, στην αντεξέταση προέβαλε όχι ένα αλλά περισσότερους διαφορετικούς ισχυρισμούς. Ανέφερε εν προκειμένω ότι ο κατηγορούμενος σαν άγριος βρέθηκε από πάνω της και την τραβούσε από τα μανίκια, ενώ αλλού είπε ότι την έσπρωξε, για να προσθέσει στη συνέχεια ότι ούρλιαζε πάνω της περισσότερο και από θηρίο. Περαιτέρω, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της η παραπονούμενη ανέφερε˙ ' Δεν είχα κανένα σκοπό να παίξω θέατρο, αδιαθέτησα κιόλας, ένιωσα ζαλάδα. Το πώς με έσπρωξε, το πώς με τράβησε από το μανίκι, το πώς βρέθηκε κάτω από την καρέκλα, ούτε εγώ ίδια ξέρω'. Τα πιο πάνω γεγονότα που αναφέρθηκαν από την παραπονούμενη και αφορούν κατά τα άλλα αυτό καθ' εαυτό το επεισόδιο, ουδόλως αναφέρονται στην κατάθεση που έδωσε η μάρτυρας αμέσως μετά το ισχυριζόμενο επεισόδιο. Σε εκείνη την κατάθεση η μάρτυρας παρουσιάστηκε θετική ως προς το τι συνέβη και περιόρισε την επίθεση σε τράβηγμα. Ως εκ τούτου, η αναφορά όλων των πιο πάνω στο Δικαστήριο αναδεικνύει δυο πράγματα˙ αφενός μεν το αλλοπρόσαλλο και απροσδιόριστο του ισχυρισμού, επί ουσιώδους μάλιστα σημείου, αφήνει να νοηθεί ότι η μνήμη δυνατό να απατά τη μάρτυρα, αφετέρου η διαφοροποίηση και δάσταση από τον αρχικό ισχυρισμό δια προσθήκης νέων και σοβαρότερων, σκιάζει το σύνολο των ισχυρισμών με πέπλο καχυποψίας και αμφιβολίας ως προς την ορθότητα και αληθοφάνειά τους. Εφόσον δε οι διαφορετικές εκδοχές δεν συνάδουν μεταξύ τους και δεν αναφέρθηκαν ως συμπληρωματική η μια της άλλης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να τις αποδεχθεί ως αξιόπιστες. Από την άλλη η επί του προκειμένου θέση του κατηγορουμένου παρέμεινε σταθερή και ακλόνητη καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε τη συνεύρεση με τη ΜΚ2 εντός της κουζίνας όπως ούτε ότι προσπάθησε μετά, στο γραφείο πλέον της ΜΚ2, να πάρει τα χαρτιά από τα χέρια της. Μοναδική διάσταση είναι ό,τι λέχθηκε εντός της κουζίνας και κατά πόσο ο κατηγορούμενος τράβηξε αργότερα την παραπονουμένη. Πέραν των διφορούμενων ισχυρισμών της παραπονουμένης αναφορικά με το επίδικο σημείο απορίας άξιον είναι ότι και η ίδια αποδέχεται πως ο κατηγορούμενος δεν αντέδρασε όταν πέταξε και έσπασε το ποτήρι ενώ για τη συνέχεια ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ούρλιαζε κατά πάνω της για τις λίστες παραγωγής. Η εξελικτική πορεία των πραγμάτων, στη βάση πάντα του ισχυρισμού της παραπονουμένης, απάδει της κοινής λογικής. Εάν ο κατηγορούμενος προτίθετο να επιτεθεί στην παραπονούμενη γιατί δεν έπραξε τούτο ενόσω οι δυο τους ήταν στην κουζίνα και η κατάσταση ήταν τεταμένη με αποκορύφωση το πέταγμα και σπάσιμο από τη ΜΚ2 του ποτηριού. Από την άλλη ποια η λογική ο κατηγορούμενος να επιζητεί τις λίστες μέχρι σημείου επίθεσης όταν ήδη η συζήτηση που προηγήθηκε στην κουζίνας, ως η παραπονούμενη ισχυρίζεται, ήτο γιατί η τελευταία δεν άφησε τις λίστες στο γραφείο την προηγούμενη ημέρα. Συνεπώς, η λογική επιτάσσει πως εάν ο κατηγορούμενος προτίθετο να επιτεθεί στην παραπονούμενη θα έπραττε τούτο ενωρίτερα, δηλαδή στην κουζίνα, και όχι όπως η παραπονούμενη ισχυρίζεται. Ποιος όμως ήταν εκείνος που επιζητούσε την ένταση και όξυνση της κατάστασης, ο κατηγορούμενος που ζήτησε τις λίστες ή η παραπονούμενη που πέταξε το ποτήρι. Όλα τα πιο πάνω αφήνουν τον ισχυρισμό της παραπονούμενης μετέωρο και ανυπόστατο λογικού ερείσματος. Πέραν όμως των πιο πάνω, η θέση της ΜΚ2 συγκρούεται και με τη θέση των ΜΥ1 και ΜΥ2. Η αξιολόγηση βεβαίως εδράζεται σε ποιοτικά και όχι ποσοτικά κριτήρια. Εν τούτοις, οι μάρτυρες υπεράσπισης δεν αμφισβητήθηκαν για τις θέσεις τους. Μπορεί μεν να τους υποβλήθηκαν οι θέσεις της κατηγορούσας αρχής δεν αντεξετάστηκαν όμως ως προς την ορθότητα των παρατηρήσεών τους, δηλαδή τη δυνατότητα και ευχέρεια που είχαν κατά τον επίδικο χρόνο να παρατηρήσουν όσα μαρτύρησαν καθώς και το μνημονικό τους. Τέλος, δεν αμφισβητήθηκαν ούτε για την ακεραιότητα και αμεροληψία τους, παρότι πρόκειται για συνεργάτες του κατηγορουμένου. Εκλαμβάνοντας συνεπώς όλα τα πιο πάνω ως δεδομένα, εφόσον η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν κρίνεται εξ αντικειμένου αναξιόπιστη, η θέση που εξέφρασαν οι ΜΥ1 και ΜΥ2 παραμένει ισχυρή και ακλόνητη και εν τοιαύτη περιπτώσει εκ διαμέτρου αντίθετη από και ασυμβίβαστη με εκείνη της ΜΚ2. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι το επίδικο περιστατικό εξελίχθηκε ως ο κατηγορούμενος και οι μάρτυρες υπεράσπισης εξιστόρησαν στο Δικαστήριο και όχι ως η ΜΚ2 ισχυρίστηκε. Ανάλογα συνεπώς είναι και τα ευρήματά μου, δηλαδή ότι εντός της κουζίνας η ΜΚ2 εξύβρισε τον κατηγορούμενο με τη φράση 'αϊσιχτίρ μαλάκα' ενώ αργότερα, στο γραφείο της, δίχως ο κατηγορούμενος να την τραβήξει, έπεσε στο έδαφος. Η απόρριψη βεβαίως της μαρτυρίας της ΜΚ2 οδηγεί σε άλλη μια περαιτέρω διαπίστωση. Τούτη είναι πως καμία άλλη μαρτυρία δεν υποστηρίζει την προσαπτόμενη στον κατηγορούμενο κατηγορία, εφόσον μοναδικός μάρτυρας ο οποίος αναφέρθηκε σε επίθεση του κατηγορουμένου προς τη ΜΚ2 είναι μόνο η ΜΚ2. Ως εκ των πιο πάνω, μοναδική επιλογή είναι η απόρριψη της κατηγορίας και η παρεπόμενη απαλλαγή και αθώωση του κατηγορουμένου. (Υπ.) ............. Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.