← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέα Παστού, Αρ. Υπόθεσης: 8463/09, 23 Οκτωβρίου, 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέα Παστού, Αρ. Υπόθεσης: 8463/09, 23 Οκτωβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8463/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας - ν -

  1. Ανδρέα Παστού
  2. LIANGI CHI Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Αλ. Σιαπανή. Για τον Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Στ. Στυλιανού. Για τον Κατηγορούμενο 2: Ο κ. Χρ. Δημητρίου. Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ----------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε ενοχή στην κατηγορία που αντιμετωπίζει (1η κατηγορία) που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος 1 την 27 Σεπτεμβρίου 2009 στην Λακατάμια εργοδοτούσε παράνομα τον αλλοδαπό κατηγορούμενο 2 στην οποία αρνήθηκε ενοχή. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν αποδοχή απασχόλησης αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου και Μετανάστευσης (2η κατηγορία) και παράνομη παραμονή στην Κύπρο μετά της εκπνοής της άδειας που του είχε παραχωρηθεί άδεια (3η κατηγορία). Ο 2ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε την 3η κατηγορία ενώ η 2η κατηγορία προχώρησε σε ακρόαση. Προς στοιχειοθέτηση της υπό εξέταση κατηγορίας κλήθηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής ο Αστυφ. 279 Μιχάλης Μιχαήλ ενώ κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός το περιεχόμενος της κατάθεσης του Αστυφ. 4540 Κ. Κομοδρόμου της ΥΑΜ Λευκωσίας. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, ως προκύπτει από τη δοθείσα μαρτυρία, είναι πως στις 27/9/09 και περί ώρα 14:00, μετά από σχετική πληροφορία, ο Αστυφ. 4540 μαζί με άλλους συναδέλφους του εντόπισαν μετά από παρακολούθηση στην οδό Αρχ. Μακαρίου στη Λακατάμια τον αλλοδαπό κατηγορούμενο 2 να ασχολείται με οικοδομικές εργασίες και συγκεκριμένα χρησιμοποιώντας μυστρί τοποθετούσε μπετόν στον τοίχο. Αφού πλησίασε τον αλλοδαπό του ζήτησε τα έγγραφα τα οποία να του υποδηλώνουν την ταυτότητα, από τα οποία διαπίστωσε μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή ότι πρόκειται για αλλοδαπό ο οποίος είχε εγκαταλείψει το χώρο εργασίας και διαμονής του και έκτοτε παρέμενε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και τον συνέλαβε για τα αδικήματα της παράνομης αποδοχής εργασίας και την παράνομη παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και απάντησε "sorry". Μετά από περαιτέρω διερεύνηση πληροφορήθηκε από τον ιδιοκτήτη της εν λόγω κατοικίας ότι είχε δοθεί εργολαβία στον κατηγορούμενο 1 ο οποίος κλήθηκε να παρουσιασθεί στον αστυνομικό σταθμό. Η εκδοχή του κατηγορούμενου 1 στον βαθμό που προκύπτει από την ανώμοτη του δήλωση είναι πως δεν εργοδότησε τον 2ο κατηγορούμενο, απλώς όταν επισκέφθηκε το πρωί της 27 Σεπτεμβρίου την οικοδομή που είχε πάρει ως εργολαβία τον πλησίασε ο 2ος κατηγορούμενος και του ζήτησε δουλειά. Ο ίδιος τον ρώτησε τι ξέρει να κάνει και του είπε να πάει το άλλο πρωί για εργασία φέρνοντας μαζί του και τα χαρτιά του αφού ήταν αλλοδαπός. Μετά ο ίδιος έφυγε και πήγε με την οικογένεια του εκτός Λευκωσίας. Ειδοποιήθηκε μετά το μεσημέρι από την Αστυνομία. Η εκδοχή του 2ου κατηγορούμενου ως προκύπτει από την ανώμοτη του κατάθεση συνάδει με τα όσα ανέφερε ο 1ος κατηγορούμενος ενώ από τη θεληματική του κατάθεση προκύπτει ότι ενώ δεν είχε άδεια εργασίας λόγω οικονομικών προβλημάτων άρχισε εργασία στις 27.9.08 από η ώρα 7:00 το πρωί μέχρι 3:00 μ.μ. Είχε συμφωνήσει να μπογιατίσει και ότι θα του έδινε ο εργοδότης του €50 για τις ώρες που θα εργαζόταν. Προχωρώντας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ο ΜΚ1 ήταν σε μεγάλο βαθμό μάρτυρας κοινής αποδοχής αφού δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά η μαρτυρία του. Όπως και να έχουν τα πράγματα μου προξένησε καλή εντύπωση και έτσι αποδέχομαι τα λεγόμενα του ως ανταποκρινόμενα στην αλήθεια. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, ως προανέφερα, προέβηκαν σε ανώμοτη δήλωση. Η ανώμοτη δήλωση έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετασθεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (βλ. Ονησιφόρου ν. The Police,

(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός ν. Δημοκρατία, Ποινικές Εφέσεις 6854 και 6855, ημερομηνίας 30.3.2001). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή κατάρριψη γεγονότων αλλά μπορεί να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα από το περιεχόμενο της που θα βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η ανώμοτη δήλωση (όπως και η σιωπή) σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμμένει σιωπηλός δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Duncan 73 Cr. App. Rep. 359). Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα μου σε ό,τι αφορά τα πραγματικά και ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι τα ακόλουθα: Στις 27.9.2009, ο κατηγορούμενος 2 αλλοδαπός, ο οποίος ήρθε στην Κύπρο με άδεια προσωρινής παραμονής και εργασίας η οποία έληξε στις 27.1.2008 που κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε άδεια εργασίας συνελήφθηκε επ' αυτοφώρω από την αστυνομία την ώρα που τοποθετούσε με μυστρί μπετόν σε υπό ανακαίνιση οικία που βρίσκεται στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στη Λακατάμια, ο οποίος παραδέχθηκε ότι εργαζόταν από το πρωί της ίδιας ημέρας για ποσό €50 ημερησίως. Το αδίκημα που αφορά την παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού εδράζεται στο άρθρο 14(β) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ. 105 το οποίο αναφέρει τα εξής: «14Β.-
(1)Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές. ..............................». Το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να διευκρινιστεί είναι ότι ο όρος «εργοδότηση» στο πιο πάνω άρθρο δεν έχει την έννοια του αντίστοιχου όρου ως συναντάται στο αστικό δίκαιο. Με άλλα λόγια δεν χρειάζεται για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος να καταδειχθεί πως υφίσταται μεταξύ κατηγορουμένου και αλλοδαπού, ως στενά έχει ερμηνευθεί στο αστικό δίκαιο, σχέση εργοδότου-εργαζόμενου. Κάτι τέτοιο θα εξουδετέρωνε παντελώς τον σκοπό του άρθρου που δεν είναι άλλος από τον αυστηρό έλεγχο και ποινικοποίηση κάθε μορφής εργασιακής εκμετάλλευσης αλλοδαπών από μέρους εργοδοτών. Συνεπώς η εργοδότηση σε αυτό το πλαίσιο καλύπτει μια ευρύτατη κατάσταση πραγμάτων. Περιλαμβάνει, σαφώς, και τις περιπτώσεις όπου η εργοδότηση λαμβάνει χώραν εντελώς πρόχειρα ή όπου οι σχέσεις μεταξύ των μερών είναι χαλαρές ή ακόμα και περιστασιακές. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί συμφωνία εργοδότησης, ούτε στενός εποπτικός έλεγχος από τον εργοδότη, ούτε καν η καταβολή ημερομισθίου (βλ. Seraphim v. The Police
(1981)2 CLR 227 και Karaoglian v. The Police
(1984)2 CLR 161, που αφορούσαν τον Καν. 38 των Κανονισμών του 1972). Αρκεί να καταδειχθεί πως ο αλλοδαπός, σε συνεργασία, κατόπιν οδηγιών ή για λογαριασμό του κατηγορούμενου, προέβαινε σε πράξεις οι οποίες προσομοιάζουν με οποιανδήποτε φύση εργασίας. Για το λόγο τούτο οι επιμέρους πράξεις του αλλοδαπού δεν πρέπει να απομονώνονται ή να εξετάζονται μικροσκοπικά. Τουναντίον θα πρέπει να εξετάζεται η ευρύτερη σχέση μεταξύ αλλοδαπού και κατηγορουμένου. Δεν έχει σημασία αν τη μια ημέρα ο αλλοδαπός εργάζεται μαζί με τον κατηγορούμενο σε κάποια δουλειά και την άλλη κατόπιν υπόδειξης του κατηγορουμένου, εργάζεται μόνος του. Ούτε αν τη μια ημέρα λαμβάνει οδηγίες και πληρώνεται απευθείας από τον κατηγορούμενο και την άλλη κατόπιν υπόδειξης, συναίνεσης ή διαμεσολάβησης του κατηγορουμένου, λαμβάνει οδηγίες ή πληρώνεται απευθείας από τρίτο, συνεργάτη του κατηγορουμένου. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι ποιος υπό τη γενική και χαλαρή έννοια που περίγραψα προηγουμένως, δύναται να εκληφθεί ως ο εργοδότης του αλλοδαπού. Από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν προέκυψε μαρτυρία που να απαντά το πιο πάνω ερώτημα. Σημειώνω ότι τα όσα ανέφερε ο 2ος κατηγορούμενος που εμπλέκουν τον 1ο κατηγορούμενο δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Συνεπώς, ελλείψει μαρτυρίας ως προς το πιο πάνω συστατικό στοιχείο τους δεν έχει αποδειχθεί η 1η κατηγορία και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η κατηγορία. Ως προς την 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2 στηρίζεται στο άρθρο 19
(1): "19
(1)Πρόσωπο το οποίο- (κ) αν και είναι κάτοχος αδείας που χορηγήθηκε βάσει του Νόμου αυτού ή οποιωνδήποτε Κανονισμών που εκδόθηκαν βάσει αυτού, παραβαίνει οποιοδήποτε όρο ή προϋπόθεση που περιέχεται σε τέτοια άδεια ή αναλαμβάνει οποιοδήποτε είδος εργασίας χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως είναι ένοχο αδικήματος .". Προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τρία, δηλαδή: Πρώτον, ο κατηγορούμενος 2 να είναι αλλοδαπός. Αλλοδαπός σύμφωνα με το Κεφ. 105 είναι οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως αυτός ορίζεται στο Άρθρο 2 του Συντάγματος (βλ. Jones v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 355). Εδώ ως έχει γίνει παραδεκτό, ο κατηγορούμενος 2 είναι αλλοδαπός με καταγωγή από την Κίνα και κατ' επέκταση στοιχειοθετείται αυτό το συστατικό στοιχείο. Δεύτερον, ο κατηγορούμενος 2 να ανέλαβε οποιοδήποτε είδος εργασίας. Αξιόποινη, σύμφωνα με το Νόμο, είναι η ανάληψη εργασίας και μάλιστα οποιουδήποτε είδους που καλύπτει μια ευρύτατη κατάσταση πραγμάτων και όχι η απόκτηση ιδιότητας εργοδοτούμενου υπό την εξειδικευμένη και στενή έννοια του αστικού δικαίου. Επ' αυτού να σημειώσω πως ο χαρακτηρισμός του αδικήματος στην έκθεση αδικήματος ως «Διεξαγωγή επαγγέλματος .» είναι, κατά την άποψή μου, ατυχής αφού και το επάγγελμα είναι εξειδικευμένη και συγκεκριμένη μορφή εργασίας (σύμφωνα με το Μείζον Λεξικό της Ελληνικής γλώσσας των Τεγόπουλου-Φυτράκη, το επάγγελμα είναι η «μόνιμη εργασία για βιοπορισμό»). Δεν χρειάζεται κάποιος να ασκεί επάγγελμα για να διαπράξει το αδίκημα. Εκ φύσεως η ανάληψη εργασίας από αλλοδαπό χωρίς την προαπαιτούμενη άδεια, μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες πρόχειρες και ευτελείς όπου πιθανώς να ελλείπουν τα στοιχειώδη εχέγγυα που θα πρέπει κανονικώς εχόντων των πραγμάτων να διέπουν μια υγιή σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου. Συνεπώς, αν απαιτείτο από την κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ότι υφίστατο σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου υπό την πιο πάνω έννοια, το βάρος στους ώμους της θα ήταν δυσβάστακτο αφού στις πλείστες των περιπτώσεων τέτοια σχέση δεν υπάρχει. Με τη σχετική διάταξη του Νόμου επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι το μόνο που πρέπει να αποδειχθεί είναι πως ο Κατηγορούμενος 2 προέβαινε σε πράξεις οι οποίες αποτελούν εργασία. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί συμφωνία εργοδότησης, στενός έλεγχος από εργοδότη ή η καταβολή ημερομισθίου (βλ. κατ' αναλογία Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227 και Karaoglian v. The Police
(1984)2 C.L.R. 161, που αφορούσαν τον Καν. 38 των Κανονισμών του 1972). Στη δοσμένη περίπτωση η απασχόληση του Κατηγορούμενου 2 με το να τοποθετήσει μπετόν σε υπό ανακαίνιση κατοικία στην οποία διεξάγονταν οικοδομικές εργασίες αποτελεί, κατά την κρίση μου, εργασία υπό την έννοια του Νόμου. Δεν έχει σημασία αν ο κατηγορούμενος 2 εργαζόταν επί τακτικής και οργανωμένης βάσης ή αν δούλευε επί δοκιμαστικής βάσης ή αν δεν αντιλήφθηκε τι του ανέφερε ο 1ος κατηγορούμενος, ούτε αν πήγε εκεί για να βρει εργασία και εν αναμονή ξεκίνησε από μόνος του να εργάζεται, ως ισχυρίζεται στην ανώμοτη κατάθεση του. Συνεπώς στοιχειοθετείται και το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Τρίτον, ο κατηγορούμενος 2 να μην είναι κάτοχος της απαιτούμενης άδειας. Αυτό είναι συστατικό στοιχείο που δεν οφείλει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή αλλά που πρέπει να καταρρίψει ο κατηγορούμενος 2. Δηλαδή το βάρος είναι στους δικούς του ώμους να αποδείξει ότι κατείχε την απαιτούμενη από το Νόμο ή Κανονισμούς άδεια (βλ. κατ' αναλογία John v. Humphreys
(1955)1 All E.R. 793, Ηλιάδης, «Το Δίκαιο της Απόδειξης», σελ. 72 και Ζυπιτής ν. Αστυνομίας σελ. 13, Ποινικές Εφέσεις 7223 και 7224, ημερ. 22.4.03). Στην προκειμένη περίπτωση, είναι παραδεκτό πως ο κατηγορούμενος 2 δεν είχε άδεια εργασίας. Ενόψει, λοιπόν, όλων των ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στην 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................... Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κ.π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.