← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντρέας Νεοφύτου, Ποιν. Υπ. 14869/08, 27.10.2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντρέας Νεοφύτου, Ποιν. Υπ. 14869/08, 27.10.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή Ε.Δ. Ποιν. Υπ. 14869/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Αντρέας Νεοφύτου Ημερομηνία: 27.10.2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για κατηγορούσα αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για κατηγορούμενους : κος Παπασιάντης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος στις 27.11.07 σε χώρο του ιδιωτικού πανεπιστημίου Frederick επιτέθη τοιουτοτρόπως εναντίον του Αντρέα Σκουρουμούνη. Εις απόδειξη της κατηγορίας η κατηγορούσα αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Πρόκειται για τους Αντρέα Σκουρουμούνη (ΜΚ1) και Δρ. Μάριο Νικολάου (ΜΚ2). Όταν περαιτέρω ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως. Άλλοι μάρτυρες, είτε για την κατηγορούσα αρχή είτε για την υπεράσπιση, δεν παρουσιάστηκαν. Ως είθισται σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις η μαρτυρία σύγκειται στις αντικρουόμενες εκδοχές των δύο εμπλεκομένων στο επεισόδιο. Εν τούτοις, κάποια γεγονότα αποτελούν κοινό τόπο και για τους δυο. Τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο κατηγορούμενος τοποθετούν χρονικά το όλο περιστατικό στις 27.11.07 και ώρα 13.30 περίπου. Περαιτέρω, κοινή είναι η θέση και των δύο αναφορικά με το χώρο στον οποίο εξελίχθηκε το επεισόδιο, ήτοι έξω από το γραφείο της ψυχολόγου του πανεπιστημίου ονόματι Λουτσιάνα. Το ίδιο ισχύει αναφορικά και με ότι ενόσω βρίσκοντο έξω από το γραφείο της ψυχολόγου ο κατηγορούμενος μίλησε στο κινητό του τηλέφωνο με κάποιο πρόσωπο για το οποίο στο ΜΚ1 ανέφερε ότι ήταν αστυνομικός και μάλιστα του έδωσε το τηλέφωνο για να μιλήσει μαζί του. Τέλος οι εμπλεκόμενοι στο επεισόδιο αποδέχονται ότι ενόσω βρίσκοντο έξω από το γραφείο της ψυχολόγου ήρθαν στα χέρια και εξελίχθηκε το επεισόδιο. Ό,τι παραμένει υπό αμφισβήτηση είναι η απάντηση στο ερώτημα ποιος ήρξατο χειρών αδίκων και ποιος έπραξε τι. Εν προκειμένω ο ΜΚ1 υποστηρίζει ότι συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο στο βιβλιοπωλείο όπου εκεί ο τελευταίος του ζήτησε να μιλήσουν μόνοι τους. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε και του ζήτησε να μιλήσουν παρουσία της ψυχολόγου και γι' αυτό ξεκίνησαν για το γραφείο της. Ενόσω βρίσκοντο έξω από γραφείο της, ο κατηγορούμενος θέλησε ο ΜΚ1 να μιλήσει με το πρόσωπο που ο ίδιος μιλούσε εκείνη τη στιγμή στο κινητό του τηλέφωνο. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε και έκλεισε το τηλέφωνο ενώ κατά τον ίδιο χρόνο προς το μέρος τους κατευθύνθηκε και η ψυχολόγος. Αντιλαμβανόμενος ότι οι προθέσεις του κατηγορούμενου δεν ήταν καλές επιχείρησε να φύγει. Τότε ήταν που ο κατηγορούμενος τον άρπαξε από τα μαλλιά, τον έριξε στο έδαφος και άρχισε να τον κτυπά με τα χέρια και να τον πνίγει κρατώντας τον από τον λαιμό. Όταν πλέον κάποιο τρίτο πρόσωπο σήκωσε τον κατηγορούμενο από πάνω από το μάρτυρα, ο κατηγορούμενος έκανε να φύγει και όταν ο ΜΚ1 τον άρπαξε για να μείνει τον δάγκωσε στον αριστερό δείκτη. Στον αντίποδα ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το συναπάντημα των δύο ήταν τυχαίο και τότε ο ΜΚ1 είπε στον κατηγορούμενο «Σε εκμεταλλεύτηκα ρε και είσαι πούστης». Ας σημειωθεί εδώ ότι σύμφωνα με τον κατηγορούμενο ο ΜΚ1 και η παρέα του για κάποιο χρονικό διάστημα πριν το επίδικο συμβάν τον ύβριζαν και τον χλεύαζαν με φράσεις ανάλογες της προαναφερόμενης. Μετά την εξύβριση ο κατηγορούμενος ανέφερε στο ΜΚ1 ότι ήδη υπέβαλε σχετικό παράπονο στην αστυνομία καθώς ότι τα όσα διατείνετε πως ο κατηγορούμενος είπε στη ψυχολόγο, δηλαδή να ζητήσει από τον ΜΚ1 να τον κάνει παρέα, είναι ψέματα. Τότε ο ΜΚ1 του ζήτησε να μεταβούν στη ψυχολόγο του πανεπιστημίου. Ενώ βρίσκοντο έξω από το γραφείο της ψυχολόγου ο ΜΚ1 έσπρωξε τον κατηγορούμενο για να πράξει το ίδιο και ο τελευταίος. Μετά όμως ο ΜΚ1 τον έπιασε από τον λαιμό για να αντιδράσει ο ίδιος αρπάζοντας τον από τα μαλλιά. Στη συνέχεια έπεσαν στο έδαφος με τον ΜΚ1 να βρίσκεται από πάνω και να τον κτυπά. Όταν τους χώρισαν έφυγε για να μεταβεί στην οικία του ενώ στο δρόμο, παρά τον αστυνομικό σταθμό Λακατάμιας, ένιωσε τάσεις λιποθυμίας και έτσι μετέβη στο σταθμό όπου τους εξιστόρησε, προτού λιποθυμήσει, όλα όσα συνέβησαν. Ο ΜΚ2, ιατρός στο επάγγελμα στις 27.11.07 εξέτασε το ΜΚ
  2. Από την εν λόγω εξέταση διαπίστωσε εκχυμώσεις στην τραχηλική χώρα και εκδορά σε δεξιό αγκώνα και αριστερό δείκτη. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Στην εν λόγω διαδικασία προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 316 και Αθανασίου κ.α ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Αναφορικά με το ΜΚ2 δεν χωρεί αμφιβολία ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Εν πρώτοις οι διαπιστώσεις του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκαν. Περαιτέρω, αμφισβήτησης δεν έτυχε ούτε η ακεραιότητα όπως ούτε η ανεξαρτησία του. Σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του ο ΜΚ2 έδωσε εντύπωση μάρτυρα που εξυπηρετούσε συμφέροντα οιουδήποτε των εμπλεκομένων. Δια όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω το ΜΚ2 ως μάρτυρα της αλήθειας και τη μαρτυρία του την αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Περαιτέρω, δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι τα γεγονότα διαδραματιστήκαν όπως ακριβώς τα εξιστόρησε στο Δικαστήριο ο ΜΚ
  1. Κρίνω εν προκειμένω πως ο μάρτυρας είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, εν αντιθέσει με τον κατηγορούμενο. Ο ΜΚ1 ήταν σταθερός κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, δεν αοριστολογούσε, ενώ εμφανής ήταν η προσπάθεια του να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Στον αντίποδα ο κατηγορούμενος ήτο ασαφής, αοριστολογούσε και μοναδική προσπάθεια του ήταν η υπεκφυγή από τις ερωτήσεις που του τίθεντο, καθώς και η ανάδειξη προσωπικών του απόψεων ή ακόμη και χαρακτηριστικών. Παρόλα ταύτα, η φυσική παρουσία των μαρτύρων δεν είναι ο μοναδικός γνώμονας στον οποίο έδρασα τα συμπεράσματά μου εν σχέσει με τα αξιολογικά τους στοιχεία. Τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά αναδεικνύουν και αυτά όλα όσα προανέφερα. Διαπιστώνω κατ' αρχάς ότι η μαρτυρία του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο διίστανται από τα αναφερόμενα στη γραπτή κατάθεσή του (βλ. τεκμ. 3). Ενώ στην κατάθεση του ανέφερε ότι ο ΜΚ1 τον έσπρωξε και ότι ο ίδιος ανταπέδωσε το σπρώξιμο, στο Δικαστήριο είπε ότι ο μάρτυρας τον τράβηξε και πως ο ίδιος αμυνόμενος τον άρπαξε από τα μαλλιά. Περαιτέρω, ενώ στη γραπτή κατάθεση του ανέφερε ότι «σε κάποια φάση χωρίς να το καταλάβω βρεθήκαμε στο έδαφος» στο Δικαστήριο ανέφερε ότι ο ΜΚ1 τον κλάππωσε και έτσι βρέθηκαν στο έδαφος. Όλα τα πιο πάνω αναδεικνύουν όμως διάσταση αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν το επεισόδιο. Η δε διάσταση δεν κρίνεται επουσιώδης εφόσον αφορά αυτή καθ΄εαυτή τη μεταξύ των εμπλεκομένων συμπλοκή. Γνωρίζει ή δεν γνωρίζει ο κατηγορούμενος πώς επεσυνέβη το συμβάν, θυμάται ή όχι; Είναι τούτα ερωτήματα που δεν απαντώνται από τη μπερδεμένη μαρτυρία του κατηγορουμένου. Πέραν των πιο πάνω, η γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου υποστηρίζει, εν μέρει, ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ
  2. Κατ' αρχάς ο κατηγορούμενος αποδέχεται ότι ο ΜΚ1 είναι εκείνος που του ζήτησε να μεταβούν στη ψυχολόγο του πανεπιστημίου. Περαιτέρω, αποδέχεται πως ο ίδιος τράβηξε το ΜΚ1 από τα μαλλιά, καθώς ότι σε κάποιο στάδιο, ενόσω οι δυο τους βρίσκοντο στο έδαφος, άκουσε το ΜΚ1 να φωνάζει ότι τον πνίγει. Όλα τα πιο πάνω αποδεικνύουν όμως τα εξής˙ εάν ο ΜΚ1 συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο στο διάδρομο και τον εξύβρισε, ως ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται, γιατί αμέσως μετά να τον καλέσει να μεταβούν στο γραφείο της ψυχολόγου για να επιλύσουν το πρόβλημα όπως ο ίδιος αποδέχεται ότι έγινε; Από την άλλη, οι αναφορές του ΜΚ1 εν σχέσει με το επίδικο συμβάν, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος τον τράβηξε από τα μαλλιά και τον έσφιξε στο λαιμό, υποστηρίζονται από τις αναφορές του κατηγορουμένου στη γραπτή κατάθεσή του. Παρενθετικά αναφέρω ότι τα πέρι πνιγμού αλλά και δαγκώματος, που ο ΜΚ1 ανέφερε, αν και δεν αποδεικνύονται κατά θετικό τρόπο, υποστηρίζονται όμως και από τις διαπιστώσεις του ΜΚ
  3. Εν πάση όμως περιπτώσει, και ο κατηγορούμενος αποδέχεται ότι ο ΜΚ1 φώναζε πως τον έπνιγε. Η φράση αυτή μπορεί να μην αποδεικνύει αφεαυτής την ειπωθήσα πράξη, αλλά προερχόμενη από τον κατηγορούμενο δίδει διαφορετική υφή και βαρύτητα στη μαρτυρία του ΜΚ
  4. Άλλωστε, γιατί ο ΜΚ1 φώναζε ότι τον έπνιγε ο κατηγορούμενος, και ο τελευταίος τον άκουσε να φωνάζει κάτι τέτοιο, εάν κάτι τέτοιο δεν έγινε; Τέλος, εάν ο κατηγορούμενος ήτο το αναίτιο θύμα, γιατί δεν έμεινε στο χώρο του περιστατικού και τράπηκε σε φυγή; Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν διάσταση μεταξύ της ένορκης μαρτυρίας του κατηγορουμένου και της γραπτής κατάθεσής του, καθώς επίσης υπερβολή στο λόγο του και προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τα πιο πάνω είναι όσα με οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας διαπιστώνω ότι ο κατηγορούμενος ήταν εκείνος που πρώτος τράβηξε το ΜΚ1 από τα μαλλιά, καθώς ότι τον άρπαξε με τα χέρια από το λαιμό, ενώ στη συνέχεια, αφότου τρίτο πρόσωπο σηκώσε τον κατηγορούμενο από πάνω από το ΜΚ1, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να φύγει και όταν τον άρπαξε ο ΜΚ1 ο κατηγορούμενος τον δάγκωσε στον αριστερό δείκτη. Περαιτέρω, από το εν λόγω συμβάν στο ΜΚ1 προκλήθηκαν εκχυμώσεις στην τραχηλική χώρα και εκδορά στο δεξιό αγκώνα και στον αριστερό δείκτη. Καθοδηγούμενος και από τα λεχθέντα στην απόφαση Georgiades v. Police
(1985)2CLR 56, 64, καταλήγω ότι οι εκδορές και εκχυμώσεις που ο κατηγορούμενος προκάλεσε στο ΜΚ1 συνιστούν πραγματική σωματική βλάβη. Ως εκ των πιο πάνω, διαπιστώνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε έξω από κάθε αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. (Υπ).......... Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.