Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αλέξανδρος Αντωνιάδης, Ποιν. Υπ. 18121/07, 30 Οκτωβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ.Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Ποιν. Υπ. 18121/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Αλέξανδρος Αντωνιάδης Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ναθαναήλ. Για τον κατηγορούμενο: κ. Καζαντζής. Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 16.1.07 επιτέθηκε εναντίον των Παύλου Σταύρου και Ιωάννη Λοΐζου και τους προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μάρτυρες τον Λοχ. 3977 Σάββα Παναγή (Μ.Κ.1), την Στέφανη Abu Nazar (Μ.Κ.2), τον Παύλο Σταύρου (Μ.Κ.3) και τον Ιωάννη Λοΐζου (Μ.Κ.4). Εκ συμφώνου κατατέθηκαν για την αλήθεια του περιεχομένου τους ορισμένα ιατρικά πιστοποιητικά και οι καταθέσεις άλλων προσώπων (Τεκμήρια 6-10), καθώς και σχετικές φωτογραφίες (Τεκμήρια 11-17) για τις οποίες δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι απεικονίζουν την κατάσταση του Κατηγορούμενου στις 17.1.
- Επίσης κατατέθηκε ιατρική βεβαίωση για τον Κατηγορούμενο ως Τεκμήριο
- Όταν ο Κατηγορούμενος κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση του και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως, ενώ κάλεσε ως μάρτυρα την Πρωτοκολλητή κα Άντρη Μακρή (Μ.Υ.2). Ο Μ.Κ.1 στις 17.1.07 υπηρετούσε στον Αστ. Σταθμό Ομορφίτας και εκείνη την ημέρα παρέλαβε από τον Αστ. 2176 του Αστ. Σταθμού Λυκαβητού καταθέσεις και άλλα έγγραφα για την υπόθεση για να προβεί στην διερεύνηση της εφόσον αφορούσε επεισόδιο που είχε γίνει στην περιοχή του δικού τους Σταθμού. Μετά από εξετάσεις που έκαμε, στις 12.3.07 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο ο οποίος αρνήθηκε οποιαδήποτε ενοχή. Κατά τον ίδιο τρόπο ο μάρτυρας αυτός κατηγόρησε και τους παραπονούμενους της παρούσας, δηλ. τους Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4, για τα ίδια αδικήματα, αλλά δεν γνώριζε να πει ποια ήταν η συνέχεια. Ούτε γνώριζε πού ευρίσκεται ο άλλος φάκελος. Η Μ.Κ.2 υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση της (Τεκμήριο 2) και απάντησε σε ερωτήσεις σχετικά με επεισόδιο που έγινε στο σπίτι της στις 16.1.07 μεταξύ του Κατηγορούμενου και των παραπονούμενων. Εν συντομία η θέση της είναι πως μια εβδομάδα πριν είχε διακόψει το δεσμό της με τον Μ.Κ.4 (στο εξής "ο Γιάννης") και στις 16.1.07 την έπαιρνε τηλέφωνο και τη ρωτούσε πού ήταν. Του απάντησε ότι ήταν στην ξαδέλφη της. Από εκεί την πήρε περί τις 4.00 μ.μ. ο Κατηγορούμενος και την μετέφερε με το αυτοκίνητο του στο σπίτι της, όπου κατέβηκαν και εισήλθαν μαζί. Ο Γιάννης την ξαναπήρε τηλέφωνο και τη ρώτησε πώς πήγε σπίτι. Η Στέφανη του είπε ψέματα, ότι δηλαδή πήγε με ταξί. Μετά από λίγο ο Γιάννης της κτυπούσε την πόρτα να τους ανοίξει με τον φίλο του Μ.Κ.3 (στο εξής "ο Παύλος"). Η ίδια παρότρυνε τον Κατηγορούμενο να πάει σε άλλο δωμάτιο να κρυφτεί, αλλά εκείνος αρνήθηκε. Όταν εισήλθαν οι άλλοι δύο ρώτησαν τον Κατηγορούμενο ποιος ήταν και εκείνος τους απάντησε: "Εσείς ποιοι είσαστε;" Τότε κάποιος από τους δύο, που η Στέφανη δεν είδε ποιος ήταν, κτύπησε τον Κατηγορούμενο στο πρόσωπο και άρχισαν να τσακώνονται και να κτυπιούνται για 2-3 λεπτά. Όταν σταμάτησαν ο Κατηγορούμενος είχε αίματα στο πρόσωπο και οι άλλοι δύο στα χέρια. Στην προφορική της μαρτυρία εξέφρασε κάποια αμφιβολία για το ποιος άρχισε, ενώ αλλού ανέφερε πως ήταν ένας από τους δύο παραπονούμενους, αλλά πάντως όχι ο Κατηγορούμενος. Ο Μ.Κ.3, Παύλος Σταύρου είναι ο φίλος του Γιάννη, ο οποίος τον συνόδευσε εκείνη την ημέρα στο σπίτι της Στέφανης. Υιοθέτησε και αυτός την κατάθεση του (Τεκμήριο 4) στην οποία ανέφερε ότι εκείνο το απόγευμα είχαν πάει περίπατο από το σπίτι της Στέφανης επειδή ο φίλος του Γιάννης ήθελε να τη δει για να μιλήσουν. Ενώ η Στέφανη είχε πει στο Γιάννη πως ήλθε σπίτι με ταξί, την είδαν να καταφθάνει σπίτι της με ένα ιδιωτικό όχημα και να κατεβαίνει με τον οδηγό του, σπίτι της. Όταν της τηλεφώνησε ο Γιάννης εκείνη του είπε ψέματα πως είχε πάει με ταξί, οπότε ο Γιάννης της ζήτησε να τους ανοίξει να εισέλθουν στο σπίτι, πράγμα που έγινε. Τότε ο Γιάννης ρώτησε τον Κατηγορούμενο "ποιος είσαι;" εκείνος απάντησε "ποιος ρωτά" με αυθάδη τρόπο και αφού συζήτησαν λίγο ο Κατηγορούμενος έσπρωξε τον Παύλο με το χέρι του και εξαιτίας τούτου ο Γιάννης του έδωσε μια γροθιά στο πρόσωπο, οπότε αλληλοκτυπήθηκαν και οι τρεις. Σταμάτησαν όταν σε κάποια στιγμή που σηκώστηκε ο Κατηγορούμενος από το πάτωμα υπήρχαν αίματα στο κεφάλι του και είπε ότι ήθελε να πλυθεί. Ο Μ.Κ.4, Γιάννης Λοΐζου επίσης υιοθέτησε την κατάθεση του (Τεκμήριο 5), στην οποίαν αφού περιγράφει τα γεγονότα που προηγήθηκαν της άφιξης τους στο σπίτι της Στέφανης αναφέρει πως όταν μπήκαν και ενώ μιλούσαν με την Στέφανη προσπαθώντας να μάθουν ποιου ήταν το αυτοκίνητο έξω, εμφανίστηκε ο Κατηγορούμενος λέγοντας "εν δικό μου, έσιει τίποτε;". Ο Γιάννης τον ρώτησε ποιος ήταν και εκείνος απάντησε "ποιος ρωτά;". Ξαναρώτησε τη Στέφανη για το ποιος ήταν, αλλά πριν αυτή απαντήσει, ο Κατηγορούμενος έσπρωξε με τα χέρια του τον Παύλο προκαλώντας τον για καβγά. Αμέσως ο Γιάννης τον έσπρωξε και άρχισαν και οι τρείς να δέρνονται. Σε κάποια στιγμή που ο Παύλος κρατούσε τον Κατηγορούμενο ο Γιάννης είδε ότι έτρεχε αίμα από πάνω του οπότε σταμάτησε και στάματησαν και οι άλλοι δύο που κρατούντο μεταξύ τους. Προφορικά ισχυρίστηκε ότι τίποτε δεν θα γινόταν εάν δεν έσπρωχνε πρώτος ο Κατηγορούμενος και πως καθόλη τη διάρκεια του επεισοδίου τους κτυπούσε και εκείνος. Δέχθηκε ότι κατηγορήθηκε και ο ίδιος σε άλλη υπόθεση, όπου παραδέχθηκε και τιμωρήθηκε με 6μηνη κοινοτική εργασία. Κατά την ένορκη μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος επίσης υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 7). Σ' αυτήν ανέφερε μεταξύ άλλων ότι όταν οι δύο εισήλθαν στο σπίτι της Στέφανης, ο Γιάννης τον ρώτησε ποιος είναι και αυτός απάντησε "ο Άλεξ, γιατί;" και εκείνος τον ξαναρώτησε τι γύρευε εκεί οπότε απάντησε πως ήρθε να φέρει την Στέφανη σπίτι. Ακολούθως ο Γιάννης είχε μια συζήτηση με τη Στέφανη και τότε για άγνωστο λόγο γύρισε ο Γιάννης προς το μέρος του και τον κτύπησε με το δεξί του χέρι με γροθιά στο πρόσωπο. Ο Κατηγορούμενος πήγε λίγα βήματα πίσω και στη συνέχεια έσπρωξε το Γιάννη με τα χέρια του επειδή αυτός είχε πρόθεση να τον ξανακτυπήσει. Από εκεί και πέρα του επιτέθηκαν και οι δύο με γροθιές και κλωτσιές, ενώ ο ίδιος υποχωρούσε, πηγαίνοντας πίσω-πίσω. Κάποια στιγμή κλώτσησε και ο ίδιος το Γιάννη για να τον αποτρέψει οπότε αμέσως τον είδε να κρατά κάτι με το οποίο τον κτύπησε στο κεφάλι οπότε ζαλίστηκε. Συνέχισαν να αλληλοκτυπιούνται ακόμα και όταν βρέθηκαν και οι τρεις πεσμένοι στο πάτωμα. Κάποια στιγμή μάλιστα ο Γιάννης τον κτύπησε στο κεφάλι με ένα κηροπήγιο. Το επεισόδιο έληξε όταν τους είπε δύο φορές να τον αφήσουν και υπό την απειλή του κηροπηγίου έφυγε από το σπίτι. Λίγο πριν φθάσει στο νοσοκομείο είχε ατύχημα και μεταφέρθηκε τελικά από ασθενοφόρο. Από το ατύχημα τραυματίστηκε μόνον στο δεξί γόνατο ενώ όλα τα άλλα τραύματα που είχε είχαν προέλθει από την επίθεση που δέχθηκε. Προφορικά ο Κατηγορούμενος είπε πως ο καβγάς ξεκίνησε όταν ενώ ο Γιάννης λογομαχούσε με τη Στέφανη έδωσε μια γροθιά στον Κατηγορούμενο, ο οποίος εκείνη τη στιγμή κοιτούσε τον Παύλο. Επίσης εξήγησε πως πριν κτυπηθεί με το κηροπήγιο, είχε κτυπηθεί με βάζο που κρατούσε ο Γιάννης. Η Μ.Υ.2 κα Άντρη Μακρή αναφέρθηκε στην ποινική υπόθεση 18084/07, αλλά το μόνο που ήταν σε θέση να αναφέρει ήταν πως αυτή ολοκληρώθηκε στις 20.2.08 με διάταγμα κοινοτικής εργασίας και ότι δεν υπήρχαν κατατεθειμένα τεκμήρια. Τα υπόλοιπα πρακτικά ήταν στενογραφημένα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχοντας παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία και την μαρτυρία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων. Προτού προχωρήσω στα ουσιώδη γεγονότα πρέπει να πω ότι θεωρώ ειλικρινείς και αξιόπιστους μάρτυρες τον Μ.Κ.1 και την Μ.Υ.2, την μαρτυρία των οποίων αποδέχομαι. Για τα υπόλοιπα ζητήματα να λεχθεί εν πρώτοις ότι προκύπτουν διάφορα αναντίλεκτα και αναμφισβήτητα γεγονότα σχετικά με το τι προηγήθηκε της άφιξης του Γιάννη και του Παύλου στο σπίτι της Στέφανης. Συγκεκριμένα συνάγεται από τη μαρτυρία της Στέφανης και του Γιάννη πως διατηρούσαν δεσμό για 1,5 περίπου χρόνο. Διέκοψαν το δεσμό τους 5-7 ημέρες πριν τις 16.1.
- Φαίνεται όμως πως ο Γιάννης δεν ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένος με αυτή την εξέλιξη και συνέχισε να τηλεφωνεί στην 16χρονη συνομήλικη του. Στις 16.1.07 ήθελε να τη συναντήσει και ζήτησε από το 18 χρονο φίλο του Παύλο να τον μεταφέρει στο σπίτι της με το αυτοκίνητο του, πράγμα που έγινε. Παράλληλα της τηλεφώνησε και πληροφορήθηκε ότι ήταν στην εξαδέλφη της και ότι μετά θα πήγαινε σπίτι. Ο Γιάννης με τον Παύλο έφθασαν κοντά στο σπίτι της Στέφανης και κάποια στιγμή αντιλήφθηκαν την ίδια να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου και να εισέρχεται στο σπίτι της μαζί του. Αμέσως της ξανατηλεφώνησε και τη ρωτούσε πώς πήγε σπίτι. Εκείνη του απάντησε ψέματα πως πήγε με ταξί, αποκρύπτοντας του για να μην τον προκαλέσει ότι την είχε παραλάβει και μεταφέρει ο Κατηγορούμενος. Ο Γιάννης όμως, που γνώριζε την πραγματικότητα ρωτούσε να μάθει ποιου ήταν το αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο έξω και η Στέφανη απάντησε και πάλι ψέματα πως δεν γνώριζε. Ακολούθως της ζήτησε να του ανοίξει την πόρτα του σπιτιού. Παράλληλα η Στέφανη τους είχε δει από το παράθυρο ότι ήταν έξω μέσα στο σταθμευμένο αυτοκίνητο του Παύλου και όταν άκουσε και την πόρτα να κτυπά ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να κρυφτεί στον πάνω όροφο για να μην τον δει ο Γιάννης. Ο Κατηγορούμενος όμως, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν γνωρίζετο με τους Γιάννη και Παύλο αρνήθηκε να κρυφτεί, λέγοντας της, όπως αναφέρει στην κατάθεση του να ανοίξει την πόρτα και θα τους μιλούσε ίδιος. Είναι γεγονός ότι και τα τέσσερα εμπλεκόμενα πρόσωπα στη σκηνή ανέφεραν από την αρχή στις καταθέσεις τους πως το πρώτο θέμα συζήτησης ήταν η ταυτότητα του προσώπου που είχε φέρει στο σπίτι τη Στέφανη. Προηγήθηκε μια ερώτηση του Γιάννη για το ποιου ήταν το αυτοκίνητο, την οποίαν δεν αναφέρουν οι υπόλοιποι, αλλά όντως αυτό είναι επουσιώδες. Δέχομαι όμως ότι υπεβλήθη και αυτή η ερώτηση, αφού αυτό ήταν που ήθελε κυρίως να μάθει ο Γιάννης, δηλαδή την ταυτότητα αυτού που είχε φέρει τη Στέφανη. Το σημαντικό όμως είναι τι ακολούθησε. Ουσιαστικά κανένας εκτός από τον Κατηγορούμενο δεν ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είπε το όνομα του. Ακόμα και η Στέφανη επιβεβαιώνει τους Γιάννη και Παύλο ότι όταν αυτοί ρώτησαν ποιος είναι, ο Κατηγορούμενος δεν είπε το όνομα του αλλά τους απάντησε, όπως αναφέρει η Στέφανη, "εσείς ποιοι είσαστε;". Δεν έχουν σημασία οι ακριβείς λέξεις που χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος, δηλαδή αν είπε "ποιος ρωτά" όπως αναφέρουν οι Γιάννης και Παύλος στις καταθέσεις τους ή αν είπε "εσείς ποιοι είσαστε;", όπως αναφέρει η Στέφανη. Σημασία έχει πως αρνήθηκε να πει το όνομα του. Βεβαίως δεν ήταν υποχρεωμένος να το πράξει ή να το πράξει πρώτος, αλλά το γεγονός ότι αρνήθηκε έχει κάποια σημασία ως προς την αξιοπιστία του σχετικά με την έναρξη του επεισοδίου. Πρέπει να παρατηρήσω πως παρακολουθώντας τη Στέφανη σχημάτισα την εικόνα πως γενικά είναι αξιόπιστη και ειλικρινής. Υπήρξε φίλη και με τους τρεις άλλους νεαρούς και μου έδωσε την εικόνα πως περιέγραψε με ειλικρίνεια τουλάχιστον όσα γεγονότα αντιλήφθηκε προσωπικά, χωρίς οποιαδήποτε διάθεση παραποίησης τους. Εκ των πραγμάτων όμως και όπως θα διαφανεί κατωτέρω, υπήρξαν γεγονότα τα οποία εκ της θέσης της δεν είχε αντιληφθεί. Αποδίδω λοιπόν την αναφορά της ότι άρχισε ένας από τους δύο παραπονούμενους στο ότι κρίνει με βάση τα όσα η ίδια αντιλήφθηκε. Παρακολουθώντας την σχημάτισα την εντύπωση πως αν ο Κατηγορούμενος έλεγε το όνομα του η Στέφανη θα το ανέφερε, αφού δεν είχε κανένα λόγο να το αποκρύψει. Γενικά πρέπει να παρατηρήσω ότι θεωρώ ειλικρινή και αξιόπιστο μάρτυρα και τον Παύλο ο οποίος ήταν σταθερός στη μαρτυρία του και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Δεν παραγνωρίζω φυσικά ότι είναι φίλος του Γιάννη, αλλά κρίνω πως ήταν ειλικρινής στο πως άρχισαν τα κτυπήματα. Ο Γιάννης θεωρώ ότι προσπάθησε να αποκρύψει κάποια γεγονότα σχετικά με την έναρξη του επεισοδίου όπως το ότι απάντησε αμέσως με γροθιά καθώς και άλλα για τη συνέχεια όπως το ότι κτύπησε τον Κατηγορούμενο με αντικείμενα του σπιτιού. Δεν μπορώ να στηριχθώ στη δική του μαρτυρία, όσον αφορά την εξέλιξη του επεισοδίου μετά το σπρώξιμο του Κατηγορούμενου προς τον Παύλο. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο, με εξαίρεση την θέση του ότι είπε το όνομα του και ότι δεν έσπρωξε πρώτος, δέχομαι τις θέσεις του. Εκτός από τα δύο πιο πάνω θέματα γενικά θεωρώ πως ήταν αξιόπιστος. Κρίνω πως η διαφορετική του στάση για τα δύο πιο πάνω σημεία οφείλεται στην προσπάθεια του να μην χρεωθεί την ευθύνη για το όλο επεισόδιο. Ο Γιάννης, ο Παύλος και ο Κατηγορούμενος συμφωνούν πως ακολούθησε μια σύντομη συζήτηση - λογομαχία του Γιάννη με την Στέφανη. Ο Κατηγορούμενος εξήγησε προφορικά και δέχθηκε ότι εκείνη τη στιγμή η Στέφανη ήταν μπροστά του αλλά κοίταζε το Γιάννη, και ο Γιάννης κοίταζε αυτή, ενώ ο ίδιος ο Κατηγορούμενος κοίταζε τον Παύλο που ήταν απέναντι του. Ο Γιάννης απείχε από τον Κατηγορούμενο 1,5 μ. Αυτή του η θέση επίσης επιβεβαιώνει τους παραπονούμενους και κυρίως τον Γιάννη ότι εκείνη τη στιγμή η Στέφανη δεν έβλεπε τον Κατηγορούμενο. Έτσι εξηγείται το ότι η Στέφανη εκείνη τη στιγμή δεν είχε εικόνα για τις κινήσεις του Κατηγορουμένου. Η θέση του Κατηγορούμενου ότι ο Γιάννης, ενώ μιλούσε έντονα με την Στέφανη και ο ίδιος (ο Κατηγορούμενος) έβλεπε απλώς τον Παύλο στα αριστερά του, γύρισε και του έδωσε μια γροθιά με το δεξί του χέρι δεν είναι καθόλου πειστική και δεν συνάδει με την κοινή λογική. Δεν μπορώ να αντιληφθώ για ποιο λόγο ο Γιάννης, ευρισκόμενος σε 1,5 μ. απόσταση και μιλώντας με τη Στέφανη θα γύριζε και θα κτυπούσε με τέτοιο άγριο τρόπο τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος υποθέτει ότι κάτι θα του είπε η Στέφανη και ζήλεψε αλλά δεν ενθυμείτο να πει τι. Θα μπορούσε να πει κάποιος πως όντως ο Γιάννης εισήλθε ήδη θυμωμένος στο σπίτι, αλλά από την άλλη δεν πρέπει να λησμονείται αφενός, πως δεν πέρασε αμέσως στην επίθεση στη θέα του Κατηγορούμενου, και αφετέρου, πως και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δεν τους απέφυγε όταν του εισηγήθηκε η Στέφανη να κρυφτεί, εκτιμώντας ότι μπορούσε να τους χειριστεί. Θεωρώ δηλαδή πως ήδη ήταν μια φορτισμένη ατμόσφαιρα και όλοι οι συμμετέχοντες ευρίσκοντο σε ένταση. Πάντως η παραδοχή του Κατηγορούμενου για τη διάταξη των τεσσάρων εκείνη τη στιγμή και ιδίως για το ότι η Στέφανη στεκόταν πιο μπροστά του βλέποντας προς τον Γιάννη επιβεβαιώνει και τη θέση των παραπονουμένων ότι αυτή δεν ήταν σε θέση να δεί το σπρώξιμο από τον Κατηγορούμενο προς τον Παύλο και εξηγεί και τη θέση της Στέφανης ότι το πρώτο κτύπημα που είδε ήταν η γροθιά που δέχθηκε ο Κατηγορούμενος από ένα εκ των δύο παραπονουμένων. Αποτελεί λοιπόν εύρημα μου πως στο αρχικό εκείνο στάδιο ο Κατηγορούμενος δεν είπε το όνομα του και έσπρωξε τον Παύλο. Πρόκειται για ένα γεγονός το οποίο οι παραπονούμενοι ανέφεραν εξαρχής και οι δύο στις καταθέσεις τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μετά το σπρώξιμο από τον Κατηγορούμενο στον Παύλο, ο Γιάννης απάντησε με γροθιά στο πρόσωπο του Κατηγορούμενου. Αυτό δέχεται και ο φίλος του Παύλος στην κατάθεση του όπου αναφέρει ρητώς πως "μόλις με έσπρωξε, ο Γιάννης του έδωσε μια γροθιά στο πρόσωπο και μετά πιαστήκαμε και οι τρεις στα χέρια". Ο δε Γιάννης στη δική του κατάθεση αποφεύγει να παραδεχθεί ότι απάντησε με γροθιά. Λέγει μόνον ότι έσπρωξε και ο ίδιος τον Κατηγορούμενο και άρχισαν και οι τρεις να δέρνονται. Δεν δέχομαι λοιπόν πως ο Γιάννης περιγράφει την πραγματικότητα όταν λέγει πως απλώς έσπρωξε πίσω τον Κατηγορούμενο. Κρίνω πως την πραγματικότητα περιγράφει ο Παύλος. Πάντως είναι γεγονός πως μετά το σπρώξιμο από τον Κατηγορούμενο και την γροθιά από τον Γιάννη ξεκίνησε πλέον ο καβγάς. Η Στέφανη δεν είδε πολλές λεπτομέρειες από τη φάση αυτή και δικαιολογημένα δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει και στο Δικαστήριο. Ο λόγος ήταν πως αμέσως μετά τη γροθιά πήρε τηλέφωνο την μητέρα της για να την ενημερώσει. Μάλιστα, όπως εξήγησε προφορικά, δεν μπορούσε να αναφέρει λεπτομέρειες επειδή για αρκετή ώρα η ίδια ήταν έξω και απλά είδε και τους τρεις να τσακώνονται. Όπως είπε στην αρχή της κυρίως εξέτασης της, μετά που τελείωσε το τηλεφώνημα της τους είδε να μαλλώνουν. Στην κατάθεση της είχε προσθέσει πως κάποια στιγμή προσπάθησε να τους χωρίσει αλλά επειδή είδε αίματα έκανε πίσω. Αυτό πρέπει λογικά να ήταν προς το τέλος του επεισοδίου αφού και οι άλλοι τρεις συμφωνούν πως όταν αντιλήφθηκαν αίματα στον Κατηγορούμενο σταμάτησαν τον καβγά. Όπως αναφέρει ο Παύλος, κάποια στιγμή ο Κατηγορούμενος ήταν στο πάτωμα και όταν σηκώστηκε είδαν αίματα στο κεφάλι του και σταμάτησε να παλεύει. Η περιγραφή αυτή δεν αναιρεί ούτε αποκλείει την αναφορά του ίδιου του Κατηγορούμενου ότι ενώ ήταν στο έδαφος στην τελευταία φάση είπε στους άλλους, δύο φορές να τον αφήσουν και σταμάτησαν. Αντιθέτως ενισχύει και τον Παύλο ότι μετά από αυτή τη στιγμή, που σηκώστηκε ο Κατηγορούμενος, δεν υπήρξαν άλλα κτυπήματα. Όσον αφορά το τι έγινε στο ενδιάμεσο είναι γεγονός πως ο Γιάννης και ο Παύλος στις καταθέσεις τους δεν αναφέρονται σε λεπτομέρειες. Προφορικά απλώς προσπάθησαν να τονίσουν ότι τους κτυπούσε και ο Κατηγορούμενος με γροθιές και κλωτσιές στα πόδια τους, πράγμα που γενικά δεν είχε αρνηθεί ο Κατηγορούμενος. Αντιθέτως όμως, ο Κατηγορούμενος περιέγραψε με αρκετή λεπτομέρεια στην κατάθεση του τα διαδραματισθέντα μετά που ξεκίνησε ο καβγάς. Σ' αυτή δεν αρνήθηκε ούτε τα κτυπήματα που έδωσε ο ίδιος ούτε τις κλωτσιές. Θεωρώ πως η μαρτυρία του σ' αυτό το σημείο συνάδει με ένα επεισόδιο τέτοιας έκτασης, το οποίο διήρκεσε από 3 έως 5 λεπτά όπως συνάγεται από τη συνδυασμένη μαρτυρία όλων. Δέχομαι λοιπόν πως τα όσα περιγράφει με αρκετή λεπτομέρεια ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του για τα όσα διαδραματίστηκαν, μετά την αρχική γροθιά που δέχθηκε από τον Γιάννη, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αναφορά θα γίνει κατωτέρω. Είναι παραδεκτό πως μετά το επεισόδιο και οι τρεις εμπλεκόμενοι εξετάστηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ενώ ο Κατηγορούμενος επιπλέον την ίδια μέρα εξετάστηκε και από ιατρό του Αρεταίειου Νοσοκομείου. Από το Τεκμήριο 9 προκύπτει πως ο Γιάννης παρουσίαζε μώλωπα αριστερού μηρού και μικρό θλαστικό τραύμα αριστερής κνήμης. Οι σχετικές ακτινογραφίες δεν κατέδειξαν ο,τιδήποτε. Έγινε περιποίηση του τραύματος και εξήλθε του νοσοκομείου. Από το Τεκμήριο 8 προκύπτει για τον Παύλο ότι παρουσίαζε μώλωπες δεξιού γονάτου, αυχένος, ράχης και άλγος αυχένος και θωρακικής μοίρας σπονδυλικής στήλης. Οι σχετικές ακτινογραφίες επίσης δεν κατέδειξαν ο,τιδήποτε. Εξήλθε και αυτός του νοσοκομέιου αυθημερόν. Από το Τεκμήριο 18 προκύπτει για τον Κατηγορούμενο πως παρουσίαζε θλαστικά τραύματα προσθίας μέσης κρανιακής χώρας όπου έγινε συρραφή με 7 ραφές, θλαστικό τραύμα δεξιάς βρεγματικής χώρας όπου έγινε συρραφή με 3 ραφές και ινιακής χώρας με μια ραφή. Υπήρχεν εκχύμωση και οίδημα δεξιάς παρειάς. Ο ακτινολογικός έλεγχος κρανίου και γόνατος δεν έδειξε οποιεσδήποτε εμφανείς οστικές βλάβες. Για τον ίδιο, το πιστοποιητικό του Αρεταίειου (Τεκμήριο 19), πέραν των συρραφέντων τραυμάτων στο κεφάλι και το μώλωπα στο μάγουλο αναφέρεται σε αιμάρθρωση του δεξιού γονάτου. Η κατάσταση του Κατηγορούμενου μετά τα συμβάντα της ημέρας εκείνης, δηλαδή τον καβγά και το ατύχημα απεικονίζεται σύμφωνα με παραδεκτό γεγονός στις φωτογραφίες που λήφθηκαν την επόμενη μέρα (Τεκμήρια 11-17). Ο Κατηγορούμενος εξήγησε με πειστικό τρόπο πως, εκτός από το τραύμα στο γόνατο, όλα τα άλλα είχαν προέλθει από το επεισόδιο στο σπίτι της Στέφανης. Οι παραπονούμενοι με γενικότητα και αοριστία ισχυρίστηκαν ότι τα περισσότερα από τα τραύματα του Κατηγορούμενου οφείλονται στο ατύχημα που είχε και όχι σε κτυπήματα κατά τη διάρκεια του καβγά. Όμως από την άλλη δεν αρνήθηκαν ότι κατά τον καβγά είχε τραυματισμούς τέτοιους που γέμισαν με αίματα το πρόσωπο του Κατηγορούμενου, πράγμα που επιβεβαιώνει και η Στέφανη, ενώ παράλληλα ενισχύει και τη θέση του Παύλου ότι όταν σταμάτησαν οδήγησε τον Κατηγορούμενο στο μπάνιο και τον έπλυνε. Δέχομαι συνεπώς τη θέση του Κατηγορούμενου για το θέμα αυτό. Νομική πτυχή Εξετάζοντας τη νομική πτυχή της υπόθεσης πρέπει να πω ότι η Κατηγορούσα Αρχή προώθησε την υπόθεση της τόσο στη βάση του αρχικού σπρωξίματος από τον Κατηγορούμενο προς τον Παύλο, όσο και κυρίως στη βάση των κτυπημάτων και τραυμάτων που αυτός επέφερε στους δύο παραπονούμενους κατά τη διάρκεια του επεισοδίου. Εισηγήθηκε μάλιστα πως ακόμα και αν δεν εγίνετο δεκτό ότι πρώτος ο Κατηγορούμενος έσπρωξε, τα υπόλοιπα κτυπήματα που κατάφερε εναντίον των άλλων συνιστούσαν επίθεση αφού δεν εμπίπτουν στα όρια της αυτοάμυνας. Αντιθέτως ο Κατηγορούμενος πέραν της άρνησης του για το αρχικό σπρώξιμο, εισηγήθηκε πως όλες οι άλλες ενέργειες του ευρίσκοντο στα όρια της αυτοάμυνας. Προέχει κατά τη γνώμη μου η εξέταση αυτής της εισήγησης του Κατηγορούμενου, πριν από ο,τιδήποτε άλλο. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθ. Μαραγκός V. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.251, η άμυνα δεν αποτελεί υπεράσπιση με την αυστηρή έννοια του όρου. Η άμυνα είναι δικαίωμα που καθιστά τη χρήση βίας για αποτροπή επίθεσης υπό ορισμένες προϋποθέσεις νόμιμη. Η αμυντική πράξη υπό τέτοιες συνθήκες δεν είναι ποινικά κολάσιμη. Με την έγερση ενός τέτοιου θέματος ο Κατηγορούμενος δεν αναλαμβάνει το παραμικρό βάρος απόδειξης. Είναι πλέον ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής να εξουδετερώσει το ενδεχόμενο ο Κατηγορούμενος να αμύνθηκε για να παρεμποδίσει την απειλούμενη σε βάρος του βιαιοπραγία. Όσον αφορά τα όρια της άμυνας η βασική αρχή είναι πως ο αμυνόμενος θα πρέπει να χρησιμοποίησε την ευλόγως αναγκαία βία υπό τις περιστάσεις για να αποτρέψει μεγαλύτερο και άλλως αναπόφευκτο κακό. Εκτός από την υπόθ. Μαραγκός (ανωτέρω) σχετικές είναι και οι υποθ. Miliotis V. The police
(1971)2 CLR 292, Maifoshis V. The Police
(1976)2 C.L.R.9, Νικολάου V. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.482, Δημακόπουλος V. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.170 και Verkhvia V. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 110/06 και 108/06, ημερ. 13.2.08. Κλασική θεωρείται η υπ. Palmer V. R.
(1971)55 Cr. App. R. 223, στην οποίαν και παραπέμπουν αρκετές από τις πιο πάνω αποφάσεις. Από την υπόθ. Palmer προκύπτουν οι εξής αρχές:
- i)Προκύπτει τόσο από το νόμο όσο και από τη κοινή λογική πως κάποιος που δέχεται επίθεση έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Πρόσωπο που ευρίσκεται σε τέτοια κατάσταση έχει το δικαίωμα να πράξει μόνον ότι είναι ευλόγως αναγκαίο, αλλά τα πάντα εξαρτώνται από τα συγκεκριμένα γεγονότα και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.
- ii)Ενδεχομένως σε ορισμένες περιπτώσεις επίθεσης να είναι λογικό και δυνατό να γίνει μόνον κάποια αποτρεπτική ενέργεια. Κάποιες επιθέσεις μπορεί να είναι σοβαρές και επικίνδυνες, ενώ άλλες μπορεί να μην είναι. Εάν υπάρχει κάποια σχετικώς ελαφρά επίθεση δεν είναι λογικό να υπάρξουν πράξεις αντεκδίκησης οι οποίες είναι εντελώς δυσανάλογες προς τις ανάγκες της περίστασης. iii) Εάν όμως η επίθεση είναι σοβαρή κατά τρόπον που θέτει κάποιον σε άμεσο κίνδυνο τότε άμεσες πράξεις προς υπεράσπιση δυνατόν να είναι αναγκαίες. Εάν η στιγμή είναι κρίσιμη για κάποιον σε επικείμενο κίνδυνο, τότε αυτός πρέπει να αποφύγει τον κίνδυνο με κάποια άμεση αντίδραση.
- iv)Εάν η επίθεση έχει τελειώσει και δεν παραμένει κάποιος κίνδυνος, τότε η άσκηση βίας πιθανόν να είναι υπό μορφήν εκδίκησης ή τιμωρίας ή υπό μορφή πληρωμής με το ίδιο νόμισμα ή μπορεί να είναι καθαρή επίθεση, χωρίς να υπάρχει πλέον διασύνδεση με την κατάσταση άμυνας.
- v)Εάν υπήρξε επίθεση που καθιστούσε την άμυνα ευλόγως αναγκαία θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν πως το πρόσωπο που αμύνεται δεν είναι σε θέση να ζυγίσει με λεπτομέρεια το ακριβές μέτρο της αναγκαίας υπερασπιστικής του ενέργειας.
- vi)Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι σε μια στιγμή απρόσμενης αγωνίας ο αμυνόμενος έπραξε μόνον ότι εντίμως και ενστικτωδώς πίστευε ως αναγκαίο, τότε αυτό θα ήταν η πιο ισχυρή μαρτυρία ότι χρησιμοποιήθηκε μόνον εύλογη αμυντική ενέργεια. Η δε υπεράσπιση αυτή αποτυγχάνει μόνον όταν η Κατηγορούσα Αρχή αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι πράξεις του Κατηγορούμενου υπερέβαιναν τα όρια της αυτοάμυνας. Όπως αναφέρεται και στην υπ. Νικολάου (ανωτέρω) η λογική αντίληψη των πραγμάτων από τον Κατηγορούμενο κατά τη δεδομένη στιγμή συνεκτιμάται με όλα τα άλλα στοιχεία για να αποφασισθεί αν ήταν ευλόγως αναγκαίες οι δικές του ενέργειες και όχι για να υποκαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου. Ερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας είναι προφανές πως η ενέργεια του Κατηγορούμενου να σπρώξει τον Παύλο συνιστούσε μια απλή επίθεση χωρίς οποιαδήποτε σωματική βλάβη ή κίνδυνο. Οποιαδήποτε πράξη αποτροπής του σπρωξίματος ή έστω ένα σπρώξιμο πίσω θα μπορούσε να θεωρηθεί ίσως ως πράξη ανάλογης βίας. Πλην όμως η γροθιά από τον Γιάννη και ιδιαίτερα τα όσα επακολούθησαν, δηλαδή τα από κοινού κτυπήματα με τα χέρια, τα πόδια και διάφορα αντικείμενα σαφώς υπερέβαιναν τα όρια της άμυνας του Παύλου και του Γιάννη προς το σπρώξιμο που δέχθηκε ο Παύλος. Ήταν στην πραγματικότητα μια πράξη αντεκδίκησης και καθαρής βίας εναντίον του Κατηγορούμενου, η οποία συνιστούσε μια νέα επίθεση. Το ερώτημα είναι κατά πόσον ο Κατηγορούμενος, αμυνόμενος σ' αυτή την ομαδική επίθεση από δυο μανιασμένους νεαρούς υπερέβη τα όρια της δικής του αυτοάμυνας. Έχω εξετάσει με προσοχή τα γεγονότα όπως έχουν γίνει δεκτά προηγουμένως και πρέπει να πω πως δεν συμφωνώ ότι υπήρξε τέτοια υπέρβαση. Ο Κατηγορούμενος είχε να αντιμετωπίσει και τους δύο οι οποίοι τον κτυπούσαν με γροθιές και κλωτσιές και παρότι ο ίδιος οπισθοχωρούσε καλύπτοντας το πρόσωπο του αυτοί δεν σταματούσαν. Ο Κατηγορούμενος κατάφερε υφιστάμενος αυτή την επίθεση να δώσει μια κλωτσιά στον Γιάννη προσπαθώντας να τον αποτρέψει από το να τον κτυπά. Ενώ προσπαθούσε να αποτρέψει και τον Παύλο από το να κτυπά είδε τον Γιάννη να παίρνει ένα βάζο με το οποίο τον κτύπησε στο κεφάλι. Παρότι ζαλίστηκε δεν σταμάτησαν να τον κτυπούν μέχρι που έπεσαν όλοι στο πάτωμα. Ακόμα και εκεί όταν σηκώστηκαν οι δύο συνέχισαν να τον κτυπούν στο κεφάλι ενόσω ο Κατηγορούμενος ήταν ακόμα στο πάτωμα, αλλά και εν συνεχεία όταν κατάφερε να σηκωστεί και ο ίδιος. Πέτυχε τότε να δώσει μια κλωτσιά στον Παύλο, αλλά αμέσως τον κτύπησε με κηροπήγιο στο κεφάλι ο Γιάννης, όταν τον κρατούσε από πίσω ο Παύλος και αφού απέφυγε να τον αποτρέψει με τη γροθιά που του είχε δώσει. Το όλο επεισόδιο έληξε μόνον όταν ο ίδιος αδύναμος έπεσε στο πάτωμα και οι άλλοι δύο είδαν τα αίματα στο κεφάλι και στο πρόσωπο του. Θεωρώ πως όλες οι ενέργειες του Κατηγορούμενου δεν ήταν αποστασιοποιημένες χρονικά και τοπικά από τα κτυπήματα και την επίθεση που δεχόταν πλέον ο ίδιος. Ο Κατηγορούμενος είχε κάθε δικαίωμα να προστατεύσει τον εαυτό του από τα κτυπήματα που δεχόταν συνεχώς, ιδιαίτερα όταν έβλεπε πως οι άλλοι δύο δεν σταματούσαν με τίποτε, παρότι είχαν την ευκαιρία σε αρκετές περιπτώσεις. Δικαιολογημένα ο Κατηγορούμενος σχημάτισε την εντύπωση πως δεν θα σταματούσαν εκτός αν τους απέτρεπε με δικά του κτυπήματα. Πρέπει δε να ληφθεί υπόψιν πως οι παραπονούμενοι χρησιμοποίησαν και αντικείμενα του σπιτιού, με τα οποία προφανώς έγιναν και τα πιο επικίνδυνα και σοβαρά κτυπήματα που επέφεραν και τα σοβαρά τραύματα στο κεφάλι του και μπορούσαν να έχουν και σοβαρότερες συνέπειες χωρίς την κάποια αντίσταση του Κατηγορούμενου. Καταλήγω λοιπόν πως το είδος και η έκταση της αντεπίθεσης των δύο παραπονουμένων καθιστούσε ευλόγως αναγκαία την άμυνα από πλευράς Κατηγορούμενου και κατά συνέπειαν και την όποια βία χρησιμοποίησε ο ίδιος, για την οποίαν κρίνω πως δεν υπερέβη σε κανένα στάδιο το ευλόγως αναγκαίο. Σίγουρα οι πράξεις του Κατηγορούμενου δεν μπορούσαν να ζυγίζονται με περισσότερη λεπτομέρεια στα πλαίσια μιας τέτοιας αντεπίθεσης. Έχω πειστεί πως αμυνόμενος έπραξε μόνον ότι εντίμως, ενστικτωδώς και υπό την αγωνία της στιγμής πίστευε ως ευλόγως αναγκαίο για να αποτρέψει άλλο μεγαλύτερο κακό. Η πιο πάνω κατάληξη μου επηρεάζει αναπόφευκτα τις υφιστάμενες κατηγορίες 1 και 2 αφού για την 1η κατηγορία έχει καταδειχθεί μόνον το στοιχείο της επίθεσης με το αρχικό σπρώξιμο στον Παύλο χωρίς όμως πρόκληση οποιασδήποτε πραγματικής σωματικής βλάβης, ενώ για την 2η κατηγορία που αφορά την επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη στον Γιάννη δεν έχει αποδειχθεί οποιοδήποτε συστατικό της στοιχείο. Σύμφωνα με το άρθρο 85
(4)της Ποινικής Δικονομίας όπως έχει ερμηνευθεί στην υπόθ. Λουκά V. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 64 εάν κατά το τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι με την υπάρχουσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος έχει διαπράξει αδίκημα το οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται στο κατηγορητήριο και για το οποίο: (
- i)Δεν μπορεί να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου (
- ii)Καταδικαζόμενος σ' αυτό ο Κατηγορούμενος δεν θα υπέκειτο σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης των υφιστάμενων αδικημάτων και (iii) Ο Κατηγορούμενος δεν θα επηρεάζετο δυσμενώς στην υπεράσπιση του τότε το δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη κατηγορίας και αποφασίζει επ' αυτής ως εάν αυτή αποτελούσε μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου. Έχω ήδη αναφέρει πως από τη μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή καταδεικνύεται η διάπραξη του αδικήματος της κοινής επίθεσης από τον Κατηγορούμενο δια του σπρωξίματος προς τον Παύλο. Πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου Π.Κ.242 για το οποίο προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή πρόστιμο μέχρι €1708, σε αντίθεση με τα υφιστάμενα αδικήματα για τα οποία με βάση το Π.Κ.243 προβλέπεται φυλάκιση μέχρι 3 ετών. Περαιτέρω δεν τίθεται θέμα δυσμενούς επηρεασμού του Κατηγορούμενου δεδομένου ότι το στοιχείο της επίθεσης είναι κοινό και στα δύο αδικήματα και ο Κατηγορούμενος προέβαλε την υπεράσπιση του και για το θέμα αυτό, το οποίο αποτελούσε μέρος της γραμμής της Κατηγορούσας Αρχής. Ως εκ τούτου ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια διατάσσεται η προσθήκη τρίτης κατηγορίας ως εξής: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Κατηγορία 3 Κοινή επίθεση κατά παράβαση του άρθρου 242 του Π.Κ. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ Ο Κατηγορούμενος στις 16.1.07 στην Παλλουριώτισσα της Λευκωσίας επιτέθηκε εναντίον του Παύλου Σταύρου από την Αγλαντζιά, δηλαδή τον έσπρωξε. Με βάση τα πιο πάνω ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία 3 στην οποία και καταδικάζεται, ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1 και 2. (Υπ) ........... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο