Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Θεόδωρος Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής: 654/2009, 6 Νοεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 654/2009 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Και Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 6 Νοεμβρίου 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ναθαναήλ. Για Κατηγορούμενο: κ. Ντορζής. Κατηγορούμενος Παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του στις κατηγορίες 3, 6, 9 οι οποίες αφορούν πλαστογραφίες εγγράφων και στις κατηγορίες 5, 8 και 11 οι οποίες αφορούν κυκλοφορίες πλαστών εγγράφων. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο και τα εκτεθέντα γεγονότα ο Κατηγορούμενος κατά το Φεβρουάριο του 2004 ήταν ο Κοινοτάρχης της Κοινότητας Αγίου Επιφανείου, καθώς και ο Γραμματέας της Σ.Π.Ε. Αγίου Επιφανείου. Υπό την ιδιότητα του ως Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβούλιου ήταν ο απόλυτος διαχειριστής των χρημάτων και των τραπεζικών λογαριασμών του Συμβουλίου. Περί τις αρχές του 2004 αντιλήφθηκε ότι είχε κάποιο έλλειμμα στους λογαριασμούς του. Έτσι ο Κατηγορούμενος κατήρτισε τα τρία πλαστά έγγραφα που αναφέρονται στις κατηγορίες 3, 6 και 9, μεταξύ των ημερομηνιών 1ης και 26ης Φεβρουαρίου
- Ειδικότερα κατήρτισε τρία πλαστά έγγραφα με σκοπό την καταδολίευση, δηλαδή κατήρτισε έγγραφα εμφανιζόμενα ως βεβαιώσεις της Σ.Π.Ε. Αγ.Επιφανείου υπ' αρ. 749, 750 και 752 ημερ. 26.2.04 με τις οποίες βεβαιώνετο ποια ήταν τα υπόλοιπα των τραπεζικών λογαριασμών του Κοινοτικού Συμβουλίου στην Σ.Π.Ε. κατά τις 31.12.02, 31.12.03 και 31.12.04, ενώ γνώριζε ότι οι πιο πάνω βεβαιώσεις δεν ανταποκρίνοντο στην πραγματικότητα. Τις τρεις αυτές βεβαιώσεις ο Κατηγορούμενος παρέδωσε τον Φεβρουάριο του 2004 στους Ελεγκτές εκπροσώπους του Γενικού Ελεγκτή στα πλαίσια έκτακτου ελέγχου. Ειδικότερα οι βεβαιώσεις για το 2002 έδειχναν ότι το υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού όψεως ήταν £45.626 πιστωτικό ενώ στην πραγματικότητα ήταν £23.665.85 χρεωστικό (3η κατηγορία), για το 2003 ότι ήταν £44.399 πιστωτικό, ενώ στην πραγματικότητα ήταν £21.851,50 χρεωστικό (6η κατηγορία) και για το 2004 έδειχνε £1300,80 ως υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού και £50.369 ως πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού όψεως, ενώ στην πραγματικότητα υπήρχε έλλειμμα £3.312,
- Στις κοινοτικές εκλογές του 2006 ο Κατηγορούμενος δεν επανεξελέγη κοινοτάρχης. Πριν την ανάληψη των καθηκόντων του ο νεοεκλεγείς τότε Κοινοτάρχης απαίτησε να γίνει έλεγχος των βιβλίων, πράγμα που ξεκίνησε στις αρχές του
- Στα πλαίσια αυτού του ελέγχου σε επιστολή του Γενικού Ελεγκτή προς τον Γενικόν Εισαγγελέα, συνοδευόμενης από σχετική έκθεση ανάφερε ότι οι λογαριασμοί του Κοινοτικού Συμβουλίου παρουσίαζαν κάποια προβλήματα και δεν ανταποκρίνοντο στην πραγματικότητα. Από τις αστυνομικές εξετάσεις διαπιστώθηκαν τα αδικήματα των κατηγοριών που εκδικάζονται. Όταν ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων αυτών. Δεν έχει προηγούμενες καταδίκες. Κατά την αγόρευση προς μετριασμό της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος του προέβαλε πως το έλλειμμα στις 23.2.04 ήταν £70.903,31 και πως ο Κατηγορούμενος το επέστρεψε σταδιακά, για να μη γίνει αντιληπτός, πριν το τέλος του 2004 και πολύ πριν ξεκινήσει ο έλεγχος του 2007, αφού φρόντισε να πωλήσει χωράφι του. Η θέση του αυτή δεν αντικρούστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και τη δέχομαι. Σε άλλους αναφερθέντες ελαφρυντικούς παράγοντες θα γίνει αναφορά κατωτέρω. Νομική πτυχή Για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου προβλέπεται στο Π.Κ.335 ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη, τηρουμένης πάντοτε της εξουσίας του εκδικάζοντος δικαστηρίου να επιβάλει και χρηματική ποινή μέχρι το όριο της δικαιοδοσίας του, που στην παρούσα περίπτωση είναι μέχρι €85.430 (Π.Κ.29 και άρθρο 24 του Ν.14/60). Η προβλεπόμενη στο νόμο ποινή αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή που θα επιβάλει (Λεβέντης V. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Γενικά τα αδικήματα πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων παρουσιάζονται πολύ συχνά ενώπιον των δικαστηρίων και ως προς το γεγονός αυτό λαμβάνω δικαστική γνώση (Γρηγορίου κ.α. V. Δημοκρατίας
(2003)7104). Αρκεί να αναφέρω πως αποτελεί πλέον εξαίρεση η δικάσιμος στην οποίαν δεν υπάρχει στο πινάκιο έστω και μια υπόθεση με πλαστογραφία κάποιου είδους. Το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε σε αρκετές αποφάσεις του πως τα αδικήματα πλαστογραφίας ευρίσκονται σε έξαρση και πως οι ποινές πρέπει να έχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα. Παραπέμπω ενδεικτικά στην υπ. Ευαγγέλου V. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 72 όπου για την πλαστογραφία μιας κατάστασης εξοπλισμού και τη μετατροπή της σε δήλωση μεταβίβασης μετοχών έναντι ποσού £16.000 επιβλήθηκε (μετά από ακρόαση) ποινή φυλάκισης ενός έτους σε πρόσωπο με λευκό ποινικό μητρώο, χαρακτηρίζοντας την μάλιστα και ως επιεική. Στην υπ. Χαραλαμπίδη V. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.330 για πλαστογραφίες, κυκλοφορίες και απόσπαση χρημάτων μέσω ειδικών ψηφισμάτων εταιρείας επιβλήθηκαν (επίσης μετά από ακρόαση) ποινές φυλάκισης 15 μηνών σε πρόσωπο λευκού μητρώου και αφού συνεκτιμήθηκε η καθυστέρηση στην εκδίκαση. Πιο πρόσφατα στην υπ. Γερμανού V. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 189/08 ημερ. 23.2.09 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για κυκλοφορία πλαστογραφημένου πιστοποιητικού επιτυχίας σε εξετάσεις ξένης γλώσσας η οποία επιβλήθηκε σε πυροσβέστη με λευκό μητρώο, που θα είχε συνέπειες και στην εργασία του, (επίσης μετά από ακρόαση). Στην παρούσα περίπτωση ο Κατηγορούμενος δεν ήταν οποιοδήποτε τυχαίο πρόσωπο. Ήταν ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου, ο Κοινοτάρχης και δεν είναι καθόλου τυχαίο που τέτοιοι αξιωματούχοι εντάσσονται από τον Ποινικό Κώδικα στην έννοια του δημόσιου λειτουργού (Π.Κ.4). Ο ίδιος ο συνήγορος του τον απεκάλεσε ως απόλυτο διαχειριστή των χρημάτων του Συμβουλίου. Είναι πρόσωπο το οποίο υπό την ιδιότητα του, ασκούσε δημόσια εξουσία και διαχειρίζετο δημόσιο χρήμα και έγγραφα. Ο νομοθέτης, η πολιτεία και η κοινωνία απαιτούν από τέτοια πρόσωπα να είναι νομοταγείς και να έχουν υψηλό αίσθημα ευθύνης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Ο Κατηγορούμενος απέτυχε να ανταποκριθεί σ' αυτή την απαίτηση. Ως απόλυτος διαχειριστής των οικονομικών του Συμβουλίου διαπίστωσε το 2004 πως από τη δική του διαχείριση υπήρχε έλλειμμα περίπου £70.000. Θα μπορούσε είτε να διορθώσει τα πράγματα ανακαλύπτοντας το πρόβλημα είτε να φανεί ειλικρινής και να δηλώσει την πραγματική κατάσταση στα άλλα μέλη του Συμβουλίου και στους ελεγκτές. Αντί τούτου προτίμησε να εξαπατήσει τους πάντες κατασκευάζοντας τρία ψεύτικα έγγραφα παρουσιάζοντας ότι υπήρχαν στους λογαριασμούς χρήματα τα οποία γνώριζε πως δεν υπήρχαν. Ο Κατηγορούμενος τιμωρείται ακριβώς για αυτή του την πρόθεση και τελικά καταδολίευση των ελεγκτών. Παρά την ανάγκη για επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής το καθήκον για εξατομίκευση της ούτως ώστε να αρμόζει στις συνθήκες που τον αφορούν δεν ατονεί, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων (Γεν. Εισ. V. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ.267). Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 60 ετών και έχει λευκό ποινικό μητρώο, πράγμα που του επιτρέπει να έχει καλύτερη απαίτηση για επιείκεια, σε αντίθεση με πρόσωπα που βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες (Αντάρτης V. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ.138). Όταν κατηγορήθηκε από τις Αστυνομικές Αρχές παραδέχθηκε, αλλά στο Δικαστήριο δεν παραδέχθηκε από την αρχή. Εντούτοις όμως στην πρώτη δικάσιμο για ακρόαση παραδέχθηκε, πράγμα που αναμφίβολα διασώζει πολύτιμο δικαστικό χρόνο και έξοδα. Θεωρώ ότι η παραδοχή έγινε σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας και έχει σημασία κατά την επιμέτρηση, αλλά από την άλλη πρέπει να παρατηρήσω πως η υπόθεση εξιχνιάστηκε μόνο μετά από ενέργειες άλλων, όπως του νέου Κοινοτάρχη, του Γενικού Ελεγκτή, του Γενικού Εισαγγελέα και της Αστυνομίας. Ο ίδιος αναπλήρωσε το έλλειμμα σταδιακά μέσα σε διάστημα 10 μηνών, μέχρι το τέλος του 2004, ελπίζοντας πως δεν θα αποκαλύπτετο η εγκληματική του δραστηριότητα. Δέχομαι την εισήγηση πως όπως και στην υπ. Καλαθά V. Aστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.658 η ταυτότητα του κατηγορούμενου ως δράστη ήταν πάντοτε δεδομένη και ότι ως εκ τούτου από τη στιγμή που θα ετίθετο ζήτημα δεν θα μπορούσε να αποφύγει τις ευθύνες του, ότι απέβλεπε και αυτός σε προσωρινό πλεονέκτημα (όχι χρηματικό όφελος προσωπικό) και ότι τελικά δεν άφησε οικονομική εκκρεμότητα στο Συμβούλιο, πλην όμως η υπόθεση διακρίνεται στην κρίση μου αφενός όσον αφορά την ιδιότητα του παρόντος Κατηγορούμενου και τη μη δυνατότητα αναγνώρισης τέτοιου είδους χαλαρότητας όπως αναγνωρίστηκε σε μια ιδιωτική υπόθεση με εμπλεκόμενο ποσό £8.000 (υπ. Καλαθά, ανωτέρω) και αφετέρου κατά το ότι ο Κατηγορούμενος εδώ απεκόμισε άλλο όφελος, δηλαδή την μη αποκάλυψη του ελλείμματος και της τυχόν λανθασμένης διαχείρισης. Απέφυγε έτσι τον κίνδυνο τυχόν συνεπειών. Είναι θέμα κοινής λογικής πως αυτό του επέτρεψε να είναι ξανά υποψήφιος στις εκλογές του 2006. Ο ευπαίδευτος συνήγορος επέμεινε πως ο Κατηγορούμενος δεν είχε οικονομικό όφελος από τη δραστηριότητα του και υπ' αυτή την έννοια έχει δίκαιο και πρέπει να επαναλάβω πως δεν κατηγορείται ούτε για κλοπή ούτε για απόσπαση χρημάτων. Το έλλειμμα όμως δημιουργήθηκε κατά τη δική του αποκλειστική διαχείριση και ακριβώς η απόκρυψη του ήταν το κίνητρο για τα αδικήματα που διέπραξε, πράγμα ασυμβίβαστο με την ιδιότητα του. Λαμβάνω δε υπόψιν πως πώλησε δική του περιουσία για να καλύψει αυτό το έλλειμμα, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι αναγνώρισε πως ήταν αποτέλεσμα της δικής του διαχείρισης ή έστω ανέλαβε την ευθύνη του. Έχω τη γνώμη πως η κάλυψη του ελλείμματος δεν συνδέεται άμεσα με τα αδικήματα της πλαστογραφίας και ότι αν ατυχώς επιδιώκετο τέτοια σύνδεση στην παρούσα θα είχε μηδαμινή σημασία (υπ. Γεν. Εισ. V. Μαλέκκου
(2003)2 Α.Α.Δ.50). Την θεωρώ όμως ως επίδειξη ορθής συμπεριφοράς από τον Κατηγορούμενο μη σχετιζόμενη με τα αδικήματα της πλαστογραφίας, πράγμα που αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα, αφού αναγνωρίζοντας την ευθύνη του στη διαχείριση των λογαριασμών αποκατέστησε το Συμβούλιο στη θέση που θα ήταν υπό κανονικές συνθήκες (υπ. Σαντζιής V. Δημοκρατίας
(2003)2Α.Α.Δ.424). Έχω επίσης υπόψιν τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις. Ο Κατηγορούμενος είναι νυμφευμένος και έχει 2 παιδιά παντρεμένα και μια κόρη ανύπαντρη η οποία είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Η τελευταία έχει απόλυτη ανάγκη την οικονομική στήριξη του για να αποπερατώσει τις σπουδές της. Έχει μάλιστα δεσμό και θα αρραβωνιάζετο υπό άλλες περιστάσεις, αλλά τα μελλοντικά πεθερικά της δεν συναινούν στην ανακοίνωση του αρραβώνα λόγω της εκκρεμότητας που έχει με τη δικαιοσύνη ο πατέρας της. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος υπήρξε για 20 χρόνια μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου, για 12 χρόνια Κοινοτάρχης και για 25 χρόνια Γραμματέας της Σ.Π.Ε., θέση από την οποίαν σταμάτησε ντροπιασμένος με οικονομικές απώλειες λόγω απώλειας της έμμισθης αυτής θέσης. Ο ίδιος νιώθει ότι καταστράφηκε η υπόσταση και η αξιοπρέπεια του και από πρώτος του χωριού έγινεν ο τελευταίος. Μάλιστα αναφέρθηκε πως έχει αυτοκαταστροφικές τάσεις (τάσεις αυτοκτονίας). Τα προηγηθέντα λαμβάνονται υπόψιν και συνεκτιμούνται. Όμως οι προσωπικές περιστάσεις ενός Κατηγορούμενου είναι ήσσονος σημασίας σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής (υπ. Γεν. Εισαγγελέας. V. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ.331). Το ίδιο ισχύει και για τις επιπτώσεις τυχόν φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου. Συγκαταλέγονται μεν μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, αλλά δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (υπ. Domotov κ.α. V. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.328). Οι δε οικονομικές επιπτώσεις από τυχόν φυλάκιση δεν συνιστούν ελαφρυντικό παράγοντα (υπ. Κάττος V. Αστύνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ.195). Προβλήθηκαν όμως και ζητήματα υγείας του Κατηγορούμενου. Όπως αναφέρθηκε πάσχει από αρτηριακή υπέρταση και σακχαρώδη διαβήτη. Σύμφωνα με ιατρικό πιστοποιητικό του Δρος Μικελλίδη ο Κατηγορούμενος πάσχει και από αγχώδη συνδρομή με μελαγχολικά στοιχεία. Έχει έντονες ιδίες αυτομομφής και αυτοκαταστροφικές τάσεις. Ο εν λόγω ιατρός προχωρεί λέγοντας πως τυχόν αυστηρή τιμωρία του θα έχει καταστροφικές επιπτώσεις στην ψυχική του υγεία. Υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικά με τα θέματα υγείας. Σε ορισμένες από αυτές σοβαρότερα προβλήματα όπως τα καρδιακά δεν αποτέλεσαν λόγο για ακύρωση της φυλάκισης (βλ. Landou V. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 178, Hadavand V. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.359). Στην Γεωργίου άλλως Κακής V. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ.162 ο εφεσείων έπασχε από διαβήτη, χρόνια βρογχίτιδα, παροξυσμική αρρυθμία, είχε πέτρες στα νεφρά και ο θεράπων ιατρός είχε γνωματεύσει ότι η φυλάκιση του θα επιδείνωνε την υγεία του. Δεν είχε όμως διαπιστωθεί επιδείνωση που να δικαιολογούσε μείωση της ποινής, στις φυλακές τύγχανε της αναγκαίας περίθαλψης και η έφεση του απορρίφθηκε. Στην υπόθεση El Kara V. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ.239 οι συνέπειες εγκεφαλικού επεισοδίου, η νεφρική ανεπάρκεια, η υπέρταση και το πρόβλημα όρασης κρίθηκαν ως χρόνιες καταστάσεις ενώ η λοίμωξη αναπνευστικού και η φλεγμονή στομάχου αντιμετωπίζοντο με κατάλληλη θεραπεία στις φυλακές και η έφεση απορρίφθηκε. Στην παρούσα περίπτωση παρατηρώ πως η άποψη του ειδικού ιατρού (Μικελλίδη) δεν συνδέεται ειδικά με τις επιπτώσεις τυχόν φυλάκισης αλλά γενικά με την περίπτωση αυστηρής ποινής. Ούτως ή άλλως όμως τα προβλήματα υγείας ως στοιχείο των προσωπικών περιστάσεων λαμβάνονται υπόψιν και έχουν τη σημασία τους στο μέγεθος οποιασδήποτε ποινής επιλεγεί. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ψυχολογικά αλλά και ψυχιατρικά προβλήματα και ίσως στην περίπτωση φυλάκισης του να χρήζει ανάλογης υποστήριξης και περίθαλψης. Είμαι σίγουρος πως σε τέτοια περίπτωση οι αρχές των Φυλακών θα παράσχουν κάθε δυνατή ιατρική φροντίδα (υπ. Γεν. Εισ. V. Περατικός
(1997)2 Α.Α.Δ.373 και Φραντζίδης V. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ.77). Γενικά όμως η κατάσταση της υγείας του δεν είναι τέτοια που να αποκλείει εκ προοιμίου την επιλογή ποινής φυλάκισης. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω καταλήγω πως η μόνη αρμόζουσα ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αυτή της φυλάκισης, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι τέτοια ποινή επιβάλλεται μόνον όπου άλλου είδους ποινή κρίνεται ακατάλληλη. Κρίνω κατάλληλες και επιβάλλω στις κατηγορίες 3, 5, 6, 8, 9, και 11 ποινές φυλάκισης 12 μηνών στην κάθε κατηγορία. Οι ποινές να συντρέχουν. Έχω εξετάσει και το αίτημα για αναστολή υπό το φως των ομολογουμένως ελαστικότερων διατάξεων του Ν.186
(1)/03. Σύμφωνα με την υπ. Τραλαλάς V. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.323 η αναστολή δεν παύει να είναι έργο του Δικαστηρίου στη βάση όλων των περιστάσεων που αφορούν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα. Ο Κατηγορούμενος αδιαφόρησε εντελώς για τη θέση και την ευθύνη που είχε. Επέλεξε να καταδολιεύσει όσον αφορά τα έτη 2002-2004 άλλα πρόσωπα που ήταν επιφορτισμένα ακριβώς με το καθήκον ελέγχου της οικονομικής κατάστασης ενός Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Όλοι οι παράγοντες που προσμετρούσαν υπέρ του λήφθηκαν υπόψιν στο ύψος της ποινής, η οποία θεωρώ πως είναι επαρκώς μειωμένη σε σχέση με την 3ετή φυλάκιση που προνοεί ο νόμος (βλ. υπ. Γεν. Εισ. V. Χαραλαμπίδη, Ποιν. Έφ. 53/09, ημ. 8.10.09). Δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο θα δικαιολογείτο η αναστολή και το αίτημα απορρίπτεται. Νοείται ότι στις φυλακές θα του παρασχεθεί κάθε αναγκαία ιατρική φροντίδα. Τα τεκμήρια κατάσχονται προς καταστροφή από την Αστυνομία. Έξοδα €15 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ........... Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /E.X. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο