Αστυνομικό Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μόνικα ΧΡΙΣΤΟΦΗ, Αρ. Υπόθεσης: 28932/07, 9 Νοεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον:. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 28932/07 Αστυνομικό Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μόνικα ΧΡΙΣΤΟΦΗ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 9 Νοεμβρίου 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ. Θεμιστοκλέους (για να ακούσει απόφαση η κα Κακούρη) Για την Κατηγορουμένη: Παρούσα η ίδια προσωπικά Α Π Ο Φ Α Σ Η EX TEMPORE Στις 9.6.2006 στη συμβολή της Λεωφόρου Αρχαγγέλου με τη Λεωφόρο Μακεδονιτίσσης, στη Λευκωσία συνέβηκε δυστύχημα, μεταξύ των οχημάτων ΗΕΖ223 το οποίο οδηγείτο από την Κατηγορουμένη και του οχήματος ΚΕΕ148 το οποίο οδηγείτο από την Ελένη Συριβιανού. Για το δυστύχημα αυτό, η Κατηγορούμενη βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο κατηγορίες, σύμφωνα με το υπό εκδίκαση κατηγορητήριο. Οι κατηγορίες που αποδίδονται στην Κατηγορουμένη είναι σε σχέση με αμελή οδήγηση και η παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας, ότι δηλαδή δεν σταμάτησε το αυτοκίνητο της στα φώτα τροχαίας όταν το φως ήταν κόκκινο. Η Κατηγορούμενη δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας. Πρώτος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο Λοϊζος Σιανος, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας στο δυστύχημα, ενώ ο δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας, ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, Αστυφύλακας Α. Περατικός. Η μαρτυρία και των δύο μαρτύρων κατηγορίας, είναι καταγραμμένη στα πρακτικά στην πλήρη της έκταση. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο Μ.Κ.1 όπως και ο Μ.Κ.2, έδωσαν την κυρίως εξέταση των, υπό μορφή γραπτής κατάθεσης. Θεωρώ δεν είναι σκόπιμο να αναπαράξω τη μαρτυρία τους, αφού πλήρης αναφορά σ΄ αυτή μπορεί να γίνει από τα πρακτικά. Αναφέρω συνοπτικά ότι η θέση του Μ.Κ.1, ο οποίος ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου που προπορευόταν του οχήματος της Κατηγορουμένης, μέχρι που ακολούθησαν διαφορετικές πορείες, ο Μ.Κ.1 θα έστριβε ενώ η Κατηγορούμενη θα πήγαινε ευθεία, ήταν ότι λίγο πριν φτάσει στο φανάρι, αντιλήφθηκε αλλαγή των φώτων, έγινε δηλαδή από πράσινο, πορτοκαλί. Ο ίδιος ελάττωσε ταχύτητα και σταμάτησε, ενώ το όχημα της Κατηγορουμένης δεν ελάττωσε ταχύτητα και μπήκε μέσα στη διασταύρωση με το πορτοκαλί χρώμα. Επίσης, η θέση του ήταν ότι, μόλις το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης μπήκε στη διασταύρωση, την αντιλήφθηκε αμέσως να κάνει χρήση του συστήματος πεδήσεως του οχήματος της. Ο Μ.Κ.2 σε ότι αφορά την παρούσα υπόθεση επικεντρώθηκε στις διαπιστώσεις του που ήταν ότι η ορατότητα και για τις δύο οδηγούς, όπως ο ίδιος ανέφερε, ήταν πέραν των 80 μέτρων και ήταν απρόσκοπτη. Ήταν η θέση του, ότι η Κατηγορούμενη πέρασε με κόκκινο φως αναφέροντας ότι με βάση τις γνώσεις του και την εκπαίδευση του στις τάξεις της Αστυνομίας, το πορτοκαλί ισοδυναμεί με κόκκινο και διαφώνησε με τη θέση της Κατηγορουμένης, ότι η μαρτυρία του ανεξάρτητου μάρτυρα, δηλαδή του Μ.Κ.1, αντικρούει τον ισχυρισμό της Συριβιανού, η οποία ας αναφερθεί δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο, ότι η Κατηγορούμενη πέρασε με κόκκινο, αναφέροντας ότι αντίθετα η μαρτυρία του ανεξάρτητου μάρτυρα, Μ.Κ.1 ότι η Κατηγορούμενη εισήλθε στη διασταύρωση με πορτοκαλί χρώμα, ενισχύει τη θέση ότι η Κατηγορούμενη πέρασε με κόκκινο. Ο Μ.Κ.2 με βάση την εμπειρία του, η οποία πρέπει να αναφερθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε, είπε ότι σύμφωνα με τα ίχνη τροχοπέδησης στη σκηνή του δυστυχήματος, είχε τη θέση ότι η Κατηγορούμενη είχε αντιληφθεί την αλλαγή των φώτων, πολύ πριν μπει στη διασταύρωση και σίγουρα χρησιμοποίησε τα ίχνη πεδήσεως του αυτοκινήτου της πριν τη γραμμή του ALT. Μετά που η Κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ. 74 του Κεφ. 155, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Η θέση της ήταν, ότι είδε το αυτοκίνητο της Συριβιανού από πολύ μακριά. Όπως φαίνεται και στην γραπτή της κατάθεση δεν ήταν εμφανής η πρόθεση της Συριβιανού για την πορεία που θα ακολουθούσε στην ίδια. Πλησιάζοντας τα φώτα θεώρησε ότι είχε χρόνο να περάσει, αφού το όχημα του Μ.Κ. που ήταν μπροστά της άλλαξε πορεία και θα έστριβε, ενώ η ίδια θα πήγαινε ευθεία, αφήνοντας της ελεύθερο το δρόμο. Ανέπτυξε ταχύτητα μπήκε στη διασταύρωση, οπότε και συγκρούστηκε με την Συριβιανού. Η μαρτυρία της ήταν, ότι το φανάρι όταν η ίδια πέρασε, σίγουρα δεν ήταν κόκκινο και ήταν η θέση της ότι δεν είναι η ίδια που ευθύνεται για την πρόκληση του δυστυχήματος. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν παρουσιάζει προβλήματα. Θεωρώ ότι οι μάρτυρες κατηγορίας είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια για τα γεγονότα, όπως τα έχουν αντιληφθεί. Η Κατηγορούμενη, σίγουρα δεν είχε καμία πρόθεση να πει στο Δικαστήριο ψέματα, ούτε θεωρώ ότι είπε ψέματα. Απλά η δική της αντίληψη των πραγμάτων, είναι σε σύγκρουση με την αντίληψη των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, ενόψει της αποδοχής της μαρτυρίας των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, κρίνω ότι όντως η Κατηγορούμενη, όταν πέρασε τη διασταύρωση, το φως είχε αλλάξει από πράσινο σε πορτοκαλί και ακολούθως σε κόκκινο. Για τη λειτουργία των φώτων αναφέρω ότι υπάρχει παραδεκτό γεγονός, ότι τα φώτα για την Κατηγορουμένη και για την παραπονούμενη λειτουργούσαν με τον ίδιο τρόπο, αφού βρίσκονταν σε εξ αντιθέτου κατεύθυνση και επίσης αντλώ δικαστική γνώση για τον τρόπο που εναλλάσσονται τα φώτα που ρυθμίζουν την κυκλοφορία. Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδέ Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.