← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Στέλιος Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 34120/07, 19.11.2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Στέλιος Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 34120/07, 19.11.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:B33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον:. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 34120/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Στέλιος Παναγιώτου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 19.11.2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Φρ. Κακούρη Για τον Κατηγορούμενο: κος Α. Δράκος Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 24.12.2006 η προσπάθεια μίας μικρής ομάδας παιδιών από το Γέρι να τηρήσουν το έθιμο των Χριστουγέννων λέγοντας τα κάλαντα από σπίτι σε σπίτι, είχε άσχημη κατάληξη για την μικρή Μελίνα Χατζηχαραλάμπους, αφού την ίδια μέρα και περί ώρα 17:50 συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος που συνέβηκε στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' στο Γέρι, τραυματίστηκε σοβαρά. Ο οδηγός του αυτοκινήτου που κτύπησε την Μελίνα ήταν ο Κατηγορούμενος, ο οποίος και αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τέσσερις μάρτυρες και κατατέθηκε αριθμός Τεκμηρίων. Ο Μ.Κ.1, Λοχίας 4231 Α. Θεοφάνους τη συγκεκριμένη ώρα και περί ώρα 18:10 μαζί με την Γ/Αστ.3406 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος κατόπιν πληροφορίας. Ο ίδιος ο οποίος είναι φωτογράφος και σχεδιαστής επί κλίμακας της Αστυνομίας, έλαβε αριθμό φωτογραφιών της σκηνής του δυστυχήματος και ακολούθως στις 26.12.2009 στο χώρο φύλαξης οχημάτων της Α.Δ.Ε. Λευκωσίας φωτογράφησε το όχημα ΚΑΚ294 που οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Τις φωτογραφίες τις εμφάνισε, τις έδεσε σε βιβλιαράκι με ευρετήριο τις οποίες και κατέθεσε ως Τεκμήριο

  1. Η μοναδική άλλη ενέργεια την οποία έκανε ήταν να λάβει την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου, Τεκμήριο
  2. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν παρών στη σκηνή του δυστυχήματος όταν πήγε ο ίδιος στη σκηνή. Αντεξετάστηκε, σε σχέση με την ορατότητα του σημείου του δυστυχήματος καθώς και για το φωτισμό του δρόμου. Ήταν η θέση του ότι ο φωτισμός τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ήταν βράδυ, ήταν λιγοστός και ότι για να βγάλει τις φωτογραφίες, χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει flash. Η Γ/Αστυφ. 3406 είναι η εξεταστής του δυστυχήματος. Στη σκηνή του δυστυχήματος στην οποία μετέβηκε με τον Μ.Κ.1 ήταν παρών ο Κατηγορούμενος οδηγός του οχήματος ΚΑΚ294, η πεζή είχε ήδη μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στην παρουσία του Κατηγορουμένου έκαμε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής Τεκμήριο 6, πήρε διάφορα μέτρα και σημείωσε το σημείο επαφής μεταξύ του αυτοκινήτου και της πεζής το οποίο της είχε υποδείξει ο Κατηγορούμενος με το γράμμα «Χ». Στην παρουσία της ο Μ.Κ.1 έλαβε αριθμό φωτογραφιών. Το τελικό σχέδιο, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας, ο καιρός ήταν αίθριος ενώ ο δρόμος φωτιζόταν από λαμπτήρες χαμηλής τάσης. Η άσφαλτος ήταν στεγνή, ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση και χωρίζεται στη μέση με άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Μετρήθηκε στη σκηνή η ακτίνα φώτων του οχήματος του Κατηγορουμένου και διαπιστώθηκε ότι στη χαμηλή τάση είναι 22,10 μέτρα. Σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορουμένου, τον οδικό φωτισμό και την ακτίνα φωτών του οχήματος του Κατηγορουμένου η ορατότητα του ήταν 50 μέτρα ανεμπόδιστη. Στη σκηνή δεν υπήρχαν ίχνη ή Τεκμήρια που να προσδιορίζουν το σημείο επαφής του οχήματος του Κατηγορουμένου με την πεζή. Οι ζημιές του οχήματος ήταν στο αριστερό μπροστινό μέρος. Στις 4.1.2007 επισκέφθηκε ξανά τη σκηνή του δυστυχήματος μαζί με τον αδερφό της παραπονούμενης και το δικηγόρο τους όπου ο αδερφός της παραπονούμενης, της εξήγησε πως έγινε το δυστύχημα και της υπέδειξε το σημείο που κτυπήθηκε η αδερφή του και το σημείο που εκτινάχθηκε το σώμα της. Στην παρουσία τους έκανε άλλο πρόχειρο σχέδιο, Τεκμήριο 7, όπου σημείωσε τα σημεία αυτά. Της υποδείχθηκαν επίσης κάποια ίχνη διέλευσης τα οποία βρίσκονταν στο χωμάτινο παγκέτο, κοντά στο σημείο επαφής που της έδειξε ο αδερφός της παραπονούμενης, τα σύγκρινε με τα ελαστικά του οχήματος του Κατηγορουμένου όπου και διαπίστωσε ότι δεν έχουν σχέση με αυτό. Όλα τα σημεία και τις μετρήσεις της στα πρόχειρα σχέδια, τα μετέφερε στο τελικό σχέδιο Τεκμήριο 5, στο οποίο σημείωσε το σημείο σύγκρουσης που της υπέδειξε ο αδερφός της Μελίνας με το γράμμα «Χ1». Η ίδια κατηγόρησε στις 10.3.2007 τον Κατηγορούμενο ότι οδηγούσε αμελώς και προκάλεσε το δυστύχημα ο οποίος της απάντησε «Παραδέχομαι». Αντεξεταζόμενη, επανέλαβε ότι η ορατότητα του Κατηγορουμένου σύμφωνα με την κατεύθυνση του ήταν 50 μέτρα, σύμφωνα με τους λαμπτήρες οδικού φωτισμού και την ακτίνα των φώτων του οχήματος του, δεχόμενη όταν της υποδείχθηκε και το Τεκμήριο 2, ότι στην πλευρά του Κατηγορουμένου δεν υπήρχαν πάσαλοι με λαμπτήρες αλλά αυτοί βρίσκονταν στην απέναντι πλευρά. Είπε ότι κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και ενόσω η Μελίνα ήταν σοβαρά στο Νοσοκομείο, υπήρχαν διάφορες αντιδράσεις από την οικογένεια της Μελίνας, σε καμία περίπτωση όμως δεν δέχτηκε πιέσεις για να κατηγορηθεί ο Κατηγορούμενος. Είπε ότι ο Κατηγορούμενος υπήρξε συνεργάσιμος με την Αστυνομία, ότι ζητούσε συνέχεια συγνώμη και ότι ένοιωθε πολύ άσχημα που κτύπησε τη μικρή. Η παραδοχή του στην ίδια, ήταν ότι κτύπησε την Μελίνα. Ο τρίτος μάρτυρας κατηγορίας, Μ.Κ.3, είναι ο αδερφός της Μελίνας, Πέτρος Χατζηχαραλάμπους ηλικίας τότε 14 ετών. Είπε ότι στις 24.12.2006 μαζεύτηκαν στο σπίτι του διάφοροι φίλοι για να πάνε να πουν τα κάλαντα στη γειτονιά. Γύρω στις 17:50 η παρέα πήγε σε ένα σπίτι, εκεί που έγινε το δυστύχημα, για να πουν τα κάλαντα και όταν άνοιξε η πόρτα και είδαν την καθηγήτρια τους ντράπηκαν και ο ίδιος και η Μελίνα έφυγαν αμέσως. Ο ίδιος βγήκε από την πόρτα του γκαράζ ενώ η Μελίνα από την κύρια είσοδο. Η θέση του ήταν ότι είχαν αφήσει τα ποδήλατα τους μπροστά από τη τσιμεντένια ράμπα της εισόδου του σπιτιού και πριν ο ίδιος προλάβει να πλησιάσει το σημείο, είδε την αδερφή του που πήγε να σηκώσει το ποδήλατο και την κτύπησε αυτοκίνητο που ερχόταν στο δρόμο και την εκτίναξε προς το μέρος του. Δοκίμασε να προειδοποιήσει την Μελίνα ότι ερχόταν αυτοκίνητο αλλά δεν πρόλαβε. Δεν αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που ήταν στη σκηνή, γιατί η προσοχή του ήταν στραμμένη στην αδερφή του που ήταν σοβαρά τραυματισμένη και γεμάτη αίματα. Αντεξεταζόμενος είπε, ότι τα ποδήλατα που χρησιμοποιούσαν εκείνη την ημέρα τα οποία ήταν 3 δεν άνηκαν στον ίδιο ή τα αδέρφια του αλλά στους άλλους φίλους τους. Όλοι οδήγησαν τα ποδήλατα εκείνη τη μέρα, αφού τα άλλαζαν μεταξύ τους. Επανέλαβε ότι, όταν κτύπησαν το κουδούνι έξω από την οικία που έγινε το δυστύχημα και τους άνοιξε την πόρτα η καθηγήτρια, ο ίδιος και η Μελίνα ντράπηκαν και έφυγαν. Παρόλο που ο ίδιος και η Μελίνα έφυγαν από διαφορετικές κατευθύνσεις, επέμενε ότι έβλεπε συνεχώς τη Μελίνα, ότι η Μελίνα δεν έτρεχε φεύγοντας και ότι το αυτοκίνητο κτύπησε τη Μελίνα μέσα στο χωμάτινο παγκέτο πριν καν να προλάβει να σηκώσει το ποδήλατο που ήταν ακουμπημένο στη ράμπα. Παρά την έντονη θέση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου ότι η Μελίνα σήκωσε το ποδήλατο της και είτε το οδήγησε είτε το κύλησε στο δρόμο, σε καμία περίπτωση ο Μ.Κ.3 δεν συμφώνησε με τη θέση αυτή επιμένοντας ότι η Μελίνα δεν κινήθηκε στο δρόμο και ότι το όχημα του Κατηγορουμένου την κτύπησε στο χωμάτινο παγκέτο. Τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας Μ.Κ.4 ήταν ο μεγαλύτερος αδερφός της Μελίνας Χρίστος Χατζηχαραλάμπους, ο οποίος ήταν μαζί με τη Μελίνα και τον Πέτρο την ημέρα του δυστυχήματος. Ο εν λόγω μάρτυρας, είπε ότι όταν η Μελίνα βγήκε από το σπίτι είχε σηκώσει το ποδήλατο, το έβαλε στα αριστερά της, άρχισε να το σπρώχνει και τότε είδε ένα αυτοκίνητο να την κτυπά, ενώ αυτή ήταν στο παγκέτο. Είπε ότι αμέσως πριν κτυπήσει το αυτοκίνητο τη Μελίνα, άκουσε τον αδερφό του Πέτρο να φωνάζει στη Μελίνα να προσέχει. Αντεξεταζόμενος, παραδέχτηκε ότι ο ίδιος δεν είχε οπτική επαφή με τη Μελίνα την ώρα του κτυπήματος, ότι άκουσε το κτύπημα και μετά είδε τη Μελίνα κτυπημένη και ότι τις κινήσεις της Μελίνας του τις είπε ο αδερφός του ο Πέτρος. Μετά που ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε ενόρκως το περιεχόμενο της κατάθεσης του Τεκμήριο 3, που έδωσε στις 24.12.2006, λίγες ώρες μετά το δυστύχημα. Σύμφωνα με την κατάθεση του, τη συγκεκριμένη μέρα και ώρα ήταν μόνος του στο αυτοκίνητο, φορούσε τη ζώνη ασφαλείας του είχε αναμμένα τα μεγάλα φώτα του αυτοκινήτου στη χαμηλή στάση και η ταχύτητα του ήταν χαμηλή. Όπως προχωρούσε κατάλαβε ότι κάτι κτύπησε πάνω στο αυτοκίνητο του χωρίς να καταλάβει τι ήταν. Προηγουμένως δεν είχε δει τίποτε στον δρόμο. Μπροστά του αλλά και από την αντίθετη πλευρά, δεν ερχόταν κανένα όχημα. Εκείνο που κτύπησε στο αυτοκίνητο, ακολούθως κτύπησε στον μπροστινό ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου του ο οποίος και έσπασε. Τότε ο ίδιος πάτησε ελαφρά τα στόπερ του, σταμάτησε λίγο πιο κάτω και άκουσε κάποιους να φωνάζουν «κτύπησες την αδερφή μου». Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και είδε πίσω από το αυτοκίνητο στο χωμάτινο παγκέτο έξω από το δρόμο, ένα κοριτσάκι κτυπημένο. Παρέμεινε στο μέρος χωρίς να μετακινήσει το αυτοκίνητο του μέχρι που ήρθε η Αστυνομία και στην παρουσία του η Γ/Αστυφ.3506 έκανε πρόχειρο σχέδιο, έλαβε μέτρα και σημείωσε το σημείο που κτύπησε το κοριτσάκι στο αυτοκίνητο του, το οποίο ο ίδιος υπέδειξε, συμφώνησε πλήρως και το υπέγραψε. Του έγινε έλεγχος άλκοτεστ με ένδειξη μηδέν, λήφθηκαν φωτογραφίες της σκηνής στην παρουσία του και διευκρίνισε ότι το σημείο που έδειξε ότι κτύπησε το κοριτσάκι ήταν περίπου στο σημείο αυτό, μπορεί να ήταν και λίγο πιο μπροστά. Ερωτώμενος από τον συνήγορο του σε σχέση με τον τρόπο οδήγησης του αυτοκινήτου του εκείνη τη μέρα είπε ότι οδηγούσε κανονικά ευθεία, είχε τα φώτα του αναμμένα λίγο πιο μέσα από το παγκέτο του δρόμου. Όταν του λέχθηκε να σχολιάσει τη μαρτυρία των Μ.Κ.3 και 4 ότι οδήγησε το αυτοκίνητο του στο παγκέτο, αρνήθηκε τη θέση αυτή, επιμένοντας ότι το όχημα του οδηγείτο ολόκληρο στο δρόμο, οδηγούσε με κανονική ταχύτητα, ήταν σκοτεινά, ήταν μόνος του στο δρόμο, δεν βιαζόταν και δεν υπήρχε λόγος να πέσει στο παγκέτο. Επανέλαβε ότι δεν είδε καθόλου το κοριτσάκι και ερωτώμενος να εξηγήσει την απάντηση του «παραδέχομαι», στην γραπτή κατηγορία, ανέφερε ότι εκείνο που ήθελε να παραδεχτεί ήταν ότι οδηγώντας το αυτοκίνητο κτύπησε το κοριτσάκι. Είπε ότι έδωσε την κατάθεση του πολύ λίγο μετά το δυστύχημα και ήταν ταραγμένος. Κατά την αντεξέταση του, όταν του υπεβλήθη ότι η γραπτή κατηγορία στην οποία απάντησε «παραδέχομαι», του απαγγέλθηκε αρκετές μέρες μετά το δυστύχημα, δέχτηκε ότι δεν τελούσε υπό καθεστώς σοκ, αλλά επειδή απειλείτο η ζωή του δεν μπορούσε να δει καθαρά τα πράγματα. Του υπεβλήθη γιατί εφόσον δέχτηκε απειλές για τη ζωή του δεν το ανέφερε στην Αστυνομία και απάντησε ότι δεν θεωρούσε ότι οι απειλές που δέχτηκε ήταν πραγματικές, αλλά έγιναν λόγω αναβρασμού και δεν θεώρησε αναγκαία την υποβολή καταγγελίας. Επέμενε ότι δεν είδε καθόλου το κοριτσάκι, άκουσε πρώτα κάτι να κτυπά στο αυτοκίνητο του, μετά στον ανεμοθώρακα και σταμάτησε, ερωτώμενος που άκουσε το κτύπημα, είπε στο σημείο που υπέδειξε, δηλαδή το «Χ» αλλά όταν του υποδείχθηκε το τελικό σχέδιο της σκηνής, Τεκμήριο 5, δεν συμφώνησε ούτε για το «Χ» ούτε για το «Χ1» και όταν του υποβλήθηκε ότι ο ίδιος είχε υποδείξει το «Χ1» είπε ότι η κατάσταση του ήταν τραγική εκείνη τη στιγμή, δεν ήξερε τι του γινόταν. Όταν ρωτήθηκε τι εννοούσε όταν κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο του λίγο πιο μέσα από το παγκέτο, είπε ότι εννοούσε ότι κινείτο κανονικά στην πορεία του στο δρόμο. Δεν δέχτηκε τις υποβολές ότι ήταν αφηρημένος κατά την οδήγηση, ότι κινήθηκε εντελώς αριστερά και έπεσε στο παγκέτο όπου και κτύπησε τη Μελίνα και όταν του υπεβλήθη ότι το σημείο σύγκρουσης είναι το «Χ1», απάντησε, «τι να πω, δεν θυμάμαι, πέρασε πολύς καιρός, έδωσα γραπτή κατάθεση αμέσως μετά το δυστύχημα το σοκ μου ήταν μεγάλο». Αξιολόγηση Μαρτυρίας Η αξιολόγηση των μαρτύρων, έχοντας και ως γνώμονα τις παραμέτρους που η νομολογία έχει καθορίσει για το θέμα αυτό, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.09, δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία αφού το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τους παρακολουθεί ενώ έδιδαν τη δια ζώσης μαρτυρία τους. Θεωρώ ότι οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 ήταν καθόλα αξιόπιστοι μάρτυρες και σε καμία περίπτωση δεν προσπάθησαν να πουν στο Δικαστήριο ψέματα, να υπεκφύγουν να απαντήσουν τις ερωτήσεις που τους υπεβλήθηκαν και οποιεσδήποτε αντιφάσεις τυχόν υπέπεσαν, είναι φανερό ότι ήταν λόγω του μακρού χρονικού διαστήματος που έχει περάσει από την ημερομηνία που έλαβαν τις ενέργειες τους μέχρι την ημερομηνία που έδιδαν τη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο. Πρέπει να αναφέρω επίσης, ότι τόσο οι φωτογραφίες που λήφθηκαν από τον Μ.Κ.1 όσο και το σχέδιο της σκηνής που έγινε από την Μ.Κ.2, Τεκμήρια 5, 6 και 7, δεν αμφισβητήθηκαν ουσιαστικά. Κάποιες αδυναμίες στο Τεκμήριο 5 εξηγήθηκαν ικανοποιητικά από τη Μ.Κ.2 και δεν κρίνω ότι οι αδυναμίες αυτές μηδενίζουν την αποδεικτική αξία του Τεκμηρίου
  1. Ως καθ΄ όλα αξιόπιστος μάρτυρας κρίνεται και ο Μ.Κ.3, ο μικρότερος αδερφός της Μελίνας, ο Πέτρος. Κρίνω ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο για τα γεγονότα τα οποία αντιλήφθηκε ο ίδιος τη συγκεκριμένη μέρα, ότι οι κινήσεις της Μελίνας αμέσως πριν το κτύπημα ήταν αυτές που περιέγραψε και δέχομαι ότι διατήρησε οπτική επαφή με τη Μελίνα, καθ΄ όλη τη σχετική χρονική περίοδο αμέσως πριν το κτύπημα, οπόταν και η μαρτυρία του θεωρώ ότι ήταν μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα. Αντίθετη είναι η άποψη μου για τον Μ.Κ.4, τον άλλο αδερφό της Μελίνας, τον Χρίστο. Προέκυψε σαφέστατα κατά την αντεξέταση του, ότι δεν είχε οπτική επαφή με τη Μελίνα την ώρα που την κτύπησε το όχημα του Κατηγορουμένου και ότι τα όσα έχει αναφέρει ήταν από την πληροφόρηση του που έλαβε από τον αδερφό του Πέτρο. Προφανές κίνητρο του ήταν η προσπάθεια του να βοηθήσει την υπόθεση της αδερφής του. Ο Μ.Κ.4 είναι και το πρόσωπο που μαζί με τον δικηγόρο της οικογένειας μετέβηκαν στην σκηνή του δυστυχήματος λίγες μέρες μετά και έδειξε στην Μ.Κ.2 και εξεταστή του δυστυχήματος κάποια ίχνη από τροχούς αυτοκινήτων στο παγκέτο τα οποία όμως όπως διαπιστώθηκε δεν άνηκαν στο όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Επομένως η μαρτυρία του Μ.Κ.4 δεν είναι αξιόπιστη μαρτυρία επί της οποίας μπορεί να στηριχθεί το Δικαστήριο. Ο Κατηγορούμενος σίγουρα έχει επηρεαστεί από το δυστύχημα και είναι εμφανές το ότι νοιώθει πολύ άσχημα που κτύπησε τη Μελίνα με το αυτοκίνητο του. Η μαρτυρία του στο Δικαστήριο κάθε άλλο παρά διαφωτιστική ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος ήταν, εφόσον εκτός του ότι επανέλαβε ότι δεν κατάλαβε τι έγινε παρά μόνο αντελήφθηκε κάποια κτυπήματα πρώτα στο πλάι και μετά στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, ενόρκως διαφώνησε και με το σημείο σύγκρουσης το οποίο ο ίδιος είχε υποδείξει στην Μ.Κ.
  2. Επίσης, η θέση του ότι δέχτηκε απειλές έστω έμμεσες για τη ζωή του, τις οποίες όμως δεν ανέφερε στην Αστυνομία όταν έδιδε τουλάχιστο την απάντηση του στην κατηγορία, δεν πείθουν. Δέχομαι ότι η κατάθεση του που δόθηκε λίγες ώρες μετά το δυστύχημα και υπό το κράτος της συναισθηματικής φόρτισης που είχε ανταποκρινόταν στα γεγονότα όπως τα είχε αντιληφθεί όπως επίσης και δέχομαι ότι το σημείο σύγκρουσης που ο ίδιος υπέδειξε στην Μ.Κ. 2 είναι το σημείο «Χ» στο Τεκμήριο
  3. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ενόψει της αξιολόγησης της μαρτυρίας όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, είναι η θέση μου ότι στις 24.12.2006 και περί ώρα 17:50 ενώ ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα ΚΑΚ294 στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' στο Γέρι, της επαρχίας Λευκωσίας, κτύπησε την μικρή Μελίνα Χατζηχαραλάμπους. Ήταν βράδυ, ο δρόμος είχε ελάχιστο οδικό φωτισμό, οι λαμπτήρες που βρίσκονταν στους πασάλους της ΑΗΚ, όχι παράλληλα με τον Κατηγορούμενο αλλά στην αντίθετη λωρίδα, ήταν χαμηλής ισχύος, και είχε τα μεγάλα φώτα του αυτοκινήτου του αναμμένα στη χαμηλή στάση. Η ορατότητα του που προκύπτει από τον συνδυασμό της ισχύος των φώτων του οχήματος του και του οδικού φωτισμού, ήταν 50 μέτρα. Οδηγούσε το αυτοκίνητο του κατά μήκος του δρόμου με χαμηλή ταχύτητα, αλλά σε κάποια άτυχη στιγμή το αυτοκίνητο του έφυγε από το δρόμο και οδηγήθηκε στο αριστερό χωμάτινο παγκέτο παράλληλα της ασφάλτου. Στο σημείο εκείνο, βρισκόταν η Μελίνα, η οποία προσπαθούσε να σηκώσει το ποδήλατο της που ήταν ακουμπημένο σε ράμπα στην είσοδο της οικίας αρ. 18, της ίδιας οδού. Από το κτύπημα η Μελίνα εκσφενδονίστηκε και κτύπησε στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου ο οποίος έσπασε και ακολούθως εκτινάχθηκε σε χαντάκι. Από το κτύπημα τραυματίστηκε σοβαρά και κρατήθηκε για αρκετές μέρες για νοσηλεία στην εντατική μονάδα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδέ Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχειά της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί: (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βιττή ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160. Derek Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R.78). Στη Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 429 επισημαίνεται: «Όπως κατ΄ επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις. (Βλ. μεταξύ άλλων Παπαχριστοδούλου ν. Χ"Nεοφύτου
(1991)1 Α.Α.Δ. 426 και Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1110).» Στην απόφαση Χρίστος Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6614, ημερ. 19.3.99, όπου πεζός κατέβηκε από πεζοδρόμιο, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθή και η εισήγηση αναφορικά με την ανυπαρξία καθήκοντος προειδοποίησης στην περίπτωση. Οι υποθέσεις Soteriou v. Kyprianidou and Others
(1981)1 CLR 61 και Μurrel v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217 που αναφέρθηκαν, είναι άμεσα σχετικές. Ο πεζός περπατούσε κατά μήκος του κρασπέδου. Δεν υπήρχε οτιδήποτε το ιδιαίτερο που θα μπορούσε εύλογα να δημιουργήσει την αίσθηση κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο στο δρόμο και, κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν γεννήθηκε καθήκον προειδοποίησης ή λήψης άλλων προληπτικών μέτρων». (Βλ. επίσης Τriftarides v. Police
(1968)2 C.L.R. 140). Μόνο σε περίπτωση όπου η Κατηγορούμενη αντιλαμβανόταν την παρουσία του πεζού στον δρόμο ενώ είχε περιθώριο να αντιδράσει, και παρέλειπε να λάβει τα αποτρεπτικά μέτρα λογικά αναγκαία για την αντιμετώπιση του απρόβλεπτου συμβάντος θα μπορούσε να αποδοθεί ποινική ευθύνη σε αυτήν (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας, (πιο πάνω)). Το καθήκον για λήψη αποτρεπτικών μέτρων, όμως, γεννάται αφού ο κίνδυνος εκδηλωθεί στον δρόμο (βλ. Paul Lesley Murrel ν. Αστυνομίας, Π.E. 5797, ημερ. 20.12.1994). Όπως έχει Νομολογηθεί, το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος που είναι και η πραγματική μαρτυρία αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας,
(1990)2 ΑΑΔ, Κονναρή ν. Κυριάκου, Π.Ε. 8551, ημερ. 19.3.1996. Σε ότι αφορά το σημείο σύγκρουσης του Κατηγορουμένου με τη Μελίνα, το οποίο σημειώνεται με το σημείο «Χ» στο Τεκμήριο 5, δεν δέχομαι ότι είναι το σημείο σύγκρουσης. Η απουσία οποιωνδήποτε ιχνών ή Τεκμηρίων στη σκηνή, σε συνδυασμό με την αποδοχή μου για τη μαρτυρία του Μ.Κ.3 στην ολότητα της, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το σημείο σύγκρουσης του Κατηγορουμένου με τη Μελίνα ήταν στο χωμάτινο παγκέτο, μπροστά στη ράμπα της οικίας αρ. 18, που στο Τεκμήριο 5 σημειώνεται ως «Χ1». Στην υπό εξέταση περίπτωση, θεωρώ ότι η αμέλεια του Κατηγορουμένου η οποία ήταν το γεγονός ότι ξέφυγε από την πορεία του επί της ασφάλτου και οδήγησε το όχημα του έστω και για λίγο στο χωμάτινο παγκέτο, έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αυτή ήταν και η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης του, σε περίπτωση που όπως ανέφερε το Δικαστήριο έκρινε ότι ο Κατηγορούμενος, όντως είχε οδηγήσει το αυτοκίνητο του εκτός της ασφάλτου σε σχέση με τη λωρίδα κυκλοφορίας του. Είναι δεδομένο ότι ο Κατηγορούμενος έχει υποπέσει από το επίπεδο του συνετού οδηγού. Στην απόφαση μου αυτή έχω λάβει υπόψη μου τις συνθήκες που επικρατούσαν στο δρόμο τη δεδομένη περίοδο, δηλαδή νύκτα χωρίς καλό οδικό φωτισμό όπως επίσης και το ότι όντως δεν είχε εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο. Η θέση μου όμως και το εύρημα μου είναι ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε εκτός του δρόμου και κτύπησε τη Μελίνα στο χωμάτινο παγκέτο τη στιγμή που προσπαθούσε να σηκώσει το ποδήλατο της. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ) ................. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ΣΜ/ΘΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.