Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κύπρος Ψύλλος κ.α., Ποιν. Υπ. 14835/08, 26 Νοεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:B38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή Ε.Δ. Ποιν. Υπ. 14835/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής εναντίον
- Κύπρος Ψύλλος
- Νικολέτα Baciu Κατηγορουμένοι 26 Νοεμβρίου, 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Μιχαήλ (κα Α. Γιάλλουρου για να ακούσει απόφαση) Για τους κατηγορούμενους : κος Γ. Παπαϊωάννου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κύπρος Ψύλλος (στη συνέχεια ο πρώτος κατηγορούμενος) είναι διευθυντής του κέντρου αναψυχής ΤΑΒΕΡΝΑ-ΜΠΑΡ ΚΡΙΟΣ. Η εν λόγω ταβέρνα είναι εγγεγραμμένη στον Κυπριακό οργανισμό Τουρισμού με την ονομασία που αναφέρθηκε, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος ενεγράφη ως διευθυντής της την 01.01.
- Περαιτέρω, την 20.03.2008 ο πρώτος κατηγορούμενος εξασφάλισε άδεια λειτουργίας της αναφερόμενης ταβέρνας υπό την ιδιότητα κέντρου αναψυχής, με ημερομηνία λήξης την 31.12.
- Η περί ου ο λόγος ταβέρνα βρίσκεται στην οδό Βασίλειου Βουλγαροκτόνου 73Α στη Λευκωσία. Την 03.01.2008 η γυναίκα αστυφύλακας 2155 Μαρία Κωνσταντίνου (στη συνέχεια ΜΚ3) έλαβε κατάθεση από την Ana Cosnita (στη συνέχεια ΜΚ4). Όπως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό, ένεκα όλων όσων αναφέρθηκαν από τη ΜΚ4 στην κατάθεση που έδωσε στη ΜΚ3, η αστυνομία εξασφάλισε εντάλματα σύλληψης τόσο για τον πρώτο κατηγορούμενο όσο και για τη Nicoleta Baciu (στη συνέχεια η δεύτερη κατηγορουμένη). Τα εν λόγω εντάλματα εκτελέστηκαν την 07.10.2008 ενώ αργότερα την ίδια ημέρα, μεταξύ των ωρών 16:45 με 17:40, στην παρουσία του πρώτου κατηγορουμένου , η ΜΚ3 μαζί με άλλους συναδέλφους της, μεταξύ των οποίων και ο αστυφύλακας 1920 Κ. Χριστοφή (στη συνέχεια ΜΚ2), ερεύνησαν, δυνάμει εντάλματος έρευνας, την οικία του πρώτου κατηγορουμένου στην οδό Χρυσοσπηλιώτισσας 111, Κάτω Δευτερά. Στη συνέχεια, μεταξύ των ωρών 18:00 με 18:55, και πάλι δυνάμει εντάλματος έρευνας, ερευνήθηκε η ταβέρνα του πρώτου κατηγορουμένου. Από τις δυο έρευνες στην οικία και επιχείρηση, αντίστοιχα, του πρώτου κατηγορουμένου, εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν ως τεκμήρια διάφορα αντικείμενα. Πλείστα εξ αυτών κρατήθηκαν από την αστυνομία και εν τελεί κατατέθηκαν ως τεκμήρια και στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία. Πρόκειται συναφώς για τα τεκμήρια 9 μέχρι
- Σε αυτά τα τεκμήρια συμπεριλαμβάνονται σημειωματάρια, τετράδια, διάφορα χαρτιά (κόλλες), άδεια κουτιά και περιτυλίγματα προφυλακτικών, καθώς και κουτί αχρησιμοποίητων προφυλακτικών. Περαιτέρω, φωτογραφίες που έλαβε ο ΜΚ2 στις δυο έρευνες που έλαβαν χώρα, δέθηκαν σε δέσμη φωτογραφιών και κατατέθηκαν ως τεκμήρια στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήρια 6 και 7). Όλα τα πιο πάνω, αναμφισβήτητα γεγονότα, συνιστούν και διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Αξίζει σε αυτό το σημείο να λεχθεί ότι με την αποπεράτωση των ερευνών η αστυνομία έλαβε κατάθεση τόσο από τον πρώτο κατηγορούμενο όσο και από τη δεύτερη κατηγορουμένη. Η κατάθεση του πρώτου κατηγορουμένου κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο και φέρει τον αριθμό
- Στο εν λόγω τεκμήριο ο πρώτος κατηγορούμενος επέλεξε, ως άλλωστε ήταν δικαίωμά του, να απαντήσει κάθε ερώτηση που του υποβλήθηκε με τη φράση ¨ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο¨. Αναφορικά τώρα με την κατάθεση της δεύτερης κατηγορουμένης και τη μετάφραση τούτης στην ελληνική γλώσσα επιχειρήθηκε από την κατηγορούσα αρχή να κατατεθούν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια. Ηγέρθηκε εν προκειμένω ένσταση από την υπεράσπιση για τη θεληματικότητα της και προς το σκοπό διεξαγωγής δικής εντός δικής η υπόθεση αναβλήθηκε και ορίστηκε σε νέα ημερομηνία. Προ της αναβολής τα δυο τεκμήρια σημειώθηκαν και κατατέθηκαν ως Έγγραφο Α και Β, αντίστοιχα. Εν τούτοις την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης για διεξαγωγή της σχετικής των δυο εγγράφων δίκης εντός δίκης, η κατηγορούσα αρχή απέσυρε το αίτημά της για κατάθεση τους ως τεκμηρίων. Τα δυο έγγραφα, παρότι παρέμειναν στο φάκελο της υπόθεσης, σε κανένα στάδιο αποτέλεσαν μέρος του μαρτυρικού υλικού και καμία σημασία η βαρύτητα τους αποδόθηκε από το Δικαστήριο και γι' αυτό το λόγο δεν προβαίνω σε οιονδήποτε περαιτέρω σχολιασμό τους. Οι σχετικές άδειες και το καθεστώς λειτουργίας της Ταβέρνας-Μπαρ Κριός επεξηγήθηκαν στο Δικαστήριο από το Σωτήρη Φιλίππου (στη συνέχεια ΜΚ1), λειτουργό επιθεώρησης στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού και υπεύθυνο του αρχείου για τήρηση και έκδοση αδειών λειτουργίας κέντρων αναψυχής. Ιδιαίτερη όμως σημασία για την όλη υπόθεση έχει η κατάθεση που έδωσε η ΜΚ4 (Ana Cosnita) στη ΜΚ
- Η κατάθεση της ΜΚ4, η οποία υιοθετήθηκε ενόρκως, σημειώθηκε και κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Ένεκα αυτής της σπουδαιότητας επαναλαμβάνω, περιγραμματικά όμως, όλα όσα εκεί αναφέρθηκαν. Σύμφωνα με τη ΜΚ4 ήρθε στην Κύπρο την 07.07.
- Σκοπός της ήτο να παντρευτεί συγκεκριμένο πρόσωπο πακιστανικής καταγωγής έναντι αμοιβής. Ο γάμος όμως ουδέποτε τελέστηκε. Ως εκ τούτου, μετά πάροδο τριών ημερών εγκατέλειψε τον πακιστανό και διέμεινε για μια ημέρα στην οικία ξαδέλφου της, ονόματι Ιον, ο οποίος ήταν και το πρόσωπο που διευθέτησε το γάμο με τον πακιστανό. Στη συνέχεια συγκάτοικος του ξαδέλφού της, της πρότεινε να εργαστεί στην ταβέρνα του πρώτου κατηγορουμένου. Την 11.07.2008 μετέβη στην ταβέρνα. Εκεί γνώρισε τους δυο κατηγορούμενους, εκ των οποίων ο πρώτος της συστήθηκε ως ιδιοκτήτης. Στη συνέχεια της επεξήγησαν τα καθήκοντά της, δηλαδή ότι όφειλε να κάθεται μαζί με πελάτες της ταβέρνας και να πίνει ποτά, και να πηγαίνει μαζί τους για σεξ έναντι αμοιβής. Παρότι η ίδια αντέδρασε η δεύτερη κατηγορουμένη της είπε ότι εάν δεν έπραττε τοιουτοτρόπως θα είχε προβλήματα με τον πρώτο κατηγορούμενο. Εν ολίγοις, της ζήτησαν, ανέφερε η μάρτυρας, να συμπεριφέρεται σαν ¨πουτάνα¨. Περαιτέρω, ένεκα συναισθημάτων φόβου που ένιωθε για τον πρώτο κατηγορούμενο, οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, φοβίας μήπως τη στείλουν πίσω στη χώρα της και απειλών που της εξαπέλυαν, δηλαδή ότι θα μείνει στους δρόμους, αυτή υπάκουε στις οδηγίες τους, και ένα μάλιστα βράδυ, περί τα μέσα Αυγούστου, αναγκάστηκε και πήγε με πελάτη για σεξ. Όταν δε επέστρεψε στο χώρο όπου διέμεναν, ο πρώτος κατηγορούμενος της έδωσε το ποσό των 45 ευρώ. Εν κατακλείδι, η ΜΚ4 ανέφερε ότι οι δυο κατηγορούμενοι εκμεταλλεύτηκαν την άθλια οικονομική της κατάσταση και με εκφοβισμό και απειλές την εξωθούσαν σε πορνεία έναντι αμοιβής. Όλα τα πιο πάνω λοιπόν είναι όσα έδωσαν έναυσμα καταχώρισης του ενώπιον μου κατηγορητηρίου. Οι δυο κατηγορούμενοι κατηγορήθηκαν εν προκειμένω για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, μαστροπεία, εκμετάλλευση πόρνης, διατήρηση οίκου ανοχής, εκπόρνευση προσώπου και εμπορία ενήλικου προσώπου. Όταν η κατηγορούσα αρχή ολοκλήρωσε την παρουσίαση της υπόθεσής της οι δυο κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία. Η μεν δεύτερη κατηγορουμένη προέβη σε ανώμοτη δήλωση στην οποία ανέφερε ¨είμαι αθώα¨, ο δε πρώτος κατηγορούμενος έδωσε ένορκη μαρτυρία τόσο ως μάρτυρας για τον εαυτό του όσο και για τη δεύτερη κατηγορουμένη. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Στην εν λόγω διαδικασία προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 316 και Αθανασίου κ.α ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Περαιτέρω, αναφορικά με την ανώμοτι δήλωση της δεύτερης κατηγορουμένης είχα πάντα κατά νου ότι ο χαρακτήρας τέτοιας δήλωσης είναι περισσότερο πειστικής παρά αποδεικτικής σημασίας, εφόσον δεν αποδεικνύει γεγονότα που δεν τεκμηριώθηκαν από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού αλλά δύναται να επεξηγήσει αποδεδειγμένα μόνο γεγονότα (βλ. Anastassiades n. The Republic
(1977)2 CLR 97). Οι συνήγοροι των δυο πλευρών, ως φυσικό επακόλουθο του μαρτυρικού υλικού, περιόρισαν τις αγορεύσεις τους στο αξιόπιστο ή μη της μαρτυρίας της ΜΚ
- Αφενός μεν ο κος Παπαϊωνάννου εισηγήθηκε πως η μάρτυρας είναι αναξιόπιστη, αφετέρου δε η κα Μιχαήλ, ότι η μαρτυρία της είναι πιστευτή. Οι ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3 αλλά και ο πρώτος κατηγορούμενος μου έκαναν καλή εντύπωση. Η μαρτυρία των τριών πρώτων είναι τυπική και δεν αμφισβητήθηκε. Παρόλα ταύτα, οι μάρτυρες σε κανένα στάδιο έδωσαν την εντύπωση ότι προσάρμοσαν τη μαρτυρία τους προς εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπιμοτήτων. Διάχυτη ήταν η εντύπωση ότι μοναδικό μέλημά τους ήταν η αποκάλυψη της αλήθειας. Ανάλογη όπως προανέφερα ήταν και η εντύπωση μου και για τον πρώτο κατηγορούμενο. Όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια μέρος τη μαρτυρίας του, και συγκεκριμένα ότι η ΜΚ4 δημιουργούσε προβλήματα στο χώρο εργασίας της με αποτέλεσμα να την απολύσει, υποστηρίζεται και από την ίδια τη ΜΚ
- Περαιτέρω, σταθερός στο ύφος και στις θέσεις του, τόσο ως μάρτυρας για τον εαυτό του όσο και για τη δεύτερη κατηγορουμένη, ο πρώτος κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση. Αξίζει να λεχθεί εδώ ότι κατά την αποτίμηση της μαρτυρίας της ΜΚ4, νοείται τόσο αυτοτελώς όσο και ορώμενης υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας, δεν άφησα στιγμή να διαφύγει από τη σκέψη μου η σύμφυτη ιδιαιτερότητα της μαρτυρίας της. Η καθημερινότητα, τόσο ως μέλος του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου όσο και ως δικαστής, διδάσκει ότι ισχυρισμοί αυτής της φύσης, δηλαδή ως η μαρτυρία της ΜΚ4, έχοντας να κάνουν με τα ήθη, τον τρόπο που τούτα συμπλέκονται με το κοινωνικό σύνολο, καθώς και το στιγματισμό ή απόρριψη του ατόμου που παρεκκλίνει από τα κρατούντα ηθικά κριτήρια, δύσκολα εξομολογούνται. Ντροπή, ή τουλάχιστον δυσφορία και σύγχυση, είναι χαρακτηριστικά που απαντώνται κατά την εξιστόρηση μαρτυρίας αυτού του είδους. Αυτά λοιπόν είναι όλα όσα πρωτίστως είχα κατά νου ενόσω εξέταζα τη μαρτυρία της ΜΚ
- Εν τούτοις, η ΜΚ4 μου άφησε πολύ άσχημη εντύπωση. Δεν είναι μόνο τα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυρίας της· συγκεχυμένος λόγος με διακεκομμένη ροή και ενίοτε ασύνδετες μεταπηδήσεις από ένα θέμα σε άλλο, που οδήγησαν στην προαναφερόμενη διαπίστωση. Από τα εγγενή περαιτέρω στοιχεία της μαρτυρίας της διαπιστώνω ότι ελλείπει λογικό υπόβαθρο. Κατά την εξιστόρηση της μαρτυρίας της οι θέσεις της κυμάνθηκαν μεταξύ αφέλειας, και με κάθε σεβασμό ας μου επιτραπεί όμως ο όρος, ανοησίας, εν τη εννοία διακριτών της λογικής ισχυρισμών. Έδωσε την εντύπωση ότι το σύνολο της μαρτυρίας της, ακόμη και εκείνο που άπτεται παρεμφερών ή έστω επουσιωδών θεμάτων του επίδικου περιστατικού, μοναδικό σκοπό είχε την εξυπηρέτηση προσωπικών της μάρτυρος συμφερόντων και σίγουρα όχι την αποκάλυψη της αλήθειας. Αντιφατικοί ισχυρισμοί και αβασάνιστες περί τούτου αιτιολογήσεις, αποτελούν τον ουσιαστικό κορμό της μαρτυρίας της. Η μάρτυρας ανέφερε εν προκειμένω ότι την 11.7.2008 πήγε στην ταβέρνα του πρώτου κατηγορουμένου και την ίδια ημέρα οι δύο κατηγορούμενοι της είπαν τα καθήκοντά της (βλ. τεκμήριο 24 το περιεχόμενο του οποίου υιοθέτησε η ΜΚ4 ως μέρος της κυρίως εξέτασής της). Στην αντεξέταση όμως η μάρτυρας ανέφερε ότι τις σχετικές οδηγίες, περί εκπόρνευσης δηλαδή, τις της έδωσαν τέσσερις με πέντε ημέρες μετά που ανέλαβε εργασία. Όταν δε της υποδείχθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης η σχετική αντίφαση, η μάρτυρας επανήλθε στην πρώτη της θέση αναφέροντας πως «ότι είναι γραμμένο εκεί έχει γίνει». Διαπιστώνεται εν πρώτοις διάσταση μεταξύ κυρίως εξέτασης και αντεξέτασης. Δεν είναι βέβαια η διάσταση αυτή καθ' εαυτή που υπέχει σημασίας αλλά ότι προκύπτει ως πιθανός λόγος διάστασης. Μήπως η μάρτυρας απλώς δεν ενθυμείτο με απόλυτη ακρίβεια ένα τέτοιο σοβαρό ισχυρισμό, ή μήπως ουδέποτε δώθησαν τέτοιες οδηγίες από τους κατηγορούμενους και γι' αυτό το λόγο η μάρτυρας δυσκολεύετο να συγκρατήσει το πραγματικό υπόβαθρο του αρχικού της ισχυρισμού. Σε αυτή την τελευταία πιθανότητα οδηγεί και ένας άλλος από τους αρχικούς ισχυρισμούς της μάρτυρος. Όπως ανέφερε στο τεκμήριο 24, όταν της επεξηγήθηκαν τα καθήκοντά της αντέδρασε. Εδώ γεννάται το εξής ερώτημα· ποια αντίδραση κρίνεται έλλογη όταν γυναίκα βρίσκεται αίφνης σε τέτοια ανάρμοστη και άβολη, τουλάχιστον, θέση; Θα ανέμενε κανείς πως λογική αντίδραση είναι η χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση φυγή της από το μέρος. Η απάντηση στο ερώτημα, όχι ως πουριτανική βεβαίως αντίδραση αλλά ως λογικό επακόλουθο, εφόσον δυσκολεύομαι να εντοπίσω οιανδήποτε άλλη λογική αντίδραση, νοείται στο πλαίσιο πάντα του ισχυρισμού της μάρτυρος. Πώς αλλιώς δηλαδή θα αντιδρούσε μια λογική γυναίκα στη θέση της μάρτυρος, μήπως προσπαθώντας να μεταπείσει τους κατ' ισχυρισμό προαγωγούς και εκμεταλλευτές της ότι θα μπορούσε να τους αποφέρει κέρδος, και ως εκ τούτου να παραμείνει στην εργασία τους, με τρόπο άλλο από τον προτεινόμενο, δηλαδή την εκπόρνευση. Δεν είναι τούτος βέβαια ο ισχυρισμός της μάρτυρος, εν τούτοις, θέση της ήτο ότι αντέδρασε στα καθήκοντα που της λέχθηκαν, παρότι ανέλαβε εργασία το ίδιο βράδυ. Ακόμη και επί τη υποθέσει όμως ότι αυτά ήταν τα καθήκοντα που της αναφέρθηκαν στις 11.7.2008 διερωτάται κανείς˙ πώς συνάδει η ισχυριζόμενη αντίδραση της μάρτυρος σε ότι επακολούθησε, δηλαδή την ανάληψη εργασίας. Τέτοια ενέργεια δεν κρίνεται ως λογικό και συμβατό της αντίδρασης επακόλουθο. Παρόλα ταύτα, δεν μου διαφεύγει ότι η μάρτυρας ανέφερε σωρεία λόγων γιατί ανέλαβε εργασία όπως και γιατί υπόμεινε όλα όσα κατ΄ ισχυρισμό υπόμεινε στην ταβέρνα. Επί του προκειμένου όμως εξαρχής πρέπει να ειπωθεί ότι και πάλιν διαπιστώνεται πολλαπλότητα και ασάφεια στα λεγόμενα της μάρτυρος. Στην κατάθεσή της (βλ. τεκμήριο 24) εντοπίζονται τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικοί λόγοι. Με τη σειρά που εκεί παρατίθενται έχουν ως ακολούθως· ισχυρίζεται η μάρτυρας ότι ένας εκ των λόγων ήταν επειδή τον φοβόταν, δηλαδή τον πρώτο κατηγορούμενο. Ό,τι ξαφνιάζει είναι πως η μάρτυρας συνδυάζει αυτό το φόβο με το πρώτο βράδυ που πήγε στην ταβέρνα και τις σχετικές οδηγίες που τις δόθηκαν. Εάν η μάρτυρας φοβόταν, θέση η οποία δεν απορρίπτεται εκ προοιμίου εφόσον επί τη υποθέσει πάντα ότι οι ισχυρισμοί είναι ορθοί και αληθινοί αναμενόμενο είναι νεαρή γυναίκα που βρίσκεται σε αυτή τη δυσάρεστη θέση να διακατέχεται από φόβο, απορίας άξιον είναι ότι από τα συμφραζόμενα της μάρτυρος αυτός ο φόβος την καταλαμβάνει όταν πλέον ανέλαβε εργασία και εκτελούσε τα καθήκοντά της (βλ. τεκμήριο 24, ¨επειδή εγώ τον φοβόμουνα, υπάκουα τις οδηγίες του¨) και όχι μερικά λεπτά πιο πριν, όταν, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της, αντέδρασε και αρνήθηκε τα καθήκοντα που της ανατέθηκαν, και τούτο παρότι εν τέλει συγκατάνευσε. Υπό αυτή τη σκοπιά και πάλιν ο ισχυρισμός της μάρτυρος δεν βρίσκει απήχηση στη λογική. Εν πάση όμως περιπτώσει, ο ισχυριζόμενος φόβος έχει άλλη μια διάσταση. Όπως προανέφερα ο ισχυρισμός συναρτήθηκε με τις σχετικές οδηγίες που δόθηκαν στη μάρτυρα. Οι εν λόγω οδηγίες ήτο οι ίδιες τόσο για το πρώτο βράδυ όσο και μετά. Η μάρτυρας όφειλε εν προκειμένω να εξωθεί τους πελάτες σε κατανάλωση ποτών με απώτερο σκοπό να διεγείρει την επιθυμία τους να έχουν σεξουαλική επαφή μαζί της, αφότου βεβαίως κατέβαλαν το απαιτούμενο τίμημα. Και επί τούτου όμως διαπιστώνεται απουσία λογικού ερείσματος, συνεπεία των γεγονότων στη βάση των οποίων η μάρτυρας εδράζει τον ισχυρισμό της. Αποδέχεται η μάρτυρας πως για το διάστημα που παρέμεινε στην ταβέρνα, περί τον ένα μήνα και κάτι, μόλις μια φορά πήγε με πελάτη και μάλιστα τον Αύγουστο, δηλαδή λίγο πριν φύγει. Έπεται συνεπώς πως η μάρτυρας, στη βάση πάντα των ισχυρισμών της, δεν απέφερε κέρδος στους κατηγορούμενους. Αυτή όμως η διαπίστωση δεν συνάδει ούτε με τις ισχυριζόμενες φοβέρες στις οποίες προέβαιναν οι κατηγορούμενοι, όπως ούτε με το φόβο που ένιωθε η μάρτυρας. Εάν μεν η μάρτυρας φοβόταν λογικό είναι ότι, είτε θα έφευγε το συντομότερο δυνατό από την ταβέρνα, είτε θα συμμορφωνόταν πλήρως με τις σχετικές οδηγίες. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα πως οι επικαλούμενες φοβέρες και οι ψυχολογικές τούτων επιπτώσεις, δεν υπερπηδούν τη σκόπελο της λογικής και καταρρίπτονται. Ως δεύτερο και τρίτο λόγο αποδοχής των καθηκόντων της η μάρτυρας αναφέρει στο τεκμήριο 24 ότι· «είχα ανάγκη από λεφτά και επειδή φοβόμουνα μήπως με στείλουν πίσω στη χώρα μου έκανα ότι μου έλεγαν». Έχει υποδειχθεί ήδη ότι η μάρτυρας δεν έκανε ότι της έλεγαν εφόσον, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, πήγε με πελάτη μια μόνο φορά. Από την άλλη, ούτε η πενιχρή οικονομική της κατάσταση φαίνεται να οδηγά στο συμπέρασμα ότι η μάρτυρας εκπορνεύθηκε κατόπιν οδηγιών των κατηγορουμένων, όπως ισχυρίζεται. Η μάρτυρας επεξήγησε ότι εάν έκανε λιγότερα από πέντε ποτά ημερησίως, δηλαδή ένα πωλούσε τόσα, θα έπαιρνε ως αμοιβή μόνο την προμήθεια, δηλαδή δύο ευρώ για κάθε ποτό. Από την άλλη, εάν πήγαινε με πελάτες θα έπαιρνε τόσο την προμήθεια, όσο και το μισθό της, δηλαδή είκοσι πέντε ευρώ ημερησίως, καθώς και το ποσό που θα της αναλογούσε από τις υπηρεσίες που θα πρόσφερε στον πελάτη ήτοι, το ήμισυ της αξίας δέκα ποτών, έκαστο των οποίων στοίχιζε δέκα ευρώ. Αυτή και μόνο η επεξήγηση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αναφορά της μάρτυρος «είχα ανάγκη από λεφτά» δεν συνάδει με την περιορισμένη συμμετοχή της στις προσφερόμενες υπηρεσίες. Εάν, όπως ισχυρίζεται, αποδέχθηκε την εν λόγω εργασία ένεκα πενίας, θα ανέμενε κανείς πως η μάρτυρας θα συμμορφώνετο πλήρως με τις οδηγίες που της έδωσαν και δεν θα απέφευγε σεξουαλική επαφή με πελάτες, επιλογή η οποία θα ήταν και η πλέον προσοδοφόρα, τόσο για την ίδια όσο και για τους κατηγορούμενους. Ο δε έτερος ισχυρισμός, φοβούμουν ότι θα με στείλουν πίσω στη χώρα μου, επίσης καταρρίπτεται ως ανυπόστατος. Από την αντεξέταση της μάρτυρος διεφάνη ότι στην Κύπρο ήρθε με εισιτήριο που της εξασφάλισε τρίτο πρόσωπο πακιστανικής καταγωγής και όχι οι κατηγορούμενοι. Για τη διαμονή της στην Κύπρο, αμέσως μετά την άφιξή της, οι κατηγορούμενοι δεν είχαν καμία συμμετοχή. Προκύπτει συναφώς ότι η μάρτυρας, ευρωπαία υπήκοος σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ήρθε στην Κύπρο οικιοθελώς, όχι για να εργαστεί αλλά για να παντρευτεί, δεν όφειλε την παραμονή της στους κατηγορούμενους και σίγουρα δεν εξαρτάτο από αυτούς. Δεν είναι τούτη η περίπτωση αλλοδαπού προσώπου το οποίο χρειάζεται ιδιαίτερη διαδικασία εξασφάλισης άδειας παραμονής και εργασίας. Μπορεί μεν ο γάμος της ΜΚ4 με το άλλο πρόσωπο να μην τελέστηκε, τούτο όμως δεν διαφοροποίησε το καθεστώς παραμονής της στην Κύπρο, εφόσον πρόκειται για Ευρωπαία υπήκοο. Ως εκ τούτου, μετέωρος παραμένει και αυτός ο ισχυρισμός της μάρτυρος. Ο τελευταίος λόγος που έδωσε η μάρτυρας ως επεξήγηση γιατί συμμορφώθηκε με τις οδηγίες των κατηγορουμένων ήταν ότι την απειλούσαν ότι θα μείνει στο δρόμο, νοείται αφού την έδιωχναν. Είναι γεγονός πως τέτοια σκέψη, ιδιαίτερα εκεί όπου αφορά αλλοδαπό πρόσωπο, έστω και ευρωπαίο, δηλαδή πρόσωπο ευρισκόμενο σε ξένη χώρα, και ενδεχομένως ανέστιο και πένη, είναι ικανή να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες κατά τα άλλα συγκατανεύσεις. Στη δοσμένη όμως περίπτωση παρατηρώ ότι η ΜΚ4 ανέλαβε εργασία στην ταβέρνα την 11.7.
- Στην Κύπρο όμως ήρθε την 07.07.
- Μπορεί μεν να διέμεινε για λίγες ημέρες σε σπίτι προσώπου πακιστανικής καταγωγής, όταν όμως απεφάσισε να φύγει, δηλαδή την 10.07.2008, δεν έμεινε στο δρόμο αλλά στον εξάδελφό της ονόματι Ιον. Παρότι περιορισμένο το διάστημα της εκεί διαμονής της, αναδεικνύει ότι είχε χώρο διαμονής. Προς τι λοιπόν η όλη ανησυχία ότι θα έμενε στο δρόμο όταν είχε χώρο να διαμείνει, δηλαδή το διαμέρισμα του ξαδέλφου της. Ως εκ των πιο πάνω συνάγεται πως ούτε αυτός ο λόγος ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Όλα όμως τα πιο πάνω δεν είναι διακριτά άλλων δυο βασικών πτυχών του μαρτυρικού υλικού, οι οποίες μάλιστα προέρχονται από την ίδια τη ΜΚ
- Η μάρτυρας συμφώνησε εν προκειμένω ότι ενόσω εργοδοτείτο στην ταβέρνα, σε κάποιο στάδιο ο πρώτος κατηγορούμενος την έδιωξε. Συμφώνησε περαιτέρω ότι η ίδια έκλαιγε τότε και παρακαλούσε τον πρώτο κατηγορούμενο να την επαναπροσλάβει. Προς τούτο μεσολάβησε μάλιστα και τρίτο πρόσωπο (ο Λαουρέντσιο), για να μεταπείσει δηλαδή τον πρώτο κατηγορούμενο να μην την απολύσει. Αυτή όμως η πτυχή του μαρτυρικού υλικού προκαλεί θεμελιώδη ρήγματα στην αξιοπιστία της μάρτυρος. Πιο πάνω αναλώθηκαν αρκετές γραμμές για να επεξηγηθούν όλα όσα η ΜΚ4 ανέφερε ως λόγους που την κράτησαν στην ταβέρνα. Ό,τι όμως αδυνατώ να κατανοήσω είναι πως συνάδει η παραδοχή της μάρτυρος ότι εκλιπαρούσε να επαναπροσληφθεί σε μία εργασία που της ζητείτο, σύμφωνα πάντα με την ίδια, να εκπορνεύεται, τόσο με την κοινή λογική όσο και με τις προαναφερόμενες επεξηγήσεις της μάρτυρος. Έχω ήδη απαντήσει ένα προς ένα τους λόγους που επικαλέστηκε η μάρτυρας και δεν προτίθεμαι να τους επαναλάβω, κρίνω όμως ορθό να σημειώσω πως τα όσα η μάρτυρας ανέφερε δεν εκλογικεύουν αυτό το γεγονός, δηλαδή ότι έκλαιγε και ζητούσε να επαναπροσληφθεί. Θα ανέμενε κανείς ότι έστω και την υστάτη θα ήταν η στιγμή της απελευθέρωσής της από τα ισχυριζόμενα δεσμά της. Αντ' αυτού όμως η μάρτυρας εκλιπαρεί να παραμείνει και να συνεχίσει να εργάζεται. Ως εκ τούτου, η παραδοχή της μάρτυρος ότι παρακαλούσε να την επαναπροσλάβουν, η οποία υποστηρίζει τη θέση του κατηγορουμένου, δεν αφήνει απλώς αμφιβολίες για την αλήθεια της μαρτυρίας της αλλά εξανεμίζει κάθε ενδεχόμενο πειστικότητας. Οδηγεί, δίχως άλλο, στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Το δεύτερο όμως σημείο, επίσης παραδοχή της μάρτυρος, είναι πως παρότι έφυγε από την ταβέρνα περί τα τέλη Αυγούστου και παρότι αμέσως πήγε σε ειδικό καταφύγιο, εντούτοις την όλη υπόθεση κατήγγειλε στην αστυνομία μόλις την 03.10.
- Αυτή η αναμονή της μάρτυρος για χρονικό διάστημα πέραν του ενός μηνός δεν μπορεί να μείνει απαρατήρητη. Γεννά βεβαίως ερωτήματα ως προς την αληθοφάνεια των ισχυρισμών της μάρτυρος, εφόσον στερείται αυθορμητισμού εδραζόμενου σε αγανάκτηση και απηύδηση, στοιχεία τα οποία θα οδηγούσαν την κάθε γυναίκα που βίωσε όσα η ΜΚ4 ισχυρίζεται, να καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία αμέσως με την πρώτη ευκαιρία. Ανεξάρτητα και συγκεραστικά των πιο πάνω σημειώνω εδώ και τις αρνητικές εντυπώσεις που δημιουργούνται για την εντιμότητα και αξιοπιστία της ΜΚ4, εκ της παραδοχής της και πάλιν ότι στην Κύπρο ήλθε για να παντρευτεί έναντι αμοιβής δίδοντας έτσι σε πακιστανό υπήκοο ευρωπαϊκή ταυτότητα. Όλα τα πιο πάνω αποτιμήθηκαν κατά τη θεώρηση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού, αλλά και της μαρτυρίας της ΜΚ
- Όπως προανέφερα δεν είναι μόνο οι αντιφάσεις μεταξύ κυρίως εξέτασης και αντεξέτασης που καταστρέφουν την αξιοπιστία της μάρτυρος. Όλα τα πιο πάνω αναδεικνύουν απουσία αυθορμητισμού και γνησιότητας καθώς επίσης λογικού ερείσματος στη μαρτυρία της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω τη ΜΚ4 αναξιόπιστη και τη μαρτυρία της ανίκανη υποστήριξης οιονδήποτε ευρημάτων, πλην όσων προκύπτουν και από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Έχοντας καταλήξει ότι η ΜΚ4 δεν είναι μάρτυρας της αλήθειας, κρίνω ορθό να αναφέρω εδώ πως δυνάμει των σχετικών νομολογιακών αρχών δεν τίθεται θέμα αναζήτησης οιασδήποτε ενισχυτικής μαρτυρίας εφόσον τέτοια μαρτυρία χρησιμεύει για να απαλείψει εγγενείς αμφιβολίες ύποπτης, ένεκα της φύσης της, μαρτυρίας, που έχει όμως κριθεί αξιόπιστη. Επί τούτου καθοδήγηση αντλώ από τα λεχθέντα στην υπόθεση Τεβλετιάν κ.α. ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 512 όπου στη σελίδα 521 αναφέρθηκε ότι: ¨Μας φαίνεται ότι η ενδεδειγμένη διαδικασία χειρισμού της μαρτυρίας συνενόχου ή μάρτυρα υπόπτων ελατηρίων είναι, κατ' αρχήν, η αξιολόγηση της μαρτυρίας τέτοιου μάρτυρα συνολικά, στο πλαίσιο δηλαδή της όλης μαρτυρίας, και όχι απομονωμένα από την υπόλοιπη μαρτυρία. Αν εξεταζόμενη κατ' αυτό τον τρόπο τέτοια μαρτυρία κριθεί ως αναξιόπιστη, η μαρτυρία απορρίπτεται χωρίς άλλο. Αν κριθεί ως αξιόπιστη, το Δικαστήριο στη συνέχεια προειδοποιεί τον εαυτό του για τον κίνδυνο καταδίκης κατηγορουμένου στη βάση μόνο μαρτυρίας συνενόχου ή μάρτυρα υπόπτων ελατηρίων. Αν αποφασίσει ότι είναι ασφαλές να καταδικάσει στη βάση μόνο τέτοιας μαρτυρίας, τότε μπορεί να το πράξει. Αν όμως κρίνει ότι δεν είναι ασφαλές να ενεργήσει κατ' αυτό τον τρόπο, τότε αναζητεί ενισχυτική μαρτυρία και αν βρεί τέτοια μαρτυρία τότε καταδικάζει τον κατηγορούμενο, αν όμως δεν βρεί τέτοια μαρτυρία τότε τον απαλλάσσει¨ Εν πάση όμως περιπτώσει, αναφέρω ότι έχοντας διεξέλθει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού δεν εντοπίζω μαρτυρία, είτε άμεση είτε περιστατική, για την οποία θα μπορούσε να λεχθεί ότι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία εν τη εννοία του ορισμού που δόθηκε στην υπόθεση R v Baskerville
(1916)2 K.B.658 και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Saad ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Δ.Δ 106,
- Έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία της ΜΚ4 διαπιστώνω ότι καμία άλλη μαρτυρία υποστηρίζει, έστω και αμυδρά, τις καταλογιζόμενες στους δυο κατηγορουμένους κατηγορίες. Είναι μεν διαπίστωση μου ότι η ΜΚ4 εργάστηκε στην ταβέρνα Μπαρ-Κριός του πρώτου κατηγορουμένου τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 2008 ενόσω εκεί βρίσκετο και η δεύτερη κατηγορουμένη. Καμία όμως αξιόπιστη μαρτυρία υποστηρίζει ότι η ΜΚ4 εκπορνεύετο κατόπιν οδηγιών των δυο κατηγορουμένων ή ότι οι κατηγορούμενοι διατηρούσαν οίκο ανοχής, αποζούσαν από κέρδη πορνείας ή εκμεταλλεύονταν τη ΜΚ
- Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να επεξηγήσω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες εναντίον των κατηγορουμένων. Συνακολουθά οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις εν λόγω κατηγορίες. (Υπ.) ............. Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο