← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. ΄Ελλη ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14639/08, 7 Δεκεμβρίου, 2009

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. ΄Ελλη ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14639/08, 7 Δεκεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:B48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14639/08 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας εναντίον

  1. ΄Ελλη ΙΩΑΝΝΟΥ
  2. Τάσος ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ
  3. Ελένη ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ
  4. Κυπρούλα ΤΣΟΥΚΚΗ
  5. Πάρης ΨΥΛΛΙΔΗΣ
  6. Στέλιος ΚΟΥΜΙΔΗΣ
  7. Ε/Αστ. 6020 Πέτρος ΑΓΓΕΛΗ
  8. Μαρία ΠΕΤΡΟΥ 7 Δεκεμβρίου,
  9. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιάλλουρου. Για τον κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία και πιο συγκεκριμένα ότι την 08.01.2008, επιδίδετο, μαζί με άλλα πρόσωπα, σε κυβεία, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 12, 14 και 15 του Κεφ.
  10. Χώρος διάπραξης του αδικήματος καθορίζεται το υποστατικό με την επωνυμία ''Λίζα'', στην οδό Φωτεινού Πανά 3, ενώ ως τυχερό παιχνίδι εκείνο του δυναμίτη. Ας σημειωθεί εκ προοιμίου πως το κατηγορητήριο συμπεριλαμβάνει άλλους επτά κατηγορουμένους οι οποίοι όμως παραδέχθηκαν ενοχή και τους επιβλήθηκε ποινή από άλλη σύνθεση τούτου του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, η κατηγορία παρέμεινε να αφορά μόνο τον ενώπιον μου κατηγορούμενο, δηλαδή τον υπ' αριθμό 7 επί του κατηγορητηρίου. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Πρόκειται για τους Αστ. 1885, Μ. Στεφάνου (ΜΚ1), Αρχιαστ. 3088, Ξ. Ανδρέου (ΜΚ2) και Αναπλ. Λοχία 824 Μ. Μιχαήλ (ΜΚ3). Όταν δε ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία επέλεξε το δικαίωμα ένορκης μαρτυρίας, στην οποία και προέβη. Συνοψίζω, περιγραμματικά, το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Σύμφωνα με τους ΜΚ2 και ΜΚ3 την 08.01.2008 επέδραμαν, δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας, στη λέσχη με την επωνυμία ''Λίζα'' στην οδό Φωτεινού Πανά 3, ιδιοκτησία της ΄Ελλης Ιωάννου. Εκεί, σύμφωνα με τους ΜΚ2 και ΜΚ3, βρήκαν επτά πρόσωπα να επιδίδονται, σε κυβεία, δηλαδή δυναμίτη. Τα επτά πρόσωπα ήταν οι Στέλιος Κουμίδης, Κυπρούλα Τσουκκή, Τάσος Διομήδους, Πάρης Ψιλλίδης, Ελένη Γαβριηλίδου, Πέτρος Αγγελή (ο κατηγορούμενος) και Μαρία Πέτρου. Οι πιο πάνω, ανέφεραν οι ΜΚ2 και ΜΚ3, κατά την είσοδο της αστυνομίας στο υποστατικό κάθονταν γύρω από στρογγυλό τραπέζι και κρατούσαν παιγνιόχαρτα, ενώ μπροστά από το Στέλιο Κουμίδη υπήρχε ένα μπλοκ από άσπρες κόλλες αριθμημένες από το ένα μέχρι το οκτώ, το οποίο ανέγραφε τον αριθμό
  11. Εισερχόμενοι οι δύο αστυφύλακες εντός του υποστατικού, ο ΜΚ3 ζήτησε από τους παρευρισκομένους να παραμείνουν στις θέσεις τους, ενώ σε ερώτηση που τους απηύθυνε τι παιγνίδι παίζουν, ο Στέλιος Κουμίδης απάντησε ¨παίζουμε δυναμίτη 10 Χ 20 ευρώ¨ και έβγαλε από την τσέπη του το ποσό των €160,00 αναφέροντας ότι είναι το ποσό που στοιχημάτισαν οι παίκτες. Τα παιγνιόχαρτα, το μπλοκ και τα €160,00 κατατέθηκαν ως τεκμήριο στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήριο 4, 3 και 5στ, αντίστοιχα). Στη συνέχεια όταν επιστήθηκε η προσοχή του κατηγορουμένου στο νόμο απάντησε προφορικά ¨εκράουν €40,00 τζιαι έχασα τα¨. Όταν αργότερα κατηγορήθηκε γραπτώς από το ΜΚ1 που ανέλαβε τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης απάντησε ¨ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο¨. Στον αντίποδα ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι μετέβη στο εν λόγω υποστατικό και πως ενόσω έπινε τον καφέ του, κάποιο πρόσωπο από το άλλο δωμάτιο τον κάλεσε. Ο λόγος, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, που κλήθηκε από το άλλο πρόσωπο, ήταν για να του επεξηγήσει σχετικά με τις αποσύρσεις οχημάτων, εφόσον ο ίδιος, δηλαδή ο κατηγορούμενος, εργάζεται στο τμήμα οδικών μεταφορών. ΄Ενεκα τούτου ο κατηγορούμενος μετέβη και κάθισε παραπλεύρως του προσώπου που τον κάλεσε. Τα άλλα πρόσωπα στο τραπέζι έπαιζαν χαρτιά αλλά ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι έπαιζαν με χρήματα, εφόσον δεν εβρίσκοντο επάνω στο τραπέζι. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ήταν μετά την έφοδο της αστυνομίας και όταν πλέον φανερώθηκαν χρήματα, δηλαδή βγήκαν από τις τσέπες, που αντιλήφθηκε ότι τα πρόσωπα στο τραπέζι έπαιζαν με χρήματα. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων, στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 16τth edition, σελ. 133). Στην εν λόγω διαδικασία προέβηκα έχοντας επίγνωση ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της έκφανσης της διαδικασίας είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 Αθανασίου κ.α. ν. Κουκούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Κρίνω ορθό να αναφέρω εξ αρχής ότι ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε το ΜΚ1 όπως ούτε το ΜΚ2. Μπορεί μεν η μαρτυρία του ΜΚ1 να κρίνεται τυπική, εφόσον δεν αφορά αυτή καθ' εαυτή την επιδρομή της αστυνομίας αλλά ότι ακολούθησε, δηλαδή παραλαβή τεκμηρίων από τους ΜΚ2 και ΜΚ3 και πρόσαψη γραπτών κατηγοριών στους κατηγορούμενους, αντίθετα όμως ισχύουν για τη μαρτυρία του ΜΚ2, ο οποίος έλαβε μέρος στην επιδρομή στο υποστατικό και ανέφερε όσα εκεί διαπίστωσε. Παρότι παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα ισούται με αποδοχή των ισχυρισμών του και νοουμένου ότι και το Δικαστήριο είναι της γνώμης πως οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν είναι καταφανώς αναξιόπιστοι, οφείλει να τους υιοθετήσει (βλ. Ανδρέας Προδρόμου Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260, 267), εφόσον ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, αντεξέτασε το ΜΚ3, τον υπεύθυνο της επιδρομής, την αναμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΚ2 θα προσεγγίσω με πολλή προσοχή. Οι μάρτυρες κατηγορούσας αρχής μου άφησαν θετικότατες εντυπώσεις. Κατ' αρχάς η μαρτυρία τους, ιδιαίτερα των ΜΚ2 και ΜΚ3, ταυτίζεται. Περαιτέρω, η αντικειμενική υπόσταση των λεγομένων τους υποστηρίζεται, όπως θα φανεί στη συνέχεια, και από τις δηλώσεις που έγιναν στο χώρο του υποστατικού που επέδραμαν. Τέλος, κανείς από τους τρεις μάρτυρες περιέπεσε σε αντιφάσεις, ενώ και η εκφορά του λόγου τους, ως απότοκο της σκέψης ενός εκάστου, είχε ειρμό και αυθορμητισμό, στοιχεία που αναδεικνύουν ειλικρίνεια και εντιμότητα. Από την άλλη ο κατηγορούμενος με εξέπληξε αρνητικά. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του παρέμεινε εν πολλοίς απροσδιόριστο και ασαφές. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύω τα ακόλουθα˙ Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, μετέβη στο εν λόγω υποστατικό για να παράσχει ψυχολογική υποστήριξη σε φιλικό του πρόσωπο. Ερωτηθείς όμως σε ποιο πρόσωπο πρόσφερε τέτοια υποστήριξη και για ποιο θέμα, αρνήθηκε να απαντήσει ισχυριζόμενος πρόκειται για προσωπικό θέμα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν καθόταν στο τραπέζι αλλά παραπλεύρως, και τούτο γιατί κάποιο πρόσωπο τον κάλεσε εκεί για να του επεξηγήσει θέματα συναφή της εργασίας του. Ποιο όμως είναι το πρόσωπο που τον κάλεσε δεν ενθυμείτο να αναφέρει στο Δικαστήριο. Τέλος, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι κάποιο πρόσωπο του τηλεφώνησε μετά την επιδρομή της αστυνομίας και του έδωσε πληροφορίες αναφορικά με το τεκμήριο 4. Ερωτηθείς και πάλιν να αποκαλύψει την ταυτότητα του αναφερομένου προσώπου ανέφερε ότι δεν μπορούσε προφασιζόμενος ότι η κλήση διενεργήθηκε με απόκρυψη τηλεφωνικού αριθμού. Εν τούτοις ήταν εις θέση να εικάσει ότι πιθανότατα επρόκειτο για κάποιον που ήθελε να τον βοηθήσει. Όλα τα πιο πάνω αναδεικνύουν την προαναφερόμενη ασάφεια και απροσδιοριστία των ισχυρισμών του κατηγορούμενου. Από την άλλη εγγενές χαρακτηριστικό των πιο πάνω θέσεων είναι ότι αφίστανται της κοινής λογικής. Δεν είναι βέβαια παράλογο να μην ενθυμείται ο κατηγορούμενος με ποιον συνομιλούσε στο τραπέζι που καθόταν. Παράλογο είναι ότι ενώ η αποτύπωση στη μνήμη του κατηγορουμένου αυτού του προσώπου ήτο υψίστης σημασίας, εφόσον η μαρτυρία του θα τον απάλλασσε από την κατηγορία, εντούτοις ο κατηγορούμενος δεν συγκράτησε το όνομα του εν λόγω προσώπου. Περαιτέρω, παράλογο είναι να συνομιλεί κανείς για σημαντικό θέμα, όπως η πρόσαψη οποιασδήποτε κατηγορίας, με πρόσωπο του οποίου την ταυτότητα δεν γνωρίζει, σύμφωνα με τα λεγόμενα του κατηγορούμενου, όπως ούτε τον αριθμό τηλεφώνου, αλλά κατά τα άλλα να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο δήθεν άγνωστος επιθυμούσε να τον βοηθήσει. Πέραν των πιο πάνω οι εκατέρωθεν των δύο πλευρών ισχυρισμοί δεν είναι διακριτοί άλλων δύο βασικών πτυχών του μαρτυρικού υλικού. Τούτες είναι˙ αφενός η δήλωση του Στέλιου Κουμίδη και αφετέρου η προφορική απάντηση του κατηγορουμένου μετά την επίστηση της προσοχής του στο νόμο. Ας σημειωθεί ότι το γεγονός πως οι εν λόγω φράσεις ειπώθηκαν δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο. Πρώτα όμως σχολιάζω την απάντηση Κουμίδη προς τους αστυφύλακες δηλαδή ''παίζουμε δυναμίτη 10 Χ 20 ευρώ'' και την παράδοση από τον ίδιο του ποσού των €160,00, η οποία συνοδεύθηκε από τη δήλωση ότι ήτο τα χρήματα που στοιχημάτισαν οι παίκτες. Ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ότι η εν λόγω δήλωση και ενέργεια έγινε στην παρουσία του όπως ούτε ότι την άκουσε. Μάλιστα, από τη μαρτυρία του, δηλαδή ότι μετά την επιδρομή της αστυνομίας είδε χρήματα να βγαίνουν από τις τσέπες, ενισχύει του λόγου το ασφαλές, δηλαδή ότι άκουσε και είδε τα προαναφερόμενα. Το ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι το εξής˙ Μπορούν οι εν λόγω δηλώσεις να ληφθούν υπόψη στην υπόθεση που αφορά τον ενώπιον μου κατηγορούμενο ή μήπως δεσμεύουν μόνο το πρόσωπο που προέβη σε τούτες, δηλαδή το Στέλιο Κουμίδη. Εάν η απάντηση είναι ότι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ποιαν αξία έχουν; Στο κεφάλαιο 36 του συγγράμματος Phipson on Evidence, 16th edition κάτω από τον τίτλο Statements in the Presence, and Documents in the possession of a party, στην παράγραφο 36-02 αναφέρεται ότι: ''Statements in presence. When statements made in a party's presence are tendered against him as original evidence (i.e. as being material irrespective of their truth or falsity), e.g. as constituting an offer or acceptance in a case of contract, or as introductory to, or explanatory of, his conduct, or as showing his knowledge or notice of the facts stated: they are admissible as being in issue or relevant, per se. But when tendered against him as evidence of the truth of the matter asserted, they are only receivable if, and so far as, he has, by his speech, silence or conduct, admitted their accuracy.'' H πιο πάνω αρχή εδραιώθηκε με την υπόθεση R v. Christie
(1914)AC 545 και εξελίχθηκε στην υπόθεση Ηall v. Reginam
(1971)1 All E.R. 322. Oι εν λόγω υποθέσεις υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Αnastasiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, 274 έως 280 ενώ στην υπόθεση Ξυδιάς ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174, 199 το Δικαστήριο υιοθέτησε την προειρημένη αρχή από το σύγγραμμα Phipson on Evidence, εκεί όμως στην έκταση που τούτη αφορούσε έγγραφα. Τέλος, στην πολύ πρόσφατη υπόθεση R v. Collins and Keep
(2003)2 Cr. App. 11 το Δικαστήριο συνόψισε τις σχετικές νομολογιακές αρχές ως ακολούθως: ''From the authorities to which we have referred, it is clear that where an allegation is made against the accused in his presence:
  1. i)It is for the jury to determine whether a statement made in the presence of the accused calls for some response;
  2. ii)If it does, and if no response is made, the statement can only be evidence against the accused if by his reaction to it, he accepts that statement as true; although that is a question for the jury to determine, mere silence cannot of itself amount to an acknowledgement of the truth of an allegation. iii) A distinction is made in the authorities between cases where the defendant is on equal terms with those making the accusation (in which case silence may be used against him) and those where the defendant is at a disadvantage (in which case silence cannot be used against him). ΄Εχοντας λοιπόν υπόψη μου όλα τα πιο πάνω παρατηρώ τα ακόλουθα˙ Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο την ώρα που επέδραμε η αστυνομία στο υποστατικό βρέθηκε να κάθεται παραπλεύρως τραπεζιού που έπαιζαν χαρτιά. Ερωτηθείς οι παρευρισκόμενοι από το λοχία (ΜΚ3) τι παίζουν, αφότου πρώτα τους ζήτησε να παραμείνουν στη θέση του, εις εκ των θαμώνων ανέφερε ¨παίζουμε δυναμίτη 10 χ 20 ευρώ¨ και παρέδωσε και το ποσό των 160 ευρώ ως το στοίχημα των παικτών. Τότε ήταν, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, που αντιλήφθηκε ότι έπαιζαν με χρήματα. Ο ίδιος όμως δεν ανέφερε οτιδήποτε. Κρίνω πως υπό τις περιστάσεις, δηλαδή ευρισκόμενος κάποιος σε θέση που δυνατό να ενοχοποιείτο, για λόγο μάλιστα που δεν γνώριζε ότι υφίστατο πάραυτα ότι θα επενέβαινε μετά από αυτή τη δήλωση και δεν θα σιωπούσε, διαχωρίζοντας έτσι τη θέση του, δηλαδή την εκεί παρουσία του, από τους υπόλοιπους. Θα ανέμενε κανείς πως εάν ο κατηγορούμενος δεν έπαιζε χαρτιά θα το δήλωνε την ίδια ώρα που όλα τα πιο πάνω έλαβαν χώρα. Η σιωπή του κατηγορουμένου ισούται εδώ με αποδοχή και υιοθέτηση της δήλωσης του προσώπου ονόματι Στέλιος Κουμίδη. Ανάλογα όμως ισχύουν και για τη δήλωση στην οποία προέβη ο κατηγορούμενος στη συνέχεια. Κατόπιν επίστησης της προσοχής του στο νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε ¨εκράουν 40 ευρώ τζαι έχασά τα¨. Προσπάθησε στο Δικαστήριο να επεξηγήσει ότι η φράση ¨έχασα τα¨ παρέπεμπε σε χρόνο προ της εισόδου του στο υποστατικό δηλαδή ότι του, έπεσαν μέσα στο όχημά του. Ό,τι ξενίζει είναι πως ενώ επικαλείται την εμπειρία και γνώση του ως ειδικός αστυφύλακας στο τμήματα οδικών μεταφορών ισχυρίζεται ότι απάντηση στην οποία προβαίνει πρόσωπο του οποίου εφιστάται η προσοχή στο νόμο δεν μπορεί να είναι μυθιστόρημα. Αξίζει κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι δήλωση κατηγορούμενου προσώπου, όσο υπερμεγέθης και αν είναι αυτή, μεταφέρεται αυτούσια. Περαιτέρω, εδώ δεν τίθεται θέμα μεγέθους αλλά ουσίας. Και πάλιν θα ανέμενε κανείς ότι πρόσωπο που κατηγορείται, ιδιαίτερα εάν γνωρίζει την ποινική διαδικασία, όπως ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται, και νοουμένου ότι είναι αθώο και νιώθει τούτου, θα προβεί σε ανάλογη δήλωση και σίγουρα όχι σε διφορούμενη και αμφιλεγόμενη. Αντικειμενικά ορώμενη η δήλωση του κατηγορούμενου δεν χωρεί άλλης ερμηνείας πλην του ότι τα σαράντα ευρώ που είχε στην κατοχή του τα έχασε στο παιγνίδι που η αστυνομία βρήκε τους παριστάμενους στο υποστατικό να παίζουν και γι' αυτό επέστησε την προσοχή τους, όπως και του κατηγορουμένου, στο νόμο. Όλα τα πιο πάνω εκ των πραγμάτων απορρίπτουν και την άλλη θέση του κατηγορουμένου αναφορικά με το τεκμήριο 3, δηλαδή ότι δεν μπορούσε να παίζουν επτά πρόσωπα, ως οι ΜΚ2 και ΜΚ3 διατείνονται, εφόσον τρείς εξ αυτών είχαν χάσει. Ας σημειωθεί εδώ ότι το τεκμήριο 3 δεν επεξηγήθηκε στο Δικαστήριο και οι όποιες αναφορές του κατηγορούμενου παρέμειναν στη σφαίρα της θεωρίας χωρίς αιτιολόγηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τη μαρτυρία του κατηγορουμένου την απορρίπτω ως αναξιόπιστη και αναληθή, στην έκταση που συγκρούεται με την αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3. Καταλήγω συναφώς ότι την 08.01.2008 οι ΜΚ2 και ΜΚ3 επέδραμαν στο αναφερόμενο υποστατικό και εκεί βρήκαν επτά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και τον κατηγορούμενο, να κάθονται γύρω από στρογγυλό τραπέζι και να έχουν στα χέρια τους χαρτιά. Στη συνέχεια ένας εκ των θαμώνων, παρουσία και του κατηγορούμενου, ανέφερε ότι έπαιζαν δυναμίτη 10 χ 20 ευρώ και παρέδωσε το ποσό των €160 ως το χρηματικό ποσό που στοιχημάτισαν οι παίκτες, ενώ αργότερα ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι κρατούσε σαράντα ευρώ τα οποία έχασε. Όλα τα πιο πάνω με οδηγούν σε ένα και μόνο συμπέρασμα, δηλαδή ότι κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο οι παρευρισκόμενοι στο υποστατικό, μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος, επιδίδονταν σε κυβεία, δηλαδή σε τυχερό παιγνίδι έναντι χρημάτων. Το παιγνίδι δεν ήταν άλλο από δυναμίτη και το στοίχημα 10 και 20 ευρώ. Ως εκ τούτου, διαπιστώνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία. (Υπ.) .......... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.