Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέας ΜΕΪΤΑΝΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 35623/07, 14 Δεκεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:B54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον:. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 35623/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν.
- Ανδρέας ΜΕΪΤΑΝΗΣ
- Αντώνης ΣΤΡΑΤΟΥΡΑΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους Για τον Κατηγορούμενο: κα Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενος 1: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος 1, αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση των άρθρων 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου 86/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αναγράφονται στο κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος 1 την 1.10.2006 στη Λεωφόρο Τσερίου στο Στρόβολο ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο ΕΜΤ717 επί οδού λόγω αλόγιστης απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο του Ανδρέα Σόλωνος τέως από τη Γαλάτα. Στον Κατηγορούμενο επίσης αποδίδονται οι κατηγορίες της οδήγησης καθ΄ υπέρβαση ορίου ταχύτητας, η ταχύτητα που του αποδίδεται είναι 61 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ, ότι οδηγούσε το ίδιο όχημα με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας λόγω μη παρουσίασης του για επιθεώρηση και ότι οδηγούσε το εν λόγω όχημα χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη των ισχυρισμών της, κάλεσε 4 μάρτυρες κατηγορίας ενώ κατατέθηκε αριθμός Τεκμηρίων. Η όλη έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά της υπόθεσης και θεωρώ περιττό να την αναπαράξω. Θα επικεντρωθώ στα ουσιώδη και καίρια σημεία της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 εκ συμφώνου, η μεταθανάτια ιατροδικαστική εξέταση της Παθολογοανατόμου Δρ. Ελένης Αντωνίου, σύμφωνα με την οποία η αιτία θανάτου του θύματος ήταν η ρήξη αριστερού πνεύμονα με αιμοθώρακα συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, Μ.Κ.1, κλήθηκε ο εξεταστής του δυστυχήματος Λοχίας 4231 Α. Θεοφάνους ο οποίος είπε ότι επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος μετά που κλήθηκε από τον Αστυφύλακα 2981 Μ. Σκούλλο. Βρήκε παρών στη σκηνή του δυστυχήματος τον οδηγό του αυτοκινήτου, ετοίμασε στην παρουσία του πρόχειρο σχέδιο, πήρε διάφορα μέτρα και σημείωσε το σημείο επαφής του θύματος με το όχημα του Κατηγορουμένου με το γράμμα «Χ» το οποίο εντόπισε από τα ίχνη τροχοπέδησης και την άμεση μαρτυρία στη σκηνή. Ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με το σχέδιο και το υπέγραψε. Στη σκηνή του δυστυχήματος ήταν παρών και ο γιος του θύματος Νίκος Σόλωνος ο οποίος του έδειξε το σημείο που στεκόταν μαζί με το θύμα, το οποίο τοποθέτησε επίσης στο πρόχειρο σχέδιο. Στην παρουσία του ο Αστυφ. 2981 φωτογράφησε τη σκηνή του δυστυχήματος. Σύμφωνα με τα όσα παρατήρησε στη σκηνή ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος ξηρή και η ορατότητα αρκετά καλή και προς τις δύο κατευθύνσεις και συγκεκριμένα 300 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης προς το Στρόβολο και 200 μέτρα προς το Τσέρι. Ήταν βράδυ, ο δρόμος φωτιζόταν με ηλεκτρικούς λαμπτήρες χαμηλής ισχύος ενώ υπάρχει ηλεκτρικός πάσαλος σε απόσταση 11 μέτρα περίπου από το σημείο σύγκρουσης. Ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος με δύο λωρίδες κυκλοφορίας μία για κάθε κατεύθυνση και χωρίζεται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Η περιοχή είναι κατοικημένη και το όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. Το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου είχε μετακινηθεί από την τελική του θέση αλλά στη σκηνή υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης. Παρούσα στη σκηνή ήταν επίσης η ανεξάρτητη μάρτυρας Νάταλυ Ζαρβού. Οι ζημιές στο όχημα του Κατηγορουμένου ήταν σπάσιμο στο αριστερό μπροστινό φανάρι και κτύπημα στο καπό πάνω από το φανάρι. Ο μπροστινός ανεμοθώρακας είχε ραγίσει και υπήρχε κτύπημα στο στύλλο αριστερά του ανεμοθώρακα και το αριστερό καθρεφτάκι. Το όχημα του Κατηγορουμένου μεταφέρθηκε στο χώρο φύλαξης οχημάτων της Τροχαίας Λευκωσίας. Αργότερα συνέλαβε με δικαστικό ένταλμα τον Κατηγορούμενο και του έλαβε ανακριτική κατάθεση. Στις 2.10.2006 στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας στην παρουσία του έγινε νεκροψία στη σωρό του θύματος Ανδρέα Σόλωνος από την Ιατροδικαστή Ελένη Αντωνίου αφού τη σωρό αναγνώρισε προηγουμένως η κόρη του Αντιγόνη Σόλωνος. Στις 3.10.2006 και περί ώρα 23:00 δηλαδή την ίδια ώρα που είχε επεσυμβεί το δυστύχημα πήγε στο σημείο που έγινε το δυστύχημα και οδήγησε Αστυνομικό όχημα με τα φώτα πορείας στη χαμηλή στάση και διαπίστωσε ότι από απόσταση 100 μέτρων μπορούσε να δει ένα πεζό που διασταύρωνε. Από το πρόχειρο σχέδιο ετοίμασε σχέδιο επί κλίμακος και από τη μαρτυρία που είχε και σύμφωνα με την εμπειρία του προέβηκε στους ακόλουθους υπολογισμούς. Ο πεζός διένυσε 6,40 μέτρα από τη στιγμή που μπήκε στη Λεωφόρο Τσερίου μέχρι το σημείο που κτυπήθηκε από το όχημα του Κατηγορουμένου, σύμφωνα με τις παγκόσμιες στατιστικές πεζών ένας άνδρας άνω των 60 περπατά με γρήγορο βήμα 2,77 μέτρα το δευτερόλεπτο άρα το θύμα για να διανύσει τα 6,40 μέτρα χρειάστηκε 2,3 δευτερόλεπτα. Ένα αυτοκίνητο κινούμενο με ταχύτητα 61 ΧΑΩ που είναι η ταχύτητα που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 1 διανύει απόσταση 16,94 μέτρα το δευτερόλεπτο και συνεπώς όταν μπήκε στο δρόμο το θύμα, το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου ήταν σε απόσταση 38,97 μέτρα. Ο χρόνος αντίδρασης του μέσου οδηγού σύμφωνα και πάλι με τις παγκόσμιες στατιστικές είναι 1 - 1,5 δευτερόλεπτο. Σύμφωνα με την ηλικία του Κατηγορουμένου ήταν 26 ετών και την πείρα του, είναι επαγγελματίας οδηγός δεν είναι παράλογο να αποδοθεί στον Κατηγορούμενο ο ελάχιστος χρόνος αντίδρασης, δηλαδή ένα δευτερόλεπτο και συνεπώς η απόσταση αντίδρασης του ήταν 16,94 μέτρα. Όταν το θύμα εισήλθε στο δρόμο για να διασταυρώσει το αυτοκίνητο βρισκόταν σε απόσταση 38,97 μέτρα περίπου και αντιλήφθηκε το θύμα στα 38,14 μέτρα δηλαδή είχε καθυστερημένη αντίδραση 0,83 μέτρα. Κατηγόρησε τον Κατηγορούμενο γραπτώς ο οποίος αρνήθηκε ενοχή. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 το πρόχειρο σχέδιο, Τεκμήριο 4 το σχέδιο επί κλίμακος, Τεκμήριο 5 την ανακριτική κατέθεση του Κατηγορουμένου, Τεκμήριο 6 τη γραπτή κατηγορία του Κατηγορουμένου. Ανέφερε ότι στο σημείο «Χ» κατέληξε από τα ίχνη τροχοπέδησης και από το σημείο που του έδειξε ο γιος του θύματος ότι στεκόταν το θύμα όταν άρχισε να διασταυρώνει. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο στη σκηνή που να δείχνει κάτι διαφορετικό. Τα ίχνη τροχοπέδησης είχαν μήκος 10,50 μέτρα από το «Χ» από την έναρξη τους και 10,70 μέτρα μέχρι το τέλος τους. Αντεξεταζόμενος, κατέθεσε την κατάθεση που έλαβε από την ανεξάρτητη μάρτυρα Ν. Ζαρβού η οποία και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 7, συμφώνησε ότι του αναφέρθηκε ότι την ώρα που το θύμα πρόκειτο να διασταυρώσει υπήρχε σταματημένο όχημα στη σκηνή αλλά ο ίδιος δεν το τοποθέτησε στο σχεδιαγράφημα του, συμφώνησε ότι η έναρξη των ίχνων τροχοπέδησης από την αριστερή γωνιά του ασφάλτινου παγκέτου είναι 0,30 μέτρα, το αποτύπωμα του αριστερού τροχού του αυτοκινήτου όταν τροχοπεδούσε απήχε 0,30 μέτρα από την άκρη του ασφάλτινου παγκέτου και τα ίχνη τροχοπέδησης ήταν διαγώνια με φορά προς τα αριστερά και τελειώνουν μέσα στο ασφάλτινο παγκέτο. Συμφώνησε επίσης, ότι από την πλευρά του δρόμου που ξεκίνησε να διασταυρώνει ο πεζός δεν υπήρχαν ηλεκτρικοί πάσαλοι. Ο πάσαλος που υπήρχε στη σκηνή και σημειώνεται στο Τεκμήριο 4 με το γράμμα «Ο» βρίσκεται στο χωράφι περίπου 6,5 μέτρα απόσταση από το δρόμο και 17 μέτρα από το σημείο που άρχισε να διασταυρώνει ο πεζός, δεν εξέτασε την ισχύ του λαμπτήρα ανέφερε όμως ότι ο ίδιος μπορούσε να κάμει το σχέδιο χωρίς να χρειαστεί επιπλέον φως. Δέχτηκε ότι για τους υπολογισμούς του έλαβε ως δεδομένη την ταχύτητα 61 ΧΑΩ που υπολόγισε για τον Κατηγορούμενο ο Αστυφ. Σκούλλος. Συμφώνησε επίσης, ότι όσο πιο γρήγορος είναι ο βηματισμός ενός προσώπου ο χρόνος που χρειάζεται για να διανύσει μια απόσταση μειώνεται. Αφού του υποβλήθηκαν διάφορες ερωτήσεις σε σχέση με τους υπολογισμούς του για τον χρόνο αντίδρασης και την απόσταση φρεναρίσματος που χρειάζονταν ήταν η θέση του ότι με βάση τον τρόπο που διασταύρωνε ο πεζός και την ταχύτητα του Κατηγορουμένου μπορεί να μην άλλαζε η απόσταση φρεναρίσματος αλλά είπε ότι τα ίχνη τροχοπέδησης θα άρχιζαν ενωρίτερα. Επέμενε ότι για τον Κατηγορούμενο ο χρόνος αντίδρασης ένα δευτερόλεπτο ήταν ο εύλογος και λογικός χρόνος υπό τις περιστάσεις, αλλά συμφώνησε ότι αν ο σωστός χρόνος αντίδρασης ήταν 1,5 δευτερόλεπτο τότε θα χρειαζόταν 25 μέτρα για να αντιδράσει. Αν ο πεζός πήγαινε τροχάδιν αντί με γρήγορο βήμα, θα κάλυπτε την απόσταση των 6,40 μέτρων που κάλυψε στο ένα δευτερόλεπτο αντί 2,3 που χρειάστηκε. Ο δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας, Μ.Κ.5, ήταν ο Αστυφ. 2891 Μ. Σκούλλος ο οποίος φωτογράφισε τη σκηνή του δυστυχήματος στην παρουσία του Μ.Κ.1 και κατέθεσε το βιβλιάριο με τις φωτογραφίες που έλαβε συνοδευόμενες από ευρετήριο ως Τεκμήριο
- Είπε ότι υπέβαλε τον Κατηγορούμενο σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη μηδέν. Την επόμενη μέρα επισκέφθηκε τη σκηνή ξανά μαζί με τον Μ.Κ.1 και μέτρησε τα φώτα του οχήματος του στη χαμηλή στάση. Σύμφωνα με τη μέτρηση του τα φώτα εξέπεμπαν στα 23,20 μέτρα. Στη συνέχεια με το ενεχόμενο όχημα διενήργησε τεστ ταχύτητας με τη βοήθεια της συσκευής skidman την οποία έλεγξε προηγουμένως ότι λειτουργούσε κανονικά. Χρησιμοποίησε ως συντελεστές τριβής 0,710 g και 0,740 g και αφού εφάρμοσε διάφορες φόρμουλες για να βρει την ελάχιστη ταχύτητα του οχήματος του Κατηγορουμένου πριν αρχίσει την τροχοπέδηση κατέληξε στην ταχύτητα των 61 ΧΑΩ. Στις 2.10.2006 στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας έλαβε αριθμό φωτογραφιών κατά τη διάρκεια της νεκροψίας επί της σωρού του Σόλωνος ενώ στις 4.10.2006 έκανε μηχανικό έλεγχο στο όχημα του Κατηγορουμένου το αποτέλεσμα του οποίου ήταν ότι το όχημα δεν είχε κανένα μηχανικό πρόβλημα. Τα ελαστικά του ήταν με αέρα και σε καλή κατάσταση όπως και τα φρένα και το σύστημα κατευθύνσεως. Ο φωτισμός στη σκηνή ήταν με λαμπτήρες χαμηλής ισχύος, δεν μέτρησε όμως την ακτίνα φωτός. Του υποδείχτηκαν οι φωτογραφίες και ρωτήθηκε επισταμένα σε σχέση με ένα θάμνο που φαίνεται να εξέχει από τις περιφράξεις των σπιτιών στις φωτογραφίες 4 και 5 του Τεκμηρίου 9, χωρίς ο ίδιος να υιοθετεί τη θέση αυτή. Συμφώνησε ότι δεν υπήρχε ηλεκτρικός πάσσαλος που να φωτίζει το δρόμο στην πλευρά που στεκόταν το θύμα και δέχτηκε ότι ένα αυτοκίνητο που οδηγείται στο σημείο εκείνο βράδυ, εάν δεν έχει κανένα άλλο φως να τον βοηθά, η ορατότητα του περιορίζεται στα φώτα του. Ερωτόμενος κατά πόσο αν το θύμα κοίταζε δεξιά θα έβλεπε τα φώτα του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου η απάντηση του ήταν καταφατική αφού αναφέρει ότι ο δρόμος ήταν ευθύς και επίπεδος. Ρωτόμενος γιατί επέλεξε ως συντελεστή τριβής 0,71 και 0,74 απάντησε ότι ο δρόμος είναι πολύ χρησιμοποιημένος, δεν υπήρχε φρέσκο premix και έπρεπε να δοθεί χαμηλός συντελεστής και επειδή το αποτέλεσμα και των δύο δοκιμών ήταν με μικρή απόκλιση χρησιμοποιήθηκε ο χαμηλότερος συντελεστής τριβής ο οποίος λειτουργεί και προς όφελος του ενεχόμενου οδηγού. Ρωτήθηκε επίσης, σε σχέση με το κατά πόσο αν υπήρχε από την αντίθετη πλευρά με αυτή του Κατηγορουμένου αυτοκίνητο με τα φώτα αναμμένα θα επηρέαζε την ακτίνα των φώτων του Κατηγορουμένου αναφέροντας ότι δεν προέβηκε σε τέτοιο έλεγχο. Δέχτηκε με βάση την κοινή λογική ότι σε ένα δρόμο όπως ο συγκεκριμένος σε συνθήκες νύκτας, με λαμπτήρες χαμηλής τάσης που βρίσκονται μέσα από το δρόμο και χωρίς να υπάρχουν καθόλου πάσσαλοι στην πλευρά του πεζού η ορατότητα του πεζού διαφοροποιείται από την ορατότητα του οδηγού που έρχεται από την απέναντι πλευρά. Η τρίτη μάρτυρας κατηγορίας, Μ.Κ.3, Σωτηρούλλα Σόλωνος είναι η κόρη του θύματος. Δεν ήταν παρούσα στη σκηνή του δυστυχήματος. Ειδοποιήθηκε μετά από τον αδερφό της και πήγε στη σκηνή. Η ίδια βρισκόταν αμέσως πριν το δυστύχημα με τον πατέρα και τον αδερφό της σε γάμο, δεν κατανάλωσαν οινοπνευματώδη ποτά και όταν αποφάσισαν να φύγουν η ίδια μετέφερε τον πατέρα την με το αυτοκίνητο της εκεί που είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητο του για να πάει με τον αδερφό της τον Νίκο στο χωριό. Οδήγησε στη Λεωφ. Τσερίου με κατεύθυνση από Τσέρι προς Στρόβολο και όταν έφτασε στο σημείο που ήταν σταθμευμένο το όχημα του πατέρα της σταμάτησε απέναντι. Μπροστά της σταμάτησε ο αδερφός της ο Νίκος και αφού κατέβηκαν όλοι από το αυτοκίνητο η ίδια έφυγε από το μέρος ενώ ο πατέρας της με τον αδερφό της στάθηκαν μπροστά από το σπίτι, έξω από τον δρόμο ακριβώς πίσω από το αυτοκίνητο της για να διασταυρώσουν. Θυμόταν ότι ο πατέρας της φορούσε σκούρο παντελόνι και πουκάμισο χρώματος άσπρο προς μπεζ. Ο Μ.Κ.4, Ν. Σόλωνος, γιος του θύματος ήταν ο τελευταίος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή. Ανέφερε ότι ο ίδιος μαζί με τον πατέρα του έμειναν στο σημείο που τους άφησε η αδερφή του περιμένοντας το δρόμο να καθαρίσει για να πάνε προς το σταθμευμένο αυτοκίνητο του πατέρα του. στέκονταν έξω από τον δρόμο στο παγκέτο. Υπήρχε τροχαία κίνηση και από τις δύο κατευθύνσεις και περίμεναν να καθαρίσει ο δρόμος. Σε κάποια στιγμή που ο δρόμος ήταν καθαρός ετοιμάστηκαν να ξεκινήσουν να διασταυρώσουν αλλά πριν μπουν στο δρόμο ο ίδιος είδε ένα αυτοκίνητο που πέρασε τον κυκλικό κόμβο Τσερίου με κατεύθυνση το μέρος όπου στέκονταν, κατάλαβε ότι το αυτοκίνητο ερχόταν με ταχύτητα και δεν θα προλάβαιναν να διασταυρώσουν έτσι σταμάτησε και δεν μπήκε στο δρόμο. Ο πατέρας του όμως ήδη μπήκε στο δρόμο και άρχισε να διασταυρώνει πριν προλάβει να του πει να περιμένει. Ο πατέρας του από τη στιγμή που άρχισε να διασταυρώνει περπατούσε με γρήγορο βήμα σχεδόν τροχάδιν. Όταν ο πατέρας του έφτασε περίπου στο μέσο του δρόμου ο ίδιος έκανε τη σκέψη να τρέξει να τον σταματήσει αλλά είδε ότι το αυτοκίνητο που ερχόταν βρισκόταν περίπου στη μέση της απόστασης από τον κυκλικό κόμβο και υπολόγιζε ότι θα προλάβει να διασταυρώσει. Τα φώτα του αυτοκινήτου που ερχόταν ήταν αναμμένα τα μεγάλα φώτα στη ψηλή στάση και το κατάλαβε επειδή τον τύφλωναν. Δεν ερχόταν κανένα άλλο αυτοκίνητο, ούτε προς την πλευρά του αυτοκινήτου που ερχόταν ούτε από την αντίθετη. Όταν ο πατέρας του έφτασε στην κίτρινη γραμμή στην άλλη πλευρά του δρόμου άκουσε τα στοπερ του αυτοκινήτου σκέφτηκε ότι γλίτωσε ο πατέρας του αλλά εκείνη τη στιγμή είδε το αυτοκίνητο να χτύπα τον πατέρα του. Στο σημείο που έγινε το δυστύχημα υπήρχε φωτισμός στο δρόμο από ηλεκτρικό πάσαλο, ο πατέρας του φορούσε άσπρο πουκάμισο και μπλε παντελόνι όπως και ο ίδιος και το αυτοκίνητο του που ήταν σταθμευμένο είχε αναμμένα τα φώτα στάθμευσης του. Η ορατότητα στη σκηνή είπε ότι ήταν περίπου 1000 μέτρα και από τις δύο κατευθύνσεις. Στη προφορική του μαρτυρία κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είπε στον πατέρα του να περιμένει μέχρι να δουν που θα πάει το όχημα του οποίου είχαν ακούσει το βουητό όμως ο πατέρας του είχε ήδη μπει στο δρόμο, το βήμα του πατέρα του είπε ότι ήταν κανονικό βήμα ενός ατόμου 76 χρονών, δηλαδή ήταν με κανονικό και γρήγορο ρυθμό. Ο φωτισμός στο σημείο που έγινε το δυστύχημα ήταν καλός ενώ υπήρχε πάσσαλος της ΑΗΚ με μεγάλη λάμπα, περίπου 10 μέτρα από την απόσταση που βρισκόταν το αυτοκίνητο του πατέρα του ενώ δεν θυμόταν αν είχε φωτισμό η πλευρά που στεκόταν ο ίδιος με τον πατέρα του. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε την υποβολή ότι τα φώτα του οχήματος του Κατηγορουμένου ήταν στη χαμηλή στάση, επιμένοντας ότι ήταν στη ψηλή στάση επέμενε ότι η ορατότητα ήταν τουλάχιστο 800 μέτρα. Είπε ότι όταν λέει ότι ο πατέρας του πήγαινε τροχάδιν εννοούσε με γρήγορο βηματισμό για ένα 76 χρονών. Όταν ρωτήθηκε γιατί ο ίδιος δεν πήγε να διασταυρώσει αφού το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου το αντιλήφθηκε στα 800 μέτρα και ανέφερε ότι ο ίδιος δεν διασταυρώνει εκτός αν ο δρόμος είναι εντελώς καθαρός, δεν είδε φώτα άλλου αυτοκινήτου, ούτε ξέρει τι αναφέρει η ανεξάρτητη μάρτυρας Ζαρβού στην κατάθεση της. Ήταν η θέση του, ότι δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο στο δρόμο γιατί αν η Ζαρβού ήταν εκεί που η ίδια αναφέρει, τότε θα χτυπούσε τον ίδιο. Επέμενε ότι όταν ο πατέρας του μπήκε στο δρόμο το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου ήταν 800 μέτρα μακριά και μάλιστα ισχυρίστηκε ότι του έκανε σινιάλο να σταματήσει αναφέροντας ότι μπορεί αυτό να ξέχασε να το πει στην κατάθεση του όταν του επισημάνθηκε το γεγονός αυτό. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο οδικός φωτισμός ήταν καλός και από την πλευρά που στεκόταν και ανέφερε ότι υπήρχαν πάσσαλοι της ΑΗΚ και στην πλευρά που στεκόταν ο πατέρας του. Δεν συμφώνησε με το σημείο «Χ» επί του τελικού σχεδίου αναφέροντας ότι ο ίδιος εγκρίνει το πρόχειρο σχέδιο. Μετά που ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 επέλεξε να προβεί σε ανόμωτη δήλωση με την οποία υιοθέτησε την κατάθεση του. Σύμφωνα με την κατάθεση του τη συγκεκριμένη μέρα και περί ώρα 23:00 οδηγούσε το όχημα ΕΜΤ717, ήταν μόνος του, φορούσε ζώνη ασφαλείας, τα φώτα του ήταν αναμμένα τα μεγάλα στη χαμηλή στάση και υπολογίζει ότι η ταχύτητα του ήταν περίπου 60 ΧΑΩ. Αφού πέρασε τον κυκλικό κόμβο Τσερίου και προχωρούσε προς Τσέρι είδε ξαφνικά μπροστά του και μέσα στην πορεία του ένα πρόσωπο να διασταυρώνει το δρόμο από δεξιά προς αριστερά σύμφωνα με την πορεία του, αμέσως πάτησε στοπερ, το αυτοκίνητο του έσυρε και κατάλαβε ότι χτύπησε με το μπροστινό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του τον πεζό. Πριν χτυπήσει τον πεζό θυμάται ότι μπροστά του δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο, ενώ από την αντίθετη κατεύθυνση έρχονταν κάποια αυτοκίνητα σε αρκετή απόσταση. Του έγινε έλεγχος αλκοόλης στη σκηνή με ένδειξη μηδέν. Στην παρουσία του ο Λοχίας 4231 έκανε πρόχειρο σχέδιο, πήρε μέτρα και σημείωσε το σημείο σύγκρουσης με το γράμμα «Χ» με το οποίο συμφώνησε και το υπέγραψε. Η υπεράσπιση κλήτευσε ως μάρτυρα της την Νάταλυ Ζαρβού η οποία αναγνώρισε ενόρκως και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με αυτή την 1.10.2006 περί ώρα 23:00 οδηγούσε το αυτοκίνητο ΚΝV659 στη Λεωφόρο Τσερίου με κατεύθυνση από Τσέρι προς Στρόβολο. Ήταν μόνη στο αυτοκίνητο της και τα φώτα της ήταν αναμμένα τα μεγάλα στη χαμηλή στάση. Λίγο πριν φτάσει στον κυκλικό κόμβο Τσερίου είδε αριστερά σύμφωνα με την πορεία της στο χωμάτινο παγκέτο δύο πρόσωπα σε απόσταση 50 περίπου μέτρα από το σημείο που βρισκόταν η ίδια και αμέσως το ένα από τα δύο πρόσωπα μπήκε μέσα στο δρόμο και άρχισε να διασταυρώνει κάθετα με γρήγορο βήμα. Εκείνη τη στιγμή σε πολύ κοντινή απόσταση από τα δύο πρόσωπα, ερχόταν αυτοκίνητο από την αντίθετη κατεύθυνση. Το αυτοκίνητο εκείνο ήταν πολύ πιο κοντά στα δύο πρόσωπα από ότι η ίδια, είδε το αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι να ελαττώνει ταχύτητα. Άκουσε και στα στόπερ του αλλά τελικά κτύπησε τον πεζό λίγο πριν προλάβει να βγει έξω από τον δρόμο. Το πρόσωπο που διασταύρωνε το έβλεπε καθαρά και δεν κοίταξε αριστερά και δεξιά ούτε πριν να διασταυρώνει, ούτε την ώρα που διασταύρωνε. Το άλλο πρόσωπο που ήταν μαζί του δεν προσπάθησε να διασταυρώσει ούτε και είδε η ίδια να κάνει οποιαδήποτε προσπάθεια να τον σταματήσει να μην διασταυρώσει αφού ερχόταν αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο που κτύπησε τον πεζό είχε αναμμένα τα φώτα του τα μεγάλα στη χαμηλή στάση, ήταν σίγουρη ότι ήταν η χαμηλή στάση αφού δεν την τύφλωναν. Δεν γνωρίζει κανένα από τους εμπλεκόμενους στο δυστύχημα. Της ζητήθηκε να καθορίσει την απόσταση όταν λέει ότι το όχημα του Κατηγορουμένου ήταν πολύ πιο κοντά στα πρόσωπα που στέκονταν παρά το δικό της αναφέροντας ότι η απόσταση αυτή, σύμφωνα με την εκτίμηση της ήταν 10 - 15 μέτρα. Η μάρτυρας αυτή δεν αντεξετάστηκε. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Η αξιολόγηση των μαρτύρων, έχοντας και ως γνώμονα τις παραμέτρους που η νομολογία έχει καθορίσει για το θέμα αυτό, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.09, δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία αφού το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τους παρακολουθεί ενώ έδιδαν τη δια ζώσης μαρτυρία τους. Οι μάρτυρες κατηγορίας 1 και 2 μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση, κατέθεσαν με αντικειμενικό και σαφή τρόπο, επεξήγησαν με λεπτομέρεια τον τρόπο που κατέληξαν στα ευρήματα τους, δεν κατέφυγαν σε υπεκφυγές και η μαρτυρία τους δεν κλονίστηκε καθόλου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία τους εξ ολοκλήρου. Η Μ.Κ.3 δεν προσέφερε τίποτε με τη μαρτυρία της σε σχέση με τα γεγονότα και το πώς αυτά επεσυνέβησαν. Η μαρτυρία της δεν έχει καμιά αποδεικτική αξία παρά το ότι κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Αντίθετη είναι η γνώμη μου για τον Μ.Κ.
- Ο εν λόγω μάρτυρας σαφέστατα δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Κατά την προφορική του μαρτυρία κατά την κυρίως εξέταση του αναίρεσε τα όσα είχε αναφέρει στην κατάθεση του που δόθηκε στην Αστυνομία αμέσως μετά το δυστύχημα και όταν τα γεγονότα ήταν πολύ πιο νωπά στη μνήμη του. Προσπάθησε ανεπιτυχώς να αποδώσει τα γεγονότα με εντελώς διαφορετικό τρόπο από αυτόν με τον οποίο αντικειμενικά συνέβηκαν. Αναφέρω ως παραδείγματα των αντιφάσεων του, την απόσταση της ορατότητας όπως την ανέφερε που είναι εντελώς εξωπραγματική και δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του εξεταστή του δυστυχήματος που έχει την εμπειρία να την μετρήσει και καθορίσει, τον ισχυρισμό του ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα που δεν στηρίχτηκε από κανένα μάρτυρα κατηγορίας, την επιμονή του ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του με τα ψηλά φώτα του αυτοκινήτου στη ψηλή τους στάση τα οποία και τον τύφλωσαν, το ότι είδε το όχημα του Κατηγορουμένου από 800 μέτρα μακριά και παρά τούτο δεν αποπειράθηκε να διασταυρώσει διότι θεώρησε ότι δεν ήταν ασφαλές να πράξει τούτο, τις συνθήκες φωτισμού στο δρόμο, ήταν ο μοναδικός μάρτυρας που επέμενε ότι στο σημείο που στεκόταν μαζί με το θύμα υπήρχε φωτισμός από πασσάλους της ηλεκτρικής, τις ενέργειες του σε σχέση με το θύμα, στην κατάθεση του ανέφερε ότι δεν πρόλαβε να τον αποτρέψει από το να αρχίσει να διασταυρώνει το δρόμο για να αναφέρει προφορικά στο Δικαστήριο ότι του φώναξε να μην διασταυρώσει. Σημαντικό στοιχείο επίσης, που καταδεικνύει την αναξιοπιστία του είναι το γεγονός ότι αρνήθηκε έντονα την παρουσία της ανεξάρτητου μάρτυρα Νάταλυς Ζαρβού στη σκηνή του δυστυχήματος η οποία αποδεδειγμένα ήταν παρούσα. Κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.4 βρίθει ανακριβειών, συγκρουόμενων απόψεων και αντικειμενικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει σε αυτήν καμία βαρύτητα. Επίσης, αναφέρω ότι ο τρόπος με τον οποίο διασταύρωσε το θύμα αποτέλεσε μεγάλο αντιφατικό σημείο στη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα. Όπως έχει Νομολογηθεί, το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί την πραγματική μαρτυρία η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας. Το σχέδιο ως έχει νομολογηθεί αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας,
(1990)2 ΑΑΔ, Κονναρή ν. Κυριάκου, Π.Ε. 8551, ημερ. 19.3.1996 Κυριάκου ν. Δημητρίου Π.Ε. 9571, ημερ. 27.10.1997, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ Π.Ε. 9198, ημερ. 30.10.1997. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπόψη ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369. Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπόψη ώστε να δώσει μια άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφόσον αυτό επιτρέπεται από την δοεθίσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Όσον αφορά τη Μάρτυρα Υπεράσπισης Νάταλυ Ζαρβού κρίνω ότι έχει πει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη και ως τέτοια την αποδέχομαι. Ευρήματα Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι το θύμα στην παρούσα υπόθεση είναι ο Αντρέας Σόλωνος, τέως από τη Γαλάτα, ηλικίας τότε 76 ετών. Ο Κατηγορούμενος την 1.10.2006 και περί ώρα 23:00 οδηγούσε με ταχύτητα 61 ΧΑΩ το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΜΤ717 ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου στη Λεωφόρο Τσερίου στο Στρόβολο, με κατεύθυνση από Στρόβολο προς Τσέρι και οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Το όχημα αυτό ήταν χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας και η άδεια κυκλοφορίας του είχε ανασταλεί. Ήταν βράδυ, αίθριος καιρός, ξηρή άσφαλτος και η ορατότητα αρκετά καλή και προς τις δύο κατευθύνσεις. Ο δρόμος φωτίζεται με ηλεκτρικούς λαμπτήρες χαμηλής ισχύος που βρίσκονται εκτός του δρόμου μέσα σε χωράφι σε απόσταση 6,5 μέτρων από την άσφαλτο. Στην πλευρά που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος δεν υπήρχαν ηλεκτρικοί λαμπτήρες, αυτοί βρίσκονταν στην αντίθετη πλευρά του δρόμου. Το θύμα μαζί με το γιό του, βρίσκονταν στο απέναντι χωμάτινο παγκέτο και πρόθεση τους ήταν να διασταυρώσουν το δρόμο για να περάσουν απέναντι όπου βρισκόταν το όχημα τους. Το θύμα χωρίς καμία προειδοποίηση και ενώ το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου το οποίο ερχόταν κανονικά στη πορεία του έχοντας τα φώτα του τα μεγάλα αναμμένα στη χαμηλή στάση βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από αυτόν και χωρίς να ελέγξει τον δρόμο ούτε δεξιά ούτε και αριστερά για να σιγουρευτεί ότι μπορούσε να διασταυρώσει με ασφάλεια, εισήλθε ξαφνικά στο δρόμο και άρχισε να διασταυρώνει σχεδόν τροχάδιν. Ο γιος του που στεκόταν δίπλα του θεώρησε ότι δεν ήταν ασφαλισμένο να επιχειρήσει να διασταυρώσει, δεν επιχείρησε να διασταυρώσει αλλά ούτε και προέβη σε οποιοδήποτε αποτρεπτικό μέτρο να εμποδίσει το θύμα να επιχειρήσει το εγχείρημα του. Ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον πεζό σε πολύ μικρή απόσταση από αυτόν, προσπάθησε να ελαττώσει ταχύτητα, έκανε χρήση των φρένων του αλλά χτύπησε τον πεζό με το αριστερό μπροστινό φανάρι του, ο πεζός ακολούθως χτύπησε στο καπό του αυτοκινήτου και στον μπροστινό ανεμοθώρακα και κατέληξε στο έδαφος. Το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου σταμάτησε λίγα μέτρα μετά. Από το δυστύχημα το θύμα τραυματίστηκε σοβαρά, όταν βρισκόταν ακόμα στη σκηνή ήταν ζωντανός αλλά σύντομα μετά εξέπνευσε. Από τη νενομισμένη νεκροψία που διενεργήθηκε στη σωρό του από την παθολογοανατόμο Ελένη Αντωνίου αιτία θανάτου ήταν η ρήξη αριστερού πνεύμονα με αιμοθώρακα συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Τον τρόπο που έγινε το δυστύχημα αντιλήφθηκε πλήρως η Νάταλυ Ζαρβού η οποία ήταν αυτόπτης μάρτυρας και παρέμεινε στη σκηνή. Το όχημα του Κατηγορουμένου εξετάστηκε μηχανολογικά χωρίς κανένα εύρημα. Το πλάτος της Λεωφόρου Τσερίου είναι 6,40 μέτρα, χωρίζεται στη μέση με μια λωρίδα σε κάθε κατεύθυνση οι οποίες χωρίζονται στη μέση με άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Το όχημα του Κατηγορουμένου άφησε ίχνη τροχοπέδησης το μήκος των οποίων είναι 10,50 μέτρα από την έναρξη τους μέχρι το «Χ» και 10,70 μέχρι το τέλος τους. Το σημείο σύγκρουσης με το οποίο συμφώνησε τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και ο Μ.Κ.4 στο πρόχειρο σχέδιο προσδιορίστηκε από τα ίχνη τροχοπέδησης και το σημείο από το οποίο άρχισε το θύμα να διασταυρώνει. Την ώρα που το θύμα στεκόταν στο σημείο του δρόμου μαζί με τον γιό του με πρόθεση να διασταυρώσουν υπήρχε σταθμευμένο όχημα πίσω από το οποίο στέκονταν τα δύο πρόσωπα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα ακόλουθα: «Όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες». Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι το ζητούμενο είναι η απόδειξη του ότι ο Κατηγορούμενος προκάλεσε τον θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 7223 και 7224, ημερ. 22.4.2003, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6753, ημερ. 23.2.2000). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στην μία περίπτωση αναζητείται το κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνο που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση, αν η ορισμένη πράξη η συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μίας επικίνδυνης πράξης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Παραθέτω προς τούτο απόσπασμα σε μετάφραση από την πιο πάνω απόφαση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία». Όπως αναφέρθηκε, περαιτέρω στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέας Σαζός, Ποιν. Εφ. 6853, ημερ. 19.1.2001, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στην συνήθη της γραμματική έννοια, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο. Όσον αφορά στον όρο «απερίσκεπτη οδήγηση», στην R. V. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που εμπεριέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτόν τον τρόπο. Όπως αναφέρθηκε, σε σχέση με το ίδιο θέμα στην απόφαση Γενικού Εισαγγελέα ν. Αντώνη Χρυσοστόμου, Ποιν. Εφ. 7103, ημερ. 8.10.2002: «Δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά απλώς με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης του εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, στην οδήγηση εφόσον συζητούμε για τέτοια περίπτωση». Και πιο κάτω στην ίδια απόφαση: «Όμως, σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 210 για απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης του αυτοκινήτου. Η απερισκεψία, ως στοιχείο τέτοιας κατηγορίας, μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ΄ εαυτό τον τρόπο της οδήγησης. Παραπέμπουμε συναφώς στη νομολογία που συνοψίζεται στον Wilkinson's Road Traffic Offences 4η έκδοση παράγραφοι 1-302 και 1-307 σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και στις περιπτώσεις οδήγησης με γνώση ελαττώματος στο αυτοκίνητο ή με γνώση του κινδύνου το φορτίο του να πέσει ή μετά από κατανάλωση οινοπνεύματος σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης. Αυτά, βεβαίως, υπό τη βασική προϋπόθεση της θεμελίωσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πιο πάνω και του αποτελέσματος. Όπως και στην περίπτωση άλλης νομολογίας στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1-307 του πιο πάνω συγγράμματος στην οποία, σε κατηγορία για πρόκληση θανάτου από απερίσκεπτη οδήγηση, κρίθηκε σχετική η προσαγωγή μαρτυρίας για οδήγηση από «μαθητευόμενο» οδηγό χωρίς την προβλεπόμενη επιτήρηση. Σημειώνω, περαιτέρω, ότι, όπως έχει νομολογηθεί, θέματα που έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής (Γιαννάκης Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 161/05, ημερ. 3.3.2006). Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε στην ορθή λωρίδα κυκλοφορίας με κανονική ταχύτητα. Το γεγονός ότι οδηγούσε με ταχύτητα 11 ΧΑΩ πέραν του ορίου που ήταν 50 ΧΑΩ, καθιστά την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε μεγάλη σύμφωνα με τη μαρτυρία. Ούτε υπάρχει ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνδέει την ταχύτητα του Κατηγορουμένου με την πρόκληση του δυστυχήματος, αφού ο Μ.Κ.1 δέχτηκε ότι και 50 ΧΑΩ να ήταν η ταχύτητα του Κατηγορουμένου η απόσταση στην οποία έγινε αντιληπτός ο πεζός, ήταν τέτοια που το δυστύχημα δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί. Ο χρόνος αντίδρασης του Κατηγορουμένου όπως έχει τεθεί από τον Μ.Κ.1 υποθετικά υπολογίζεται με βάση τις Διεθνής πρακτικές στο ένα δευτερόλεπτο, δέχτηκε όμως ο Μ.Κ.1 ότι θα μπορούσε να ήταν και πέραν του χρόνου αυτού μέχρι και το 1,5 δευτερόλεπτο ενώ ο Μ.Κ.2 συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι ο χρόνος του ενός δευτερολέπτου είναι τόσο ελάχιστος όσο το κροτάλισμα των δακτύλων. Επίσης ο τρόπος με τον οποίο το θύμα περπάτησε και η απόσταση που διένυσε και σε πόσο χρόνο επίσης αποτελούν υποθέσεις αφού το κατά πόσο το θύμα απλά περπάτησε γρήγορα ή ουσιαστικά έτρεξε τροχάδιν δεν έχει ξεκαθαριστεί. Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι το θύμα εισήλθε στο δρόμο, χωρίς καμία προειδοποίηση και χωρίς να σιγουρευτεί ότι ήταν ασφαλές να πράξει τούτο. Ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε το θύμα σε πολύ μικρή απόσταση, ελάττωσε ταχύτητα έκανε χρήση του συστήματος στοπερ σε προσπάθεια να αποφύγει το θύμα χωρίς να τα καταφέρει. Η απόσταση που βρισκόταν το θύμα σε σχέση με το όχημα του Κατηγορουμένου όταν ο Κατηγορούμενος τον αντιλήφθηκε ήταν πολύ μικρή. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Νικολαϊδης ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικά ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του οδηγού. Παραπέμπω περαιτέρω σε απόσπασμα από την απόφαση Χρίστος Ιωάννου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 6614, ημερ. 19.3.1999, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθή και η εισήγηση αναφορικά με την ανυπαρξία καθήκοντος προειδοποίησης στην περίπτωση. Οι υποθέσεις Soteriou v. Kyprianidou and Others
(1981)1 CLR 61 και Murrel v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217 που αναφέρθηκαν, είμαι άμεσα σχετικές. Ο πεζός περπατούσε κατά μήκος του κρασπέδου. Δεν υπήρχε οτιδήποτε το ιδιαίτερο που θα μπορούσε εύλογα να δημιουργήσει την αίσθηση κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο στο δρόμο και, κάτω από αυτές τις συνθήκες, δεν γεννήθηκε καθήκον προειδοποίησης ή λήψης άλλων προληπτικών μέτρων». Των πιο πάνω δεδομένων, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ποία ήταν η αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη του Κατηγορουμένου, και, κατ΄ επέκταση απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της σε σχέση με την πρώτη κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η Κατηγορία. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι έχω προβληματιστεί και έχω εξετάσει το κατά πόσο με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία όπως έχει τεθεί ενώπιον μου και όπως έχει αξιολογηθεί, ο Κατηγορούμενος μπορεί να βρεθεί ένοχος στην κατηγορία της αμελούς οδήγησης σύμφωνα με το άρθρο 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδέ Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχειά της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί: (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βιττή ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160. Derek Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R.78). Στη Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 429 επισημαίνεται: «Όπως κατ΄ επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις. (Βλ. μεταξύ άλλων Παπαχριστοδούλου ν. Χ"Nεοφύτου
(1991)1 Α.Α.Δ. 426 και Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1110).» Στην απόφαση Χρίστος Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6614, ημερ. 19.3.99, όπου πεζός κατέβηκε από πεζοδρόμιο, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθή και η εισήγηση αναφορικά με την ανυπαρξία καθήκοντος προειδοποίησης στην περίπτωση. Οι υποθέσεις Soteriou v. Kyprianidou and Others
(1981)1 CLR 61 και Μurrel v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217 που αναφέρθηκαν, είναι άμεσα σχετικές. Ο πεζός περπατούσε κατά μήκος του κρασπέδου. Δεν υπήρχε οτιδήποτε το ιδιαίτερο που θα μπορούσε εύλογα να δημιουργήσει την αίσθηση κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο στο δρόμο και, κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν γεννήθηκε καθήκον προειδοποίησης ή λήψης άλλων προληπτικών μέτρων». (Βλ. επίσης Τriftarides v. Police
(1968)2 C.L.R. 140). Μόνο σε περίπτωση όπου ο Κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν την παρουσία του πεζού στον δρόμο ενώ είχε περιθώριο να αντιδράσει, και παρέλειψε να λάβει τα αποτρεπτικά μέτρα λογικά αναγκαία για την αντιμετώπιση του απρόβλεπτου συμβάντος θα μπορούσε να αποδοθεί ποινική ευθύνη σε αυτήν (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας, (πιο πάνω)). Το καθήκον για λήψη αποτρεπτικών μέτρων, όμως, γεννάται αφού ο κίνδυνος εκδηλωθεί στον δρόμο (βλ. Paul Lesley Murrel ν. Αστυνομίας, Π.E. 5797, ημερ. 20.12.1994). Στην υπό εξέταση περίπτωση, με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία και δη τη μαρτυρία της Νάταλυς Ζαρβού σε σχέση τόσο με το πως μπήκε ο πεζός στο δρόμο και άρχισε να διασταυρώνει αλλά και την απόσταση από την οποία βρισκόταν όταν άρχισε το εγχείρημα του αυτό, την ταχύτητα του Κατηγορουμένου και τις μετρήσεις όπως έχουν αναφερθεί από τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, δεν θεωρώ ότι υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον μου, που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να αντιδράσει εμπρόθεσμα. Αντίθετα, με βάση τη μαρτυρία της ανεξάρτητης και αυτόπτη μάρτυρα, Μ.Κ.2, έγινε αναφορά στα αποτρεπτικά μέτρα που ο Κατηγορούμενος έλαβε, όταν αντιλήφθηκε τον πεζό να εισέρχεται απροειδοποίητα στο δρόμο. Είναι καταληκτικά η θέση μου ότι ούτε και στην κατηγορία της αμέλειας θα μπορούσε ο Κατηγορούμενος 1 να βρεθεί ένοχος. Όσον αφορά τις κατηγορίες 2, 3 και 4, όπως έχει ήδη αναφερθεί έχω αποδεχτεί τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 σε σχέση με τη ταχύτητα του Κατηγορουμένου και θεωρώ ότι η κατηγορία 2 έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτή. Από πλευράς υπεράσπισης δεν αντικρούστηκαν καθόλου οι θέσεις σε σχέση με τις κατηγορίες 3 και 4, ως αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και σε σχέση με τις κατηγορίες αυτές. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ) ............................................................. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Γραμματέας ΣΜ/ΘΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο