Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μάριος Δημοσθένους, Αρ. Αγωγής: 1710/08, 16 Δεκεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1710/08 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Και Μάριος Δημοσθένους Κατηγορούμενος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16 Δεκεμβρίου 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ναθαναήλ. Για Κατηγορούμενο: κ. Καζαντζής. Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ένοχη σε 4 κατηγορίες που αφορούν:
- i)Κλοπή υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς (Π.Κ.255, 264).
- ii)Πλαστογραφία επιταγής (Π.Κ.331,333,336). iii) Κυκλοφορία πλαστής επιταγής (Π.Κ.339) και
- iv)Απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (Π.Κ.297,298). Σύμφωνα με τα εκτεθέντα γεγονότα οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας εξέδωσαν την υπ' αρ. 08779992 επιταγή της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 16.5.06 για ποσό Λ.Κ.398,60 (€681,04) επ' ονόματι της Σωτηρούλλας Ζαννέττου και την απέστειλαν ταχυδρομικώς στη διεύθυνση διαμονής της (Αγ. Γεωργίου 32, Διαμ. 22, Παλλουριώτισσα). Το εν λόγω ποσό αποτελούσε επίδομα της συγκεκριμένης παραπονούμενης από το Γραφείο Ευημερίας. Στις 22.6.06 η παραπονούμενη υπέβαλε παράπονο ότι δεν παρέλαβε το επίδομα της. Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας κατήγγειλαν την υπόθεση στην Αστυνομία. Από εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι η επιταγή παρουσιάστηκε στην υπεραγορά "Ορφανίδης" στο Στρόβολο από τον κατηγορούμενο ο οποίος αφού την υπέγραψε με το όνομα της παραπονούμενης χωρίς την εξουσιοδότηση της την παρέδωσε δολίως στην υπεραγορά αποσπώντας από την υπάλληλο Έλλη Τζιυρκαλλή με ψευδείς παραστάσεις εμπορεύματα και χρήματα για το ισάξιο της αξίας της επιταγής. Όταν ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε έδωσε θεληματική κατάθεση παραδεχόμενος τη διάπραξη των αδικημάτων. Είναι λευκού ποινικού μητρώου. Νομική πτυχή Οι προβλεπόμενες στο νόμο ποινές αποτελούν τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή που θα επιβάλει. Ο Ποινικός Κώδικας αντιμετωπίζει την κλοπή υλικού διαβιβαζομένου ταχυδρομικώς ως σοβαρότερο αδίκημα από την κοινή κλοπή και ειδικότερα προνοεί στο άρθρο 264 ποινή φυλάκισης μέχρι 7 έτη. Ως σοβαρότερη από την πλαστογραφία οποιουδήποτε άλλου εγγράφου αντιμετωπίζει και την πλαστογραφία επιταγής. Στο άρθρο 336 προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 14 έτη, η οποία ισχύει και για την κυκλοφορία της, με βάση το άρθρο 339 του Π.Κ. Για την απόσπαση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις προνοείται στο άρθρο 298 ποινή φυλάκισης μέχρι 5 έτη, όπως έχει αυξηθεί με το Ν.18
(1)/06 και ισχύ από 24.2.06. Οι προβλεπόμενες ποινές παρέχουν και το στίγμα της σοβαρότητας των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος. Στην υπόθ. Ιωάννου άλλως Μουσικός V. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.286 είχε επικυρωθεί ποινή φυλάκισης 2 ετών για παρόμοια αδικήματα και λέχθηκαν τα εξής: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής» Στην υπόθ. Γεν. Εισαγγ. V. Χατζημιτσή
(2005)2 Α.Α.Δ.101 το Ανώτατο Δικαστήριο για παρόμοια αδικήματα και δραστηριότητα ύψους Λ.Κ.7.500 σε πέραν των 20 περιπτώσεων αύξησε την 10μηνη ποινή φυλάκισης σε 3 χρόνια φυλάκιση, τονίζοντας ότι αδικήματα αυτής της φύσης και κατά συρροή σε μικρό μάλιστα χρονικό διάστημα δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζονται με την ανάλογη τιμωρία, διαφορετικά το αίσθημα ευνομίας και ευταξίας στον κοινό πολίτη θα πλήττεται, με ολέθρια αποτελέσματα για την κοινωνική συνοχή του τόπου μας. Στην πιο πρόσφατη υπόθ. Butucaru Rares κ.α. V. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 49/08 ημερ. 4.11.08 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης επίσης 3 ετών για χρήση πλαστών πιστωτικών καρτών τονίζοντας τη σοβαρότητα αδικημάτων αυτού του είδους, αφού σχετίζονται με τις συναλλαγές στη σημερινή εποχή και αναγνωρίζοντας τα ως έχοντα την ίδια - αν όχι μεγαλύτερη - σοβαρότητα με αυτά της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας άλλων πλαστών εγγράφων. Στην υπόθεση Δημητρίου V. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ.141 τονίστηκε πως "η έξαρση των αδικημάτων της πλαστογραφίας επιταγών αποτελεί άλλο επιβαρυντικό παράγοντα ο οποίος συνηγορεί υπέρ αποτρεπτικών ποινών " στοιχείο που πρέπει να πω ότι επιβεβαιώνεται και από το πρόγραμμα του παρόντος δικαστηρίου όπου καθημερινώς παρουσιάζονται τέτοιες υποθέσεις και για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση (Γρηγορίου V. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ.688). Τονίζω ότι η παρούσα περίπτωση διακρίνεται από όλες τις πιο πάνω υποθέσεις κατά το ότι αφορά ένα μόνο περιστατικό κλοπής επιταγής που οδήγησε στην πλαστογράφηση και κυκλοφορία της προς απόσπαση με ψευδείς παραστάσεις πολύ μικρότερου ποσού, ενώ στις εν λόγω υποθέσεις επρόκειτο για κατά συρροή διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων και για μεγαλύτερα ποσά. Δεν παύει όμως και η παρούσα να αφορά μιαν απαράδεκτη και κατακριτέα πράξη του κατηγορούμενου ο οποίος στέρησε το επίδομα από κάποιον άλλο που προφανώς το είχε ανάγκη, αφού λογικά η περίπτωση της παραπονούμενης είχε εξεταστεί και κριθεί ως δικαιούμενη αυτού από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας της Πολιτείας. Είναι προφανές επίσης πως οι ενέργειες αυτές του κατηγορούμενου αποσκοπούσαν όλες στην εξασφάλιση οικονομικού οφέλους από τον ίδιο (υπ. Ζέμπασιη V. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.92) στοιχείο που είναι από μόνο του επιβαρυντικό, ιδιαίτερα στην παρούσα που διενεργήθηκαν εις βάρος άλλου λήπτη επιδόματος από υπηρεσίες που έχουν ταχθεί να βοηθούν τέτοια πρόσωπα που έχουν ανάγκη. Παρά την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση τους ούτως ώστε να ταιριάζουν προς το πρόσωπο του εκάστοτε κατηγορουμένου δεν ατονεί. Όπως έχει αναφερθεί στην υπ. Γεν. Εισαγγελέας V. Μενελάου
(1999)2 Α.Α.Δ.603 «η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη ένα από τους άξονες προσδιορισμού της τιμωρίας». Στα πλαίσια αυτά έχω υπόψιν μου όλα όσα περιέχονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και όλα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου για τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, οι οποίες λαμβάνονται μεν υπόψιν αλλά χωρίς να τους δίδεται υπέρμετρη βαρύτητα, δηλαδή σε βαθμό που θα εξουδετερώνουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής (Βλ. υπ. Γεν. Εισ. V. Τσαπατσάρης
(2000)2 Α.Α.Δ.304). Ο κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 36 ετών. Γεννήθηκε στην Αυστραλία το 1973, ήτοι δύο χρόνια μετά την μετανάστευση εκεί των γονιών του. Από το 1983 μέχρι το 1996 είχαν επανέλθει στη Κύπρο και στο διάστημα αυτό ο κατηγορούμενος υπηρέτησε εθελοντικά τη στρατιωτική του θητεία. Το 1996 επέστρεψαν ξανά στην Αυστραλία από όπου έφυγαν μόνιμα το 2002 επανερχόμενοι στην Κύπρο. Το 2003 ο κατηγορούμενος τέλεσε γάμο από τον οποίο απέκτησε ένα παιδί. Αρχικά οι σχέσεις με τη σύζυγο του ήταν αρμονικές, αλλά το 2005 κλονίστηκαν λόγω κατάχρησης αλκοολούχων ποτών από τον ίδιο, ο οποίος ομολογεί την εξάρτηση του αυτή και θα ήθελε περισσότερη κατανόηση στο πρόβλημα του αυτό. Η πρώτη διάσταση στο γάμο του διήρκεσε μέχρι το 2007, αλλά ξαναεπήλθε τον Ιούλιο του 2008. Διατήρησε επαφή με το ανήλικο παιδί αν και αδυνατεί να καταβάλει οποιαδήποτε διατροφή. Αναγνωρίζει πως κατά τη διάρκεια του γάμου ο ίδιος δεν έδειχνε το απαιτούμενο ενδιαφέρον στην οικογένεια του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του προσέθεσε πως σε μια από τις τελευταίες δικασίμους ο κατηγορούμενος ήλθε μαζί με τη σύζυγο του στο δικαστήριο. Όπως είπε φαίνεται ότι έχουν επανασυνδεθεί και ο κατηγορούμενος διαβάζει στο παιδί, το συνοδεύει στο σχολείο και γενικά ευρίσκονται σε ένα πολύ καλό δρόμο πράγμα που ικανοποιεί τον κατηγορούμενο. Να σημειωθεί πως από τον Ιούνιο του 2008 ο κατηγορούμενος έμεινε άνεργος, χάνοντας την εργασία που είχε ως διανομέας σε ιδιωτική εταιρεία. Είχε έντονες οικονομικές δυσκολίες και συντηρείτο από γνωστούς και φίλους και μερικές φορές από τους συνταξιούχους γονείς του. Κάποιο διάστημα φιλοξενείτο προσωρινά σε ξενοδοχείο στη Λάρνακα το οποίο ανήκε σε φιλικό του πρόσωπο. Σε οικονομική δυσκολία ευρίσκετο και όταν διέπραξε το αδίκημα σε βαθμό που δεν ήξερε τι να κάνει. Είχε φθάσει στο σημείο να διαμένει σε πάρκο χωρίς να έχει φαγητό. Δεν έχει αναφερθεί αν βρήκε εργασία και εκλαμβάνω ότι ισχύει αυτό που αναφέρεται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ότι καταβάλλει έντονες προσπάθειες για εργοδότηση. Αποτελεί νομολογιακή αρχή πως οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει κάποιος δεν συνιστούν βάσιμη δικαιολογία για την καταφυγή στο έγκλημα (βλ. υπ. Φάντης V. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.61). Ούτε οι οικονομικές επιπτώσεις από τυχόν φυλάκιση συνιστούν ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Κάττος V. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ.195). Οι επιπτώσεις τυχόν φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, αλλά δεν είναι όμως αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνω υπόψιν μου την αναθέρμανση κάποιων σχέσεων του με την πρώην σύζυγο του και ιδιαίτερα την επικοινωνία που έχει πλέον με το παιδί του. Ελαφρυντικό για τον κατηγορούμενο συνιστά το λευκό του ποινικό μητρώο το οποίο του επιτρέπει να έχει καλύτερη απαίτηση για επιείκεια. Αναγνωρίζεται επίσης η παραδοχή του στην Αστυνομία, αν και πρέπει να σημειωθεί πως έχει κάπως μειωμένη αξία αφού δόθηκε υπό το βάρος της ήδη εξασφαλισθείσας μαρτυρίας και ουσιαστικά εξιχνίασης πλέον από την Αστυνομία. Ουσιαστικά ο κατηγορούμενος δεν είχε άλλη εκλογή (Mohamet V. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.295). Πριν την παρούσα υπόθεση είχε καταχωριστεί εναντίον του η υπ. 7938/06 η οποία απεσύρθη υποχρεωτικά στις 11.9.07 λόγω αδυναμίας εντοπισμού του και επίδοσης της. Όταν εξευρέθηκε η διεύθυνση του επανακαταχωρίστηκε η παρούσα στις 8.5.08. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε αρχικά ενοχή ενώ αργότερα αναλώθηκαν και κάποιες δικάσιμοι για την εξέταση αίτησης νομικής αρωγής την οποίαν υπέβαλε στις 7.10.08 με αποτέλεσμα να αναβληθεί η ακρόαση της 11.11.08 μέχρι λήψης της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Το αίτημα του εγκρίθηκε στις 3.2.09 και χρειάστηκαν άλλες δύο δικάσιμοι για να εμφανιστεί ο συνήγορος τον οποίο επέλεξε και να δηλώσει την αποδοχή του (16.3.09 και 2.4.09) και μια για να ενημερωθεί ο συνήγορος του για να τον συμβουλεύσει (20.5.09) οπότε ξαναπρογραμματίστηκε για ακρόαση στις 23.10.09 και έγινε η παραδοχή. Με βάση τα πιο πάνω δεν συμφωνώ ότι υπήρξε καθυστέρηση είτε κατά την δίωξη είτε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης που να μπορεί να αποδοθεί είτε στις διωκτικές αρχές είτε στο δικαστήριο. Παρά ταύτα έχω υπόψιν μου πως το αδίκημα διεπράχθη τον Μάϊο-Ιούνιο του 2006 και έχω σημειώσει ήδη τις τυχόν αλλαγές στις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, οι οποίες συνεκτιμούνται. Η παραδοχή στο δικαστήριο έστω και σ' αυτό το στάδιο έχει τη σημασία της δεδομένου ότι διασώζει πολύτιμο δικαστικό χρόνο και έξοδα και όπως έχει αναφερθεί πρέπει να ενθαρρύνονται με σημαντική έκπτωση στην ποινή (Χαρτούπαλλος V. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.28). Έχει αναφερθεί επίσης πως ο κατηγορούμενος κατέβαλε το ισάξιο ποσό της κλοπιμαίας και πλαστογραφημένης επιταγής στις 6.11.08 δηλαδή μετά από δύο και πλέον χρόνια, προς την παραπονούμενη η οποία τώρα δεν έχει κανένα παράπονο. Πρόκειται για στοιχείο που επίσης συνεκτιμάται μεν, και συνηγορεί και αυτό υπέρ ηπιότερης τιμωρίας, αλλά δεν συνιστά βαρυσήμαντο στοιχείο και ούτε αποκτά κυριαρχική σημασία στην επιβολή ποινής, ιδιαίτερα όταν πρόκειται περί σοβαρών αδικημάτων, όπως εδώ. Αφού συνεκτίμησα κάθε τι που έχει αναφερθεί προς όφελος του κατηγορούμενου και μη παραγνωρίζοντας από την άλλη την σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου κατέληξα πως η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Κρίνω κατάλληλες και επιβάλλω στον κατηγορούμενο: Στην 1η κατηγορία 2 μήνες φυλάκιση. Στην 2η κατηγορία 4 μήνες φυλάκιση. Στην 3η κατηγορία 4 μήνες φυλάκιση. Στην 4η κατηγορία 1 μήνα φυλάκισης. Οι ποινές να συντρέχουν και να ξεκινούν από τις 14.12.2009 που ο κατηγορούμενος τέθηκε υπο κράτηση. Δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο για αναστολή των ποινών φυλάκισης. Όλοι οι σχετικοί παράγοντες και τα περιστατικά της υπόθεσης λήφθηκαν υπόψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν προς καταστροφή. (Υπ.) ........... Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /E.X. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο