← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αλίκη ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 21637/07, 29.12.2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αλίκη ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 21637/07, 29.12.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2009:B65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον:. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 21637/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αλίκη ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 29.12.2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χρ. Θεμιστοκλέους (για να ακούσει απόφαση η κα Φ. Κακούρη) Για την Κατηγορούμενη: κος Γ. Γεωργίου Κατηγορούμενη: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορία που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη είναι αυτή της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20 Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου στις 13.8.2006 οδηγούσε στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στη Δευτερά της επαρχίας Λευκωσίας, το μηχανοκίνητο όχημα ΚΒΖ031 χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η Κατηγορούμενη δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε επτά μάρτυρες και κατατέθηκε αριθμός Τεκμηρίων. Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας είναι κατεγραμμένη στα πρακτικά και θεωρώ περιττό να προχωρήσω στην λεπτομερή παράθεση της στα πλαίσια της απόφασης. Αναφορά θα γίνει στα καίρια σημεία της μαρτυρίας, αυτά που κατά την άποψη του Δικαστηρίου έχουν βαρύνουσα σημασία. Από τη μαρτυρία προκύπτουν ως αναντίλεκτα γεγονότα ότι το όχημα της Κατηγορούμενης συγκρούστηκε με τη μοτοσικλέτα υπ΄ αριθμό ΗΤΑ365 την οποία οδηγούσε ο Λεωνίδας Κατελάρης. Η σύγκρουση των δύο οχημάτων ήταν σφοδρή και βίαιη ενώ από το δυστύχημα προκλήθηκαν σοβαρές σωματικές βλάβες στον οδηγό της μοτοσικλέτας και σοβαρές ζημιές και στα δύο οχήματα. Ο τρόπος με τον οποίο έγινε το δυστύχημα επίσης προβάλλει ως αναντίλεκτος και συγκεκριμένα το δυστύχημα έγινε ενώ η Κατηγορούμενη κινείτο στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στη Δευτερά, με πρόθεση να στρίψει δεξιά ως η πορεία της για να εισέλθει στην οικία της, την πρόθεση της για στροφή δεξιά την είχε καταδείξει ανάβοντας το σχετικό σηματοδότη, το αυτοκίνητο της ήδη είχε πάρει κλίση στροφής και βρισκόταν κάθετο στο δρόμο και μάλιστα σχεδόν εντός της εισόδου του γκαράζ της οικίας της, όταν συγκρούστηκε με την μοτοσικλέτα ΗΤΑ365 η οποία ερχόταν με κατεύθυνση προς Δευτερά, η μοτοσικλέτα ακολούθως εκσφενδονίστηκε στον αέρα και κτύπησε σε δεύτερο όχημα το ΕΜΝ790 που ακολουθούσε το όχημα της Κατηγορουμένης και πάλι ακολούθως εκσφενδονίστηκε και κατέληξε σε παρακείμενο χαντάκι. Καθόλες αυτές τις συγκρούσεις η μοτοσικλέτα ήταν ακυβέρνητη αφού ο οδηγός της αμέσως μετά τη σύγκρουση με το όχημα της Κατηγορουμένης εκσφενδονίστηκε στην αντίθετη κατεύθυνση και έπεσε σε σημείο 32 περίπου μέτρα από το σημείο σύγκρουσης με το όχημα της Κατηγορουμένης. Ο Μ.Κ.1, Αστυφύλακας 577 Ι. Σανταφιανός, στις 13.8.2006 διενήργησε μηχανικό έλεγχο στη μοτοσικλέτα υπ΄ αριθμό ΗΤΑ

  1. Ο Μ.Κ.1 είναι σχεδιαστής φωτογράφος της Αστυνομίας, ειδικός στην Ανίχνευση Ταχυτήτων από τα ίχνη τροχοπέδης, χειριστής μηχανής ελέγχου ταχύτητας και εξεταστής μηχανοκίνητων οχημάτων. Διαπίστωσε ότι λόγω της βίαιης σύγκρουσης το μπροστινό μέρος της μοτοσικλέτας είχε σχεδόν ολόκληρο καταστραφεί. Το πρώτο σημείο επαφής ήταν η σύγκρουση με το όχημα της Κατηγορουμένης ενώ όταν η μοτοσικλέτα ανατράπηκε επανειλημμένα καταστράφηκε ολοσχερώς. Λόγω των ζημιών δεν υπήρχε η δυνατότητα να ελεγχθούν τα μηχανικά μέρη διεύθυνσης της μοτοσικλέτας όπως και το σύστημα λαδιού στο τιμόνι. Οι φλάντζες και τα δισκόφρενα όπως και τα ελαστικά της μοτοσικλέτας ήταν σε καλή κατάσταση. Δεν μπόρεσε να διαπιστώσει κατά πόσο ο οδηγός της μοτοσικλέτας είχε αναμμένα τα φώτα πορείας του, δεν ανευρέθηκαν στη σκηνή ίχνη τροχοπέδησης για να μπορεί να ανευρεθεί η ταχύτητα της μοτοσικλέτας πριν το δυστύχημα αλλά η θέση του ήταν ότι η μοτοσικλέτα δεν παρουσίαζε μηχανικό πρόβλημα το οποίο θα μπορούσε να ήταν η αιτία του δυστυχήματος. Αντεξεταζόμενος δέχτηκε ότι η σύγκρουση ήταν βίαιη, ότι και τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα έπαθαν μεγάλες και σοβαρές ζημιές, ότι λόγω της βιαιότητας της σύγκρουσης το όχημα της Κατηγορουμένης έκανε στροφή 180 μοίρες, με αποτέλεσμα η μπροστινή του πλευρά να είναι στην αντίθετη μεριά από εκείνη που βρισκόταν πριν τη σύγκρουση και δέχτηκε με βάση και την εμπειρία του ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας έτρεχε χωρίς όμως να μπορεί να προσδιορίσει το πόσο αφού έλαβε υπόψη του, το πόσο πολύ μετακινήθηκε το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης από τη σύγκρουση. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήριο 2, η δέσμη 14 φωτογραφιών με το σχετικό ευρετήριο που δείχνουν τις ζημιές στα δύο οχήματα όπως και το σημείο σύγκρουσης και ως Τεκμήριο 3 το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Ο Μ.Κ.2 Αστυφύλακας 3867 Σώζου είναι ο εξεταστής του δυστυχήματος. Κατά την άφιξη του στη σκηνή βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις, οι οδηγοί των οχημάτων ΗΤΑ365 και ΕΜΝ790 ήταν παρόντες στη σκηνή ενώ ο οδηγός της μοτοσικλέτας είχε μεταφερθεί στο Νοσοκομείο. Στην παρουσία των δύο οδηγών έκανε πρόχειρο σχέδιο με τα διάφορα μέτρα που έλαβε, Τεκμήριο 5, στο οποίο σημείωσε με τα γράμματα «Χ» και «Χ1» τα σημεία σύγκρουσης στα δύο οχήματα αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα ευρήματα του, το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας, ο καιρός ήταν αίθριος, υπήρχε οδικός φωτισμός ψηλής τάσης, η άσφαλτος ήταν στεγνή, ο ορατότητα σύμφωνα με την πορεία και των δύο οχημάτων ήταν 150 μέτρα ενώ ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης με μονή λωρίδα κυκλοφορίας και διαχωρίζεται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Το σημείο «Χ» εντοπίστηκε από τα ίχνη μαυρίσματος στο δρόμο που προέρχονταν από το μπροστινό ελαστικό της μοτοσικλέτας μετά τη σύγκρουση με το όχημα ΚΒΖ031 ενώ το «Χ1» εντοπίστηκε από γυαλιά στο δρόμο και την υπόδειξη του οδηγού του οχήματος ΕΜΝ
  2. Οι ζημιές στο όχημα της Κατηγορουμένης ήταν στην πίσω αριστερή πλευρά, το μπροστινό μέρος της μοτοσικλέτας είχε καταστραφεί ολόκληρο ενώ στο όχημα ΕΜΝ790 στο μπροστινό μέρος. Υιοθέτησε το Τεκμήριο 3 ως το τελικό σχέδιο που έκανε και κατέθεσε επίσης την ανακριτική κατάθεση της Κατηγορουμένης την οποία είχε λάβει ως Τεκμήριο 6 και τη γραπτή κατηγορία ως Τεκμήριο
  3. Η Κατηγορούμενη δεν δέχτηκε το σημείο σύγκρουσης «Χ» και δεν υπέγραψε το σχέδιο ενώ οι άλλοι δύο οδηγοί το δέχτηκαν και το υπέγραψαν. Αντεξεταζόμενος δέχτηκε ότι η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος είναι μεγάλου κυβισμού με δυνατότητα ανάπτυξης μεγάλης ταχύτητας. Συμφώνησε ότι το όχημα της Κατηγορούμενης στην τελική του θέση είχε περιστραφεί σχεδόν 180 μοίρες σε σχέση με την πορεία του με αποτέλεσμα να βλέπει προς την αντίθετη πλευρά, ότι η Κατηγορούμενη είχε ήδη αρχίσει να μπαίνει στην είσοδο του σπιτιού της όταν έγινε το δυστύχημα, ότι και τα δύο οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες και σοβαρές ζημιές όπως και η μοτοσικλέτα και ότι υπήρχε σφοδρότητα στη σύγκρουση μεταξύ παραπονουμένου και Κατηγορούμένης. Συμφώνησε επίσης ότι, πιθανότατα η μοτοσικλέτα οδηγείτο με μεγάλη ταχύτητα αλλά είπε ότι δεν μπορεί να είναι σίγουρος για την ταχύτητα της. Η Μ.Κ.3 Γ/Αστυφύλακας 3368 Ε. Γεωργίου πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος μαζί με τον εξεταστή της υπόθεσης, τον οποίο βοήθησε στις διάφορες μετρήσεις του και έλαβε ανακριτική κατάθεση της Κατηγορουμένης στις 15.8.2006, Τεκμήριο
  4. Κατά την αντεξέταση της είπε ότι ήταν η ίδια που έλαβε την κατάθεση του άλλου εμπλεκόμενου οδηγού Νικόλα Καλλή, Τεκμήριο 10, του συνεπιβάτη του Ανδρέα Κυριάκου, Τεκμήριο 11, του παραπονούμενου Λεωνίδα Κατελάρη, Τεκμήριο 12 και του Γιάννου Παπαθεοχάρους που ήταν φίλος του Κατηγορουμένου και ο οποίος οδηγούσε τη δική του μοτοσικλέτα το συγκεκριμένο βράδυ και ακολουθούσε τον παραπονούμενο, Τεκμήριο
  5. Ο Μ.Κ.4 ήταν ο παραπονούμενος Λεωνίδας Κατελάρης. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του, Τεκμήριο 12, σύμφωνα με την οποία στις 13.8.2006 και περί ώρα 0050 οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στη Δευτερά με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Πίσω του οδηγούσε ο φίλος του Γιάννος Παπαθεοχάρους με τη δική του μοτοσικλέτα. Φορούσαν και οι δύο το κράνος τους. Ο ίδιος οδηγούσε με ταχύτητα 65 ΧΑΩ γεγονός για το οποίο ήταν απόλυτα σίγουρος γιατί έλεγχε τακτικά τον δείκτη ταχύτητας της μοτοσικλέτας. Είχε αναμμένα τα φώτα του στη χαμηλή στάση και όπως προχωρούσε σε απόσταση 10 - 15 μέτρα από τον ίδιο αντελήφθηκε ένα όχημα το οποίο βρισκόταν περίπου στη μέση της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας. Χωρίς να προλάβει να ελαττώσει την ταχύτητα του, προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση στρίβοντας τη μοτοσικλέτα του δεξιά και από εκείνη τη στιγμή και μετά δεν θυμάται τίποτε παρά τον πόσο που ένοιωθε, τις φωνές των ανθρώπων που βρίσκονταν γύρω του και το ασθενοφόρο. Αντεξετάστηκε έντονα από το συνήγορο υπεράσπισης σε σχέση με τις δυνατότητες τις μοτοσικλέτας του η οποία είναι μεγάλου κυβισμού για ταχύτητα και επιτάχυνση αναφέροντας ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει τις δυνατότητες αυτές, γιατί πάντοτε οδηγούσε σε χαμηλές ταχύτητες εντός των επιτρεπόμενων ορίων και αναφέροντας ότι ο λόγος που την αγόρασε ήταν η εμφάνιση της και όχι οι μηχανικές της δυνατότητες που δεν τον ενδιαφέρουν. Ο ίδιος ουδέποτε οδήγησε με ψηλές ταχύτητες. Είπε ότι η πρώτη φορά που αντελήφθηκε το όχημα της Κατηγορουμένης ήταν στη δική του πορεία γιατί ο ίδιος έβλεπε μόνο τη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Το αντελήφθηκε όταν ήδη είχε πάρει κλήση προς τα δεξιά και τα μούτρα του βρίσκονταν στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Δεν προλάβαινε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του, προσπάθησε να στρίψει δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση θεωρώντας ότι αυτή ήταν η σωστή ενέργεια. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα γι΄ αυτό και δεν πρόσεξε το όχημα της Κατηγορουμένης και πήγε και καρφώθηκε πάνω του, είπε ότι δεν πρόσεξε το όχημα της Κατηγορουμένης να δείχνει πρόθεση για στροφή δεξιά, επέμενε ότι η ταχύτητα του ήταν 65 ΧΑΩ, αρνήθηκε τις υποβολές ότι οι ζημιές στη μοτοσικλέτα και στο όχημα της Κατηγορουμένης δείχνουν ότι υπήρχε σφοδρότητα στη σύγκρουση λόγω της ταχύτητας με την οποία οδηγούσε, δεν γνωρίζει αν το όχημα της Κατηγορουμένης είχε περιστραφεί 180 μοίρες ούτε και ότι η μοτοσικλέτα του εξοστρακίστηκε δύο φορές χτυπώντας και με άλλο όχημα. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι οδηγούσε στον ένα τροχό της μοτοσικλέτας του όπως και τη θέση ότι ο λόγος που στο Δικαστήριο ανέφερε τόσα πολλά ψέματα ήταν επειδή υπάρχει αγωγή στην οποία διεκδικεί πολλές αποζημιώσεις από την Κατηγορουμένη. Ο Μ.Κ.5 είναι ο Αστυφύλακας 1718 Κ. Χαραλάμπους, ο οποίος είναι το πρόσωπο που πήρε φωτογραφίες στη σκηνή του δυστυχήματος καθ΄ υπόδειξη του εξεταστή της υπόθεσης Σώζου. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 ως τις φωτογραφίες που ο ίδιος είχε λάβει και εκτυπώσει. Κατά την αντεξέταση του, συμφώνησε ότι τα μούτρα του οχήματος της Κατηγορουμένης έβλεπαν προς το δρόμο, ότι και τα τρία εμπλεκόμενα οχήματα έπαθαν εκτεταμένες ζημιές ενώ στο όχημα της Κατηγορουμένης υπάρχουν μαυρίσματα ψηλά πάνω στο αριστερό φτερό για τα οποία όμως είπε ότι δεν γνωρίζει πως προκλήθηκαν. Ο Μ.Κ.6 είναι ο φίλος του παραπονούμενου Γ. Παπαθεοχάρους ο οποίος τη συγκεκριμένη μέρα οδηγούσε τη δική του μοτοσικλέτα στον συγκεκριμένο δρόμο ακολουθώντας τον Λ. Κατελάρη. Υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13 σύμφωνα με το οποίο φορούσε το κράνος του, είχε αναμμένα τα φώτα του και η ταχύτητα του ήταν 50 ΧΑΩ αφού προσπαθούσε να σταθεροποιήσει μια τσάντα που είχε στον ώμο του. Μπροστά του οδηγούσε ο Κατελάρης ο οποίος επίσης φορούσε το κράνος του και είχε αναμμένα τα φώτα του. Η ταχύτητα του ήταν μεγαλύτερη από τη δική του χωρίς να μπορεί να την προσδιορίσει και βρισκόταν περίπου 150 - 200 μέτρα πιο μπροστά του. Ο δρόμος από την αντίθετη κατεύθυνση ήταν καθαρός και δεν υπήρχε άλλο όχημα ούτε μπροστά τους ούτε πίσω τους. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, περίπου σε απόσταση 250 - 300 μέτρα από τον ίδιο είδε ένα αυτοκίνητο που βρισκόταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας να έχει αναμμένο τον δείκτη του με πρόθεση για στροφή δεξιά. Χωρίς να αντιληφθεί τι έγινε άκουσε ένα δυνατό κτύπημα είδε κομμάτια να πετάγονται αριστερά και δεξιά και αμέσως κατάλαβε ότι ο Λεωνίδας είχε εμπλακεί σε δυστύχημα. Πήγε κοντά στο φίλο του που βρισκόταν πεσμένος στο έδαφος μέχρι να έρθει το Ασθενοφόρο. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι είναι φίλος με τον Λεωνίδα μέχρι και σήμερα, γνωρίζει ότι ο Λεωνίδας διεκδικεί δικαστικά αποζημιώσεις από την Κατηγορουμένη αλλά δεν δέχτηκε σε καμία περίπτωση ότι η μαρτυρία του στο Δικαστήριο έχει σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση του φίλου του. Ανέφερε ότι οδηγά μοτοσικλέτα εδώ και 4 χρόνια, ότι η μοτοσικλέτα του Λεωνίδα είναι ίδιου τύπου με τη δική του αλλά πιο μεγάλης ιπποδύναμης, ξέρει ότι η μοτοσικλέτα έχει τελική ταχύτητα 280 ΧΑΩ αλλά ποτέ του δεν δοκίμασε να οδηγήσει με τέτοιες ταχύτητες και συμφώνησε ότι η μοτοσικλέτες αυτού του τύπου έχουν τρομερή επιτάχυνση και μπορούν να αναπτύξουν ιλιγγιώδης ταχύτητες επαναλαμβάνοντας όμως ότι ουδέποτε ο ίδιος οδήγησε σε τέτοιες ταχύτητες. Δεν θυμόταν αν το όχημα της Κατηγορουμένης μετά το δυστύχημα είχε περιστραφεί ούτε για το αν η μοτοσικλέτα του Λεωνίδα εξοστρακίστηκε δυο φορές ενώ είχε χτυπήσει και με άλλο όχημα μετά το δυστύχημα με το όχημα της Κατηγορουμένης. Δεν δέχτηκε επίσης την υποβολή ότι ο λόγος που πετάγονταν τα κομμάτια από τη μοτοσικλέτα ήταν η σφοδρότητα της σύγκρουσης λόγω της ταχύτητας του Λεωνίδα, αναφέροντας ότι του έτυχε να δει να πετάγονται κομμάτια και σε συγκρούσεις όπου οι ταχύτητες ήταν 40 ΧΑΩ. Του υπεβλήθει επίσης ότι ο ίδιος πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος μετά το δυστύχημα μαζί με κάποιο φίλο του για να μετακινήσουν την μοτοσικλέτα του Λεωνίδα και ανέφερε ότι ο Λεωνίδας πήγαινε στον ένα τροχό, θέση την οποία αρνήθηκε. Δεν μπορούσε να υπολογίσει την ταχύτητα του Λεωνίδα ούτε και την απόσταση μεταξύ τους και αρνήθηκε την υποβολή ότι ο λόγος που ήταν πίσω από τον Λεωνίδα ήταν ότι δεν μπορούσε να τον φτάσει με την ταχύτητα που έτρεχε επαναλαμβάνοντας ότι προσπαθούσε να φτιάξει τη τσάντα του. Ο τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας Μ.Κ.7 ήταν ο οδηγός του οχήματος που ακολουθούσε το όχημα της Κατηγορουμένης Νικόλας Καλλή, στο όχημα του οποίου προσέκρουσε βίαια η μοτοσικλέτα του παραπονούμενου μετά που εξοστρακίστηκε μετά από τη σύγκρουση με το όχημα της Κατηγορουμένης. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 10 που ήταν η κατάθεση του, την οποία και υιοθέτησε. Σύμφωνα με αυτή στις 13.8.2006 οδηγούσε το διπλοκάμπινο όχημα ΕΜΝ790 με συνεπιβάτη το φίλο του Ανδρέα Κυριάκου στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου με κατεύθυνση τη Ψημολόφου. Τόσο ο ίδιος όσο και ο συνοδηγός του φορούσαν τη ζώνη τους και η ταχύτητα του ήταν γύρω στα 60 ΧΑΩ. Μπροστά του ήταν ένα αυτοκίνητο, πίσω του και στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας δεν εκινείτο κανένα όχημα. Το αυτοκίνητο που ήταν μπροστά του ήταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Κατηγορούμενη. Τόσο ο ίδιος όσο και η Κατηγορούμενη είχαν αναμμένα τα ψηλά τους φώτα στη χαμηλή στάση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου το όχημα της Κατηγορουμένης αφού έδειξε με το δείκτη ότι θα στρίψει δεξιά ελάττωσε ταχύτητα και άρχισε να στρίβει δεξιά και ο ίδιος ελάττωσε ταχύτητα σχεδόν σταμάτησε και περίμενε το όχημα της Κατηγορουμένης να στρίψει. Απέναντι δεν εκινείτο κανένα όχημα όταν ξαφνικά άκουσε ένα παλάρισμα από μοτοσικλέτα και είδε μια μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού να χτυπά στην αριστερή πίσω πλευρά του μπροστινού του αυτοκινήτου το οποίο έκανε στροφή ενώ η μοτοσικλέτα κατευθύνθηκε στο δικό του όχημα και του κτύπησε στο μπροστινό μέρος. Η μοτοσικλέτα είχε αναμμένα τα φώτα της αφού ο ίδιος τα είδε λίγο πριν από τη σύγκρουση. Διευκρίνισε ότι ήταν ελάχιστα πριν τη σύγκρουση που είδε τα αναμμένα φώτα της μοτοσικλέτας και όταν είδε τα φώτα το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης είχε ήδη μπει στο παρκινκ περίπου το μισό και το μισό ήταν έξω στο δρόμο. Το σημείο σύγκρουσης ήταν στη λωρίδα κυκλοφορίας του παραπονούμενου. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη έδειξε έγκαιρα την πρόθεση της για στροφή δεξιά, ελάττωσε την ταχύτητα της στο ελάχιστο μόλις που εκινείτο και επιχείρησε προσεκτικά στροφή δεξιά. Όταν η Κατηγορούμενη έστριβε ο ίδιος δεν είδε κανένα άλλο όχημα στο δρόμο, η σύγκρουση της μοτοσικλέτας με το αυτοκίνητο ήταν σφοδρή και βίαια, το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης μετακινήθηκε, ενώ διευκρίνισε ότι όταν ανέφερε τη λέξη παλάρισμα, ο ίδιος αντιλαμβάνεται γρήγορη επιτάχυνση. Ο φίλος του παραπονούμενου ήρθε στη σκηνή σχεδόν αμέσως, μπορεί ούτε ένα λεπτό μετά τη σύγκρουση ενώ δεν είχε προσέξει αν η μοτοσικλέτα του παραπονούμενου οδηγείτο στον ένα τροχό. Μετά που η Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 και της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, επέλεξε να προβεί σε ανόμωτη δήλωση με την οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της που έδωσε στην Αστυνομία. Σύμφωνα με την εν λόγω κατάθεση στις 13.8.2006 και περί ώρα 0050 οδηγούσε το αυτοκίνητο της στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στη Δευτερά με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Μαχαιρά. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, επειδή είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά για να πάει στο σπίτι της, περίπου 70 - 80 μέτρα πριν να στρίψει δεξιά, άναψε τον δείχτη της για να αντιληφθούν τα αυτοκίνητα που υπήρχαν την πρόθεση της να στρίψει δεξιά. Όταν έφτασε στο σημείο που ήθελε να στρίψει ελάττωσε στο ελάχιστο την ταχύτητα της χωρίς να σταματήσει το αυτοκίνητο, έλεγξε το δρόμο απέναντι της ότι ήταν καθαρός. Από πίσω της δεν την προσπερνούσε κανένας, γεγονός που έλεγξε από τα πλαϊνά καθρεφτάκια του αυτοκινήτου και αποφάσισε να στρίψει δεξιά. Όταν άρχισε να στρίβει και το αυτοκίνητο της βρισκόταν κάθετα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας από τη δική της είχε σχεδόν εξέλθει του δρόμου και συγκεκριμένα μόνο το πίσω μέρος του αυτοκινήτου της βρισκόταν στην εν λόγω λωρίδα, ένοιωσε κάτι να χτυπά στο όχημα της και το αυτοκίνητο της γύρισε, έκαμε στροφή σχεδόν 180 μοίρες και βγήκε εντελώς εκτός του δρόμου. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και είδε μια μοτοσικλέτα πεσμένη στην άκρια του δρόμου και το αυτοκίνητο που την ακολουθούσε να είναι χτυπημένο στο μπροστινό μέρος χωρίς όμως να γνωρίζει ή να αντιληφθεί τι είχε γίνει. Η ίδια δεν είχε τραυματιστεί, ούτε στην ίδια ούτε στον οδηγό της μοτοσικλέτας έγινε άλκοτεστ και φορούσε τη ζώνη ασφαλείας της. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Η αξιολόγηση των μαρτύρων, έχοντας και ως γνώμονα τις παραμέτρους που η νομολογία έχει καθορίσει για το θέμα αυτό, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.09, δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία αφού το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τους παρακολουθεί ενώ έδιδαν τη δια ζώσης μαρτυρία τους. Θεωρώ ότι όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας εκτός από τους Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6 Λεωνίδα Κατελάρη και Γιάννο Παπαθεοχάρους, ήταν καθόλα αξιόπιστοι μάρτυρες και δέχομαι τη μαρτυρία τους στην ολότητα της. Οι εν λόγω μάρτυρες σε καμία περίπτωση δεν προσπάθησαν να πουν στο Δικαστήριο ψέματα, να υπεκφύγουν να απαντήσουν τις ερωτήσεις που τους υπεβλήθηκαν, απαντούσαν με ευθύτητα και σταθερότητα στα όσα ερωτούντο και παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ως μάρτυρες που σέβονται τον όρκο τους. Οι οποιεσδήποτε αντιφάσεις στις οποίες τυχόν υπέπεσαν, είναι φανερό ότι έχουν σχέση με το μακρύ χρονικό διάστημα που έχει περάσει από την ημερομηνία που έκαναν τις ενέργειες τους σε σχέση με την ημερομηνία που έδιδαν τη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο. Αναφέρω επίσης, ότι τόσο οι φωτογραφίες που λήφθηκαν από τον Μ.Κ.5 όσο και το σχέδιο της σκηνής που έγινε από τον Μ.Κ.2, Τεκμήρια 2, 3 και 5, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν. Οι Μ.Κ. 4 και 6 δεν μου έκαναν καθόλου καλή εντύπωση και σίγουρα δεν ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Όσον αφορά τον Μ.Κ.4 και παραπονούμενο Λεωνίδα Κατελάρη θεωρώ ότι η μαρτυρία του σε σχέση με τη δυνατότητα της μοτοσικλέτας του για γρήγορη ταχύτητα και επιτάχυνση δεν μπορεί να πείσει για την αλήθεια της. Ούτε και μπορεί να γίνει πιστευτή η θέση του, ότι αγόρασε μια μοτοσικλέτα τέτοιου μεγάλου κυβισμού μόνο λόγω της εξωτερικής της εμφάνισης. Βρίσκω επίσης υπερβολική τη θέση του ότι ουδέποτε ανέπτυξε μεγάλες ταχύτητες με τη μοτοσικλέτα του και ότι τη συγκεκριμένη μέρα οδηγούσε με ταχύτητα 65 ΧΑΩ, γεγονός για το οποίο βεβαιωνόταν τακτικά, ελέγχοντας το σχετικό δείχτη. Θεωρώ ότι η μαρτυρία του δεν αποτελεί μαρτυρία στην οποία μπορεί το Δικαστήριο να στηριχτεί με ασφάλεια και ως τέτοια την απορρίπτω. Παρόμοια είναι και η εντύπωση μου για τον Μ.Κ.6 και φίλο του παραπονούμενου Γιάννο Παπαθεοχάρους. Τα όσα έχω αναφέρει σε σχέση με την αξιοπιστία του Μ.Κ.4 για την ταχύτητα και την επιτάχυνση της μοτοσικλέτας του ισχύουν και για τον εν λόγω μάρτυρα. Επιπλέον ήταν φανερό ότι ο μάρτυρας αυτό, λόγω της σχέσης του με τον παραπονούμενου και ενόψει της πολιτικής αγωγής που εκκρεμεί στο Δικαστήριο από τον παραπονούμενο εναντίον της Κατηγορουμένης για σωματικές βλάβες, θεωρώ ότι το κίνητρο του εν λόγω μάρτυρα ήταν η προσπάθεια του να βοηθήσει την υπόθεση του φίλου του με τη μαρτυρία του. Πρέπει να αναφέρω ότι εξαιρετική εντύπωση όσον αφορά την αλήθεια της μαρτυρίας του μου έκανε ο Μ.Κ.7 και ανεξάρτητος μάρτυρας Νικόλας Καλλή του οποίου η μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο συνήδε πλήρως με την κατάθεση που δόθηκε σχεδόν 3 χρόνια πριν, δεν κλονίστηκε καθόλου κατά την αντεξέταση του αλλά ούτε και προσπάθησε να βοηθήσει την Κατηγορουμένη με απαντήσεις που τη βόλευαν. Είπε στο Δικαστήριο εκείνα που ο ίδιος είδε και κατέγραψε στη μνήμη του. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη η Κατηγορούμενη λαμβάνεται υπόψη ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369. Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπόψη ώστε να δώσει μια άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφόσον αυτό επιτρέπεται από την δοεθίσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ενόψει της αξιολόγησης της μαρτυρίας όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, είναι η θέση μου ότι στις 13.8.2006 στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στη Δευτερά της επαρχίας Λευκωσίας επεσυνέβη τροχαίο ατύχημα. Εμπλεκόμενα μέρη ήταν η Κατηγορούμενη η οποία οδηγούσε το όχημα ΚΒΖ031 και ο παραπονούμενος που οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΗΤΑ
  1. Μετά τη σύγκρουση με το όχημα της Κατηγορουμένης που ήταν βίαιη, ο παραπονούμενος εξοστρακίστηκε από τη μοτοσικλέτα του και εκσφενδονίστηκε στο έδαφος σε απόσταση 32 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης ενώ η μοτοσικλέτα ακυβέρνητη, χτύπησε στο μπροστινό μέρος του οχήματος ΕΜΝ790 που οδηγείτο από τον Νικόλα Καλλή που ακολουθούσε το όχημα της Κατηγορουμένης και ακολούθως εξοστρακίστηκε σε παρακείμενο χαντάκι σε μεγάλη απόσταση από τα σημεία σύγκρουσης το όχημα της Κατηγορουμένης γύρισε περίπου 180 μοίρες από τη σύγκρουση η οποία ήταν βίαιη και σφοδρή. Η σύγκρουση έγινε περίπου στο μέσο της λωρίδας κυκλοφορίας του παραπονούμενου όταν ήδη η Κατηγορούμενη η οποία ήθελε να στρίψει δεξιά στην είσοδο του γκαράζ της οικίας της, μετά που είχε εκδηλώσει την πρόθεση της για στροφή δεξιά και είχε ελαττώσει την ταχύτητα της στο ελάχιστο και αφού σιγουρεύτηκε ότι μπορούσε με ασφάλεια να πραγματοποιήσει την εν λόγω πρόθεση της και το όχημα της ήδη βρισκόταν κάθετα σε σχέση με τη λωρίδα κυκλοφορίας του παραπονούμενου, το μισό όχημα ήδη είχε μπει στο γκαράζ του σπιτιού της ενώ μόνο η πίσω πλευρά του οχήματος της βρισκόταν στον δρόμο όταν ξαφνικά προέβαλε η μοτοσικλέτα του παραπονούμενου η οποία οδηγείτο με μεγάλη ταχύτητα. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας, ο καιρός ήταν αίθριος, υπήρχε οδικός φωτισμός ψηλής τάσης, η άσφαλτος ήταν στεγνή, ο ορατότητα σύμφωνα με την πορεία και των δύο οχημάτων ήταν 150 μέτρα ενώ ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης με μονή λωρίδα κυκλοφορίας και διαχωρίζεται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή. Το σημείο «Χ» εντοπίστηκε από τα ίχνη μαυρίσματος στο δρόμο που προέρχονταν από το μπροστινό ελαστικό της μοτοσικλέτας μετά τη σύγκρουση με το όχημα ΚΒΖ031 ενώ το «Χ1» εντοπίστηκε από γυαλιά στο δρόμο και την υπόδειξη του οδηγού του οχήματος ΕΜΝ
  2. Οι ζημιές στο όχημα της Κατηγορουμένης ήταν στην πίσω αριστερή πλευρά, το μπροστινό μέρος της μοτοσικλέτας είχε καταστραφεί ολόκληρο ενώ στο όχημα ΕΜΝ790 στο μπροστινό μέρος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6279, ημερ. 27.3.98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδέ Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχειά της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί: (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βιττή ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160. Derek Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R 188). H αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R.78). Στη Νικολαϊδης κ.α. ν. Κλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422, 429 επισημαίνεται: «Όπως κατ΄ επανάληψη τονίστηκε οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και επαναλαμβάνονται σε πολλές άλλες αποφάσεις. (Βλ. μεταξύ άλλων Παπαχριστοδούλου ν. Χ"Nεοφύτου
(1991)1 Α.Α.Δ. 426 και Κωνσταντίνου ν. Φιλίππου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1110).» Στην απόφαση Χρίστος Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 6614, ημερ. 19.3.99, όπου πεζός κατέβηκε από πεζοδρόμιο, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθή και η εισήγηση αναφορικά με την ανυπαρξία καθήκοντος προειδοποίησης στην περίπτωση. Οι υποθέσεις Soteriou v. Kyprianidou and Others
(1981)1 CLR 61 και Μurrel v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217 που αναφέρθηκαν, είναι άμεσα σχετικές. Ο πεζός περπατούσε κατά μήκος του κρασπέδου. Δεν υπήρχε οτιδήποτε το ιδιαίτερο που θα μπορούσε εύλογα να δημιουργήσει την αίσθηση κινδύνου από ενδεχόμενη απότομη είσοδο στο δρόμο και, κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν γεννήθηκε καθήκον προειδοποίησης ή λήψης άλλων προληπτικών μέτρων». (Βλ. επίσης Τriftarides v. Police
(1968)2 C.L.R. 140). Σύμφωνα με τη Νομολογία, μόνο σε περίπτωση που ένας Κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο στο δρόμο ενώ είχε περιθώριο να αντιδράσει, και παρέλειπε να λάβει τα αποτρεπτικά μέτρα λογικά αναγκαία για την αντιμετώπιση του απρόβλεπτου συμβάντος θα μπορούσε να αποδοθεί ποινική ευθύνη σε αυτόν (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας, (πιο πάνω)). Το καθήκον για λήψη αποτρεπτικών μέτρων, όμως, γεννάται αφού ο κίνδυνος εκδηλωθεί στον δρόμο (βλ. Paul Lesley Murrel ν. Αστυνομίας, Π.E. 5797, ημερ. 20.12.1994). Όπως έχει Νομολογηθεί, το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος που είναι και η πραγματική μαρτυρία αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 7167, ημερ. 28.6.2002, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας,
(1990)2 ΑΑΔ, Κονναρή ν. Κυριάκου, Π.Ε. 8551, ημερ. 19.3.1996. Στην παρούσα περίπτωση με βάση και την πραγματική μαρτυρία αλλά και από την αξιολόγηση της προφορικής μαρτυρίας όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω με λεπτομέρεια και ιδιαίτερα με βάση και τη μαρτυρία του μοναδικού ανεξάρτητου μάρτυρα Νικόλα Καλλή του οποίου τη μαρτυρία έχω δεχτεί στην ολότητα της, προκύπτει ότι η Κατηγορούμενη πραγματοποιώντας την πρόθεση της για στροφή δεξιά σε σχέση με την πορεία της έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα τα οποία ένας λογικός και συνετός οδηγός αναμενόταν να λάβει υπό τις περιστάσεις, δηλαδή έδειξε έγκαιρα την πρόθεση της για στροφή δεξιά, ελάττωσε την ταχύτητα της στο ελάχιστο και άρχισε να πραγματοποιεί την πρόθεση της για δεξιόστροφη στροφή, αφού σιγουρεύτηκε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός και μπορούσε με ασφάλεια να στρίψει. Στην υπό εξέταση περίπτωση, είναι φανερό ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον μου, που να καταδεικνύει ότι η Κατηγορούμενη παρέλειψε να ενεργήσει εμπρόθεσμα. Αντίθετα, από τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και ιδιαίτερα σημαντική επί τούτου είναι η μαρτυρία του ανεξάρτητου και αυτόπτη μάρτυρα Μ.Κ.7, προκύπτει σαφέστατα ότι η Κατηγορούμενη δεν μπορούσε να κάνει τίποτα όταν ο παραπονούμενος προέβαλε στην πορεία της ξαφνικά και μάλιστα οδηγώντας με μεγάλη ταχύτητα. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί να πληρωθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ) ................. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ΣΜ/ΘΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.