Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μαρίνα Ιωαννίδου, Αρ. Υπόθεσης: 8280/07, 12.1.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8280/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Μαρίνα Ιωαννίδου Κατηγορουμένη Ημερομηνία: 12.1.2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για την Κατηγορουμένη: κα Μ. Χατζηλευτέρη Κατηγορουμένη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε πέντε μάρτυρες, τον Αρχιαστυφύλακα 1239 Κώστα Σάββα (Μ.Κ.1), την κα Ευρυδίκη Παρασκευοπούλου (Μ.Κ. 2), τον Αναπλ. Λοχία 2759 Παύλο Χριστοφή (Μ.Κ.3), τον Ειδ. Αστυφύλακα 5492 Δημήτρη Χατζηγιάννη (Μ.Κ.4) και τον κ. Νικόλα Αριστείδου (Μ.Κ.5). Ο Μ.Κ.1, εξεταστής της υπόθεσης, κατέθεσε ότι στις 6.10.2006 και ώραν 18:20, μετά από πληροφορία για τροχαίο δυστύχημα, μετέβη στο Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου συνάντησε τη Μ.Κ. 2 (εφεξής «η πεζή»), η οποία του ανέφερε ότι την είχε κτυπήσει ένα αυτοκίνητο στη συμβολή της οδού Πέτρου Τσίρου με την οδό Λε Κορμπουζιέ στη Λεμεσό. Η πεζή δεν είχε τραυματιστεί σοβαρά. Ακολούθως ο Μ.Κ. 1 επισκέφθηκε την εν λόγω συμβολή, όπου βρήκε σημαδεμένη στην άσφαλτο με κιμωλία την τελική θέση ενός αυτοκινήτου. Προέβη στις σχετικές μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Στις 14.10.2006 έλαβε κατάθεση από την πεζή Μ.Κ. 2 στην οικία της, και σημείωσε στο σχέδιο το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε ως «Χ2». Ως «Χ1» σημειώθηκε το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε στην Αστυνομία η Κατηγορουμένη, η οποία ήταν η οδηγός του εμπλεκόμενου στο δυστύχημα αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΕΡΖ 908 (εφεξής «το αυτοκίνητο»). Σε μεταγενέστερο χρόνο ο Μ.Κ. 1 μετέτρεψε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής σε συμμετρικό, το οποίο και επεξήγησε στο Δικαστήριο. Το «Χ1» απέχει 2.90μ. από την άκρη του νότιου πεζοδρομίου απ'όπου διασταύρωνε η πεζή την οδό Λε Κορμπουζιέ κατά το χρόνο του δυστυχήματος, ενώ το «Χ2» απέχει 3.90μ. Το συνολικό πλάτος της οδού Λε Κορμπουζιέ είναι 6.90μ. Ο Μ.Κ. 1 πρόσθεσε ότι οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, το όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ω και η ορατότητα της Κατηγορουμένης προς την πορεία της πεζής ήταν καλή, αφού δεν εμποδιζόταν από ο,τιδήποτε. Η πεζή (Μ.Κ. 2), 79 ετών, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που είχε δώσει στην Αστυνομία ως μέρος της κυρίως εξέτασής της. Στην εν λόγω κατάθεση αναφέρει ότι στις 6.10.2006 γύρω στις 16:00 περπατούσε στο πεζοδρόμιο της οδού Πέτρου Τσίρου με βόρεια κατεύθυνση. Όταν έφθασε στη συμβολή με την οδό Λε Κορμπουζιέ, έστριψε λίγο προς τα αριστερά με σκοπό να διασταυρώσει την οδό Λε Κορμπουζιέ και να συνεχίσει βόρεια. Πρόσεξε ότι υπήρχαν δύο αυτοκίνητα σταματημένα στο Άλτ της Λε Κορμπουζιέ, αναμένοντας να εισέλθουν στην οδό Πέτρου Τσίρου. Βλέποντας ευθεία, η πεζή άρχισε να διασταυρώνει το δρόμο. Μόλις έφθασε στο μέσο του δρόμου, το αυτοκίνητο που ανέμενε στο Αλτ κινήθηκε με όπισθεν ταχύτητα και την κτύπησε με το πίσω μέρος. Από το κτύπημα, η Μ.Κ. 2 έπεσε ανάσκελα στην άσφαλτο και τραυματίστηκε στο πίσω μέρος της κεφαλής της. Ένας νεαρός που βρέθηκε στη σκηνή, της είπε να παραμείνει ξαπλωμένη μέχρι να αφιχθεί το ασθενοφόρο, το οποίο όταν κατέφθασε τη μετέφερε στο Νοσοκομείο. Η οδηγός του αυτοκινήτου που την κτύπησε ήταν μια ξανθιά ηλικίας 38-39 ετών. Το σημείο όπου βρισκόταν η Μ.Κ. 2 όταν την κτύπησε το αυτοκίνητο, ήταν 8-9 μέτρα από το Αλτ της οδού Λε Κορμπουζιέ και σημειώθηκε στο σχέδιο ως «Χ2». Συμφωνεί με το σχέδιο της σκηνής εκτός από τη θέση του αυτοκινήτου, το οποίο δεν ήταν λοξό στο δρόμο, αλλά ευθυγραμμισμένο. Κατά την προφορική της μαρτυρία στο Δικαστήριο, η πεζή κατέθεσε ότι το αυτοκίνητο που την κτύπησε ήταν σταματημένο στο μέσο της οδού Λε Κορπουζιέ σε αναμονή δεύτερο στη σειρά στο Αλτ. Όταν η πεζή επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο περνώντας πίσω από το αυτοκίνητο, αυτό μετακινήθηκε ένα μέτρο προς τα πίσω και την κτύπησε με το πίσω μέρος στη δεξιά πλευρά του πάνω μέρους του στήθους, κάτω από τον ώμο. Δεν θυμόταν τον τύπο του αυτοκινήτου ή το ύψος του. Ανέφερε επιπλέον ότι πάσχει από ζαλάδες και ίλιγγο, αλλά αρνήθηκε την υποβολή ότι κατά τον επίδικο χρόνο ζαλίστηκε και έπεσε από μόνη της. Ο Μ.Κ. 3 κατέθεσε ότι έλαβε κατάθεση από την Κατηγορουμένη, της επεξήγησε το σχέδιο που είχε ετοιμάσει ο Μ.Κ. 1 και σημείωσε ως «Χ1» το σημείο που του υπέδειξε η Κατηγορουμένη ως το σημείο σύγκρουσης. Σύμφωνα με τον Μ.Κ. 3, η Κατηγορουμένη του ανέφερε ότι η πεζή πήγε και κτύπησε πάνω στο αυτοκίνητο όταν αυτό είχε ήδη ακινητοποιηθεί. Ο Μ.Κ. 4 ήταν ο πρώτος αστυνομικός ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος (γύρω στις 16:30) και βρήκε το αυτοκίνητο ακινητοποιημένο στην αρχή της οδού Λε Κορμπουζιέ με τη μπροστινή πλευρά του (''τα μούτρα'') να είναι στραμμένη προς τα δυτικά, δηλαδή προς την ίδια οδό, με ελαφριά κλίση, ακριβώς όπως απεικονίζει το σχέδιο της Αστυνομίας. Αφού σημάδεψε με κιμωλία στην άσφαλτο τις 4 γωνίες του αυτοκινήτου, είπε στην Κατηγορουμένη να το μετακινήσει εκτός δρόμου γιατί εμπόδιζε την τροχαία κίνηση. Η πεζή είχε ήδη παραληφθεί από ασθενοφόρο. Ακολούθως ο Μ.Κ. 4 έφυγε από το μέρος για να αναλάβουν τη διερεύνηση του δυστυχήματος συνάδελφοί του από το αρμόδιο τμήμα της Αστυνομίας. Ο Μ.Κ. 4 κατέθεσε επιπλέον ότι το αυτοκίνητο ήταν τύπου σαλούν και τα «μούτρα» του έχουν ύψος 60-70 εκ. από το έδαφος. Ο Μ.Κ. 5, ιδιωτικός υπάλληλος 33 ετών, κατέθεσε ότι στις 6.10.2006 γύρω στις 16:00 οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του στην οδό Λε Κορμπουζιέ με ανατολική πορεία και κατευθυνόταν προς την οδό Πέτρου Τσίρου. Προπορευόταν ένα αυτοκίνητο τύπου Pajero, ενώ από απέναντι δεν έρχονταν οχήματα. Πριν φθάσει στη συμβολή των δύο οδών, είδε σε απόσταση 10 περίπου μέτρων πίσω από τη συμβολή μία γυναίκα στη μέση του δρόμου και ένα αυτοκίνητο να έρχεται από απέναντί του. Δεν είδε προηγουμένως από πού ερχόταν το αυτοκίνητο ή από πού διασταύρωνε η πεζή, καθότι το Pajero του έφραζε την ορατότητα. Σε κλάσματα δευτερολέπτου ο Μ.Κ. 5 είδε την πεζή να γέρνει κάτω στο δρόμο και συνεπώς πήγε κοντά της για να τη βοηθήσει. Ήταν ξαπλωμένη στην άσφαλτο με την κεφαλή προς τα δυτικά. Πιο ανατολικά βρισκόταν ένα σαλούν αυτοκίνητο, ακινητοποιημένο λοξά στην οδό Λε Κορμπουζιέ με τη μπροστινή πλευρά του στραμμένη προς τα δυτικά, ακριβώς όπως απεικονίζει το σχέδιο της Αστυνομίας. Η πεζή ρωτούσε τον Μ.Κ. 5 να της πει ποιο αυτοκίνητο την είχε κτυπήσει γιατί δεν ήξερε. Η πεζή αιμορραγούσε στο πίσω μέρος της κεφαλής και παραλήφθηκε από ασθενοφόρο. Ο Μ.Κ. 5 δεν είδε το αυτοκίνητο να κτυπά την πεζή, παρά μόνο την πεζή κτυπημένη στην άσφαλτο περίπου 1 μέτρο μπροστά από το αυτοκίνητο, περίπου στο μέσο του δρόμου σε απόσταση 6 -7 μέτρων από το Αλτ της οδού Λε Κορμπουζιέ. Δεν είδε καθόλου το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης σε κίνηση - το είδε μόνο ακινητοποιημένο μετά το δυστύχημα, όταν η πεζή βρισκόταν ήδη πεσμένη στην άσφαλτο. Η Κατηγορουμένη κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της και επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Δεν κλήθηκαν οποιοιδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Στη μαρτυρία της η Κατηγορουμένη, 28 ετών, κατέθεσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο στην οδό Πέτρου Τσίρου με νότια κατεύθυνση και σκοπό να στρίψει δεξιά (δυτικά) για να εισέλθει στην οδό Λε Κορμπουζιέ. Όταν έφθασε στη συμβολή με τη Λε Κορμπουζιέ σταμάτησε, αναμένοντας να αδειάσει ο δρόμος απέναντί της για να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στην οδό Λε Κορμπουζιέ. Όταν ο δρόμος (οδός Πέτρου Τσίρου με βόρεια κατεύθυνση) ελευθερώθηκε, εκκίνησε με πολύ χαμηλή ταχύτητα για να εισέλθει στην οδό Λε Κορμπουζιέ. Μόλις ευθυγραμμίστηκε το αυτοκίνητο στην εν λόγω οδό, αλλά πριν αναπτύξει ταχύτητα για να προχωρήσει, η Κατηγορουμένη αντιλήφθηκε την πεζή Μ.Κ.2 να βρίσκεται σχεδόν στη μέση του δρόμου, στο «Χ1». Τότε η Κατηγορουμένη πανικοβλήθηκε και έκανε απότομο ελιγμό προς τα δεξιά και ακινητοποίησε το αυτοκίνητο, αποφεύγοντας με τον τρόπο αυτό τη σύγκρουση με την πεζή, η οποία όμως ακούμπησε με τα χέρια πάνω στο αυτοκίνητο για να στηριχθεί, έχασε την ισορροπία της, έκανε 5-6 βήματα προς τα πίσω, και έπεσε στην άσφαλτο με το κεφάλι στραμμένο προς τα δυτικά και τα πόδια ανατολικά. Η Κατηγορουμένη κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πλησίασε την πεζή για να τη βοηθήσει, παρέμεινε δε στο μέρος και δεν μετακίνησε το αυτοκίνητο μέχρι να φθάσει η Αστυνομία και να σημαδέψει τη θέση του στο δρόμο. Το «Χ1» στο σχέδιο το οποίο υπέδειξε στην Αστυνομία είναι το σημείο όπου η Κατηγορουμένη είχε ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο ενώ η πεζή ήταν ακόμη όρθια. Η θέση της Κατηγορουμένης επικεντρώνεται στον ισχυρισμό ότι ήταν αδύνατο να αντιληφθεί την πεζή να διανύει την απόσταση που διήνυσε στο δρόμο πριν το δυστύχημα, καθότι δεν είχε ορατότητα προς την πορεία της πεζής, λόγω των οχημάτων που κινούνταν στην οδό Πέτρου Τσίρου με βόρεια κατεύθυνση, δηλαδή αντίθετη προς αυτή του αυτοκινήτου. Μόλις πέρασε το τελευταίο όχημα στην οδό Πέτρου Τσίρου εξ αντιθέτου, η Κατηγορουμένη έστριψε δεξιά και εισήλθε στο δρόμο, όπου αντιλήφθηκε την πεζή μπροστά της. Θεωρεί πως η πεζή πρέπει να είχε αρχίσει να διασταυρώνει τη Λε Κορμπουζιέ όταν το αυτοκίνητο βρισκόταν ακόμη σταματημένο σε αναμονή στην οδό Πέτρου Τσίρου, αλλά δεν την είδε να ξεκινά να διασταυρώνει από το πεζοδρόμιο, καθότι την έκρυβε το τελευταίο όχημα που ανέμενε η Κατηγορουμένη να περάσει δίπλα από το αυτοκίνητό της στην οδό Πέτρου Τσίρου εξ αντιθέτου. Είχε την αγωνία να μη συγκρουστεί με όχημα που ερχόταν από την Πέτρου Τσίρου απέναντι και συνεπώς είχε περισσότερο την προσοχή της στο δρόμο αυτό παρά στην οδό Λε Κορμπουζιέ. Κατά την επανεξέταση, η Κατηγορουμένη διευκρίνισε ότι έλεγξε την οδό Λε Κορμπουζιέ μόνο όταν έστριψε το αυτοκίνητο δεξιά και εισήλθε στη Λε Κορμπουζιέ, πριν όμως αναπτύξει ταχύτητα για να προχωρήσει ευθεία, και όταν το αυτοκίνητο είχε ήδη ευθυγραμμιστεί μέσα στη Λε Κορμπουζιέ. Σημειώνω ότι η Κατηγορουμένη στη γραπτή κατάθεση που είχε δώσει στην Αστυνομία αναφέρει την πιο πάνω εκδοχή, με μία διαφοροποίηση. Στη γραπτή κατάθεσή της, η Κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι μόλις εισήλθε στη Λε Κορμπουζιέ (αφότου έστριψε δεξιά από την Πέτρου Τσίρου), αντιλήφθηκε την πεζή να κατεβαίνει από το νότιο πεζοδρόμιο της οδού Λε Κορμπουζιέ στα αριστερά ως η πορεία της Κατηγορουμένης και να μπαίνει μέσα στο δρόμο με σκοπό να τον διασταυρώσει. Η Κατηγορουμένη μόλις είδε την πεζή να εισέρχεται στο δρόμο και να είναι σχεδόν στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου, έκανε απότομο ελιγμό προς τα δεξιά αποφεύγοντας τη σύγκρουση και ακινητοποίησε το αυτοκίνητο. Τα υπόλοιπα που αναφέρονται στη γραπτή κατάθεση έχουν ως η προφορική μαρτυρία της Κατηγορουμένης. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ο Μ.Κ. 1 μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση καθότι κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και μετέφερε, ως εξεταστής της υπόθεσης, με αντικειμενικότητα τα ευρήματά του από τη σκηνή του δυστυχήματος. Όσον αφορά στο συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ως Τεκμήριο 3, αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος[1]. Η πεζή Μ.Κ. 2 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση και ήταν ξεκάθαρο από τον τρόπο που απαντούσε ότι ήρθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να πείσει ότι η ίδια ήταν προσεκτική και δεν ευθύνεται καθόλου για το δυστύχημα. Η μαρτυρία της στο σύνολό της ήταν συγκεχυμένη και ασαφής και σε αρκετά σημεία συγκρούεται τόσο με την πραγματική μαρτυρία στη σκηνή όσο και με την κοινή λογική. Για παράδειγμα, επέμεινε ότι το αυτοκίνητο κινήθηκε με όπισθεν και την κτύπησε (δηλαδή έβλεπε προς τα ανατολικά), ενώ είναι ξεκάθαρο, τόσο από το σχέδιο Τεκμήριο 3, όσο και από τη μαρτυρία του αστυνομικού Μ.Κ. 4 που μετέβη πρώτος στη σκηνή και σημάδεψε την τελική θέση του αυτοκινήτου αλλά και τη μαρτυρία του αυτόπτη Μ.Κ. 5, ότι το αυτοκίνητο έβλεπε προς τα δυτικά, εφόσον ερχόταν από την οδό Πέτρου Τσίρου, όπως κατέθεσε η Κατηγορουμένη. Επιπλέον, η πεζή, η οποία κατέθεσε ότι έχει ύψος 1.50μ. επέμεινε ότι το αυτοκίνητο την κτύπησε σε πολύ ψηλό σημείο του σώματός της (στη δεξιά μπροστινή πλευρά πάνω από το στήθος, κάτω από τον ώμο). Κάτι τέτοιο είναι εξ αντικειμένου αδύνατον, όταν λάβει υπόψη κανείς ότι το αυτοκίνητο, όπως κατέθεσε ο Μ.Κ.4, είναι τύπου σαλούν και το μπροστινό και το πισινό του μέρος δεν έχει τέτοιο ύψος. Ήταν επίσης ξεκάθαρο ότι η πεζή δεν έλεγξε επαρκώς το δρόμο πριν επιχειρήσει να διασταυρώσει, καθότι ανέφερε ότι δεν έρχονταν οχήματα από αριστερά, ενώ όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του Μ.Κ. 5, τόσο ο ίδιος με τη μοτοσικλέτα του όσο και ένα όχημα τύπου Pajero κινούνταν στην οδό Λε Κορμπουζιέ με ανατολική κατεύθυνση κατά τον επίδικο χρόνο. Συνεπώς κρίνω πως η μαρτυρία της πεζής δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όσον αφορά τις ακριβείς συνθήκες του δυστυχήματος. Η μαρτυρία του Μ.Κ.3 ήταν τυπική καθότι στην ουσία περιορίζεται στην κατάθεση της γραπτής κατάθεσης που έλαβε από την Κατηγορουμένη. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Κ. 4, υπήρξε ένας αντικειμενικός μάρτυρας ο οποίος σημείωσε με κιμωλία στην άσφαλτο την τελική θέση του αυτοκινήτου. Ο Μ.Κ. 5 μου δημιούργησε πάρα πολύ καλή εντύπωση, αφού κατέθεσε με ειλικρίνεια τα όσα είδε να διαδραματίζονται στο δρόμο απέναντί του. Εξάλλου, δεν γνώριζε του εμπλεκόμενους και δεν είχε κανένα λόγο να μην πει την αλήθεια. Λόγω της περιορισμένης ορατότητας που είχε, δεν είδε από πού ερχόταν το αυτοκίνητο, αλλά είδε την πεζή να πέφτει στην άσφαλτο περίπου στο μέσο του δρόμου. Όταν κατέβηκε, είδε ότι η πεζή είχε πέσει περίπου 1 μέτρο μπροστά από το αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ακινητοποιημένο ακριβώς όπως απεικονίζει το σχέδιο της Αστυνομίας. Όσον αφορά τη μαρτυρία της Κατηγορουμένης, ήταν κάτι περισσότερο από εμφανής η προσπάθειά της να καταδείξει ότι το δυστύχημα οφείλεται αποκλειστικά στην πεζή και όχι στη δική της απροσεξία ή αμέλεια. Οι αντιφάσεις της προφορικής της μαρτυρίας με τη γραπτή της κατάθεση διαφαίνονται στη σελίδα 6 πιο πάνω και επικεντρώνονται στο κατά πόσο, όταν η Κατηγορουμένη πρωτοείδε την πεζή, η τελευταία βρισκόταν στο μέσο του δρόμου ή μόλις εκείνη τη στιγμή κατέβαινε από το νότιο πεζοδρόμιο και άρχιζε να διασταυρώνει το δρόμο. Σημειώνω ότι όποιο και από τα δύο να ισχύει, η ποινική ευθύνη της Κατηγορουμένης ενδεχομένως να μην επηρεάζεται ουσιαστικά, καθότι δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι η Κατηγορουμένη δεν έλεγξε καθόλου την οδό Λε Κορμπουζιέ πριν επιχειρήσει τη δεξιά στροφή. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, όμως, επισημαίνω ότι η Κατηγορουμένη με έπεισε ότι το όλο περιστατικό συνέβη όπως το περιέγραψε ενόρκως ενώπιόν μου, όπου η μαρτυρία της χαρακτηριζόταν από ιδιαίτερη επιμονή, έμφαση και πείσμα, αλλά και σταθερότητα. Θεωρώ ότι αυτά που ανέφερε στη γραπτή κατάθεσή της σε σχέση με το πότε πρωτοείδε την πεζή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αποτελούσαν ατυχή προσπάθεια αποποίησης της ευθύνης της για το δυστύχημα. Εξάλλου, η προφορική μαρτυρία της Κατηγορουμένης σε σχέση με τον τρόπο που συνέβη το όλο περιστατικό συνάδει με την πραγματική μαρτυρία και τη λογική. Ευρήματα Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 6.10.2006 και περί ώραν 16:00 η Κατηγορουμένη οδηγούσε το αυτοκίνητο τύπου σαλούν με αρ. εγγραφής ΕΡΖ 908 στην οδό Πέτρου Τσίρου στη Λεμεσό με νότια κατεύθυνση. Όταν έφθασε στο σημείο του δρόμου όπου υπάρχει δεξιά ως η πορεία της η οδός Λε Κορμπουζιέ, η Κατηγορουμένη σταμάτησε το αυτοκίνητο αναμένοντας να αδειάσει η οδός Πέτρου Τσίρου εξ αντιθέτου. Μόλις πέρασε το τελευταίο όχημα στην οδό Πέτρου Τσίρου με βόρεια κατεύθυνση, η Κατηγορουμένη έστριψε δεξιά στην οδό Λε Κορμπουζιέ χωρίς να ελέγξει καθόλου την εν λόγω οδό. Μόλις ευθυγραμμίστηκε το αυτοκίνητο στην εν λόγω οδό, η Κατηγορουμένη αντιλήφθηκε να βρίσκεται μέσα στο δρόμο η κα Ευρυδίκη Παρασκευοπούλου, η οποία διασταύρωνε το δρόμο από νότια προς βόρεια. Η Κατηγορουμένη έκανε ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση με την πεζή και ακινητοποίησε το αυτοκίνητο στο σημείο που φαίνεται στο σχέδιο Τεκμήριο 3. Η πεζή ακούμπησε τα χέρια πάνω στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου, έκανε 5-6 βήματα προς τα πίσω και έπεσε ανάσκελα στην άσφαλτο, κτυπώντας το κεφάλι της. Ο κ. Νικόλας Αριστείδου, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του στην οδό Λε Κορμπουζιέ με ανατολική κατεύθυνση, παρέσχε βοήθεια στην πεζή μέχρις ότου καταφθάσει στο μέρος ασθενοφόρο, το οποίο τη μετέφερε στο Νοσοκομείο. Η ορατότητα της Κατηγορουμένης από το σημείο όπου είχε σταματήσει στην οδό Πέτρου Τσίρου σε αναμονή πριν επιχειρήσει δεξιά στροφή και αφότου άδειασε η οδός Πέτρου Τσίρου εξ αντιθέτου, προς την πορεία της πεζής, ήταν καλή. Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια».[2] Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Constantinou v. Katsouri
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ'εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο (βλ. Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 στις σελ. 223-4). Το ερώτημα που τίθεται στην υπό κρίση υπόθεση είναι κατά πόσο, την ώρα που η Κατηγορουμένη αποφάσισε να στρίψει δεξιά και να εισέλθει εντός της οδού Λε Κορμπουζιέ από την οδό Πέτρου Τσίρου, η πεζή ήταν απλά ορατή και ο κίνδυνος εύλογα αντιληπτός. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές και υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων, θεωρώ πως είναι ξεκάθαρο ότι η Κατηγορουμένη παρέβη το καθήκον της να ασκήσει την κατάλληλη παρατηρητικότητα για την ύπαρξη της πεζής στο δρόμο. Δεν έδωσε καμία σημασία στην οδό Λε Κορμπουζιέ στα δεξιά της και όπως η ίδια κατέθεσε δεν έλεγξε καθόλου το δρόμο αυτό πριν εκκινήσει και στρίψει δεξιά, ώστε να βεβαιωθεί, ως όφειλε, ότι ήταν ασφαλές να το πράξει. Μοναδική της έγνοια, όπως η ίδια ανέφερε κατ'επανάληψη ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν να περάσουν τα οχήματα απέναντί της στην οδό Πέτρου Τσίρου. Η Κατηγορουμένη τόνισε ότι κοίταξε στην οδό Λε Κορμπουζιέ, και συνεπώς πρωτοείδε την πεζή, μόνο όταν είχε ήδη στρίψει δεξιά ως η πορεία της και το αυτοκίνητο είχε ευθυγραμμιστεί στην οδό Λε Κορμπουζιέ. Εν τούτοις, σε εκείνο το χρονικό σημείο, η πεζή είχε ήδη διανύσει κάποια απόσταση μέσα στο δρόμο. Αυτό που φαίνεται ότι δεν αντιλήφθηκε η Κατηγορουμένη, είναι ακριβώς ότι αυτά που η ίδια κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύουν σαφέστατα ότι δεν οδηγούσε με την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Αν έλεγχε το δρόμο στα δεξιά της ως όφειλε πριν στρίψει, κατά πάσαν πιθανότητα θα εντόπιζε την πεζή έγκαιρα, εφόσον η πεζή προφανώς είχε ήδη εισέλθει στο δρόμο. Το γεγονός ότι απέφυγε την άμεση σύγκρουση με την πεζή με τον ελιγμό προς τα δεξιά που έκανε, δεν εξυπακούει ότι υπήρξε επιμελής. Η οδική συμπεριφορά της Κατηγορουμένης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπήρξε αμελής, καθότι δεν συνάδει με τη συμπεριφορά που θα επεδείκνυε, υπό τις ίδιες συνθήκες, ένας λογικός, συνετός και ικανός οδηγός. Όφειλε να ελέγξει όχι μόνο το δρόμο απέναντί της, αλλά στη συνέχεια, αφού εκείνος ελευθερώθηκε, να ελέγξει και το δρόμο στα δεξιά της, όπου σκόπευε να εισέλθει, και να αντιληφθεί έγκαιρα την πεζή, η οποία διασταύρωνε το δρόμο. Ο έγκαιρος εντοπισμός της πεζής ήταν εφικτός δεδομένης της καλής ορατότητας που είχε η Κατηγορουμένη αφότου πέρασε το τελευταίο όχημα στην οδό Πέτρου Τσίρου εξ αντιθέτου της πορείας της Κατηγορουμένης και δεδομένου ότι η πεζή ήδη είχε διανύσει κάποια απόσταση μέσα στο δρόμο όταν έστριψε το αυτοκίνητο. Ολοκληρώνοντας, σημειώνω ότι δεν παραγνωρίζω τη συντρέχουσα αμέλεια της πεζής, η οποία ενδεχομένως να μην έλεγξε επαρκώς το δρόμο πριν επιχειρήσει να διασταυρώσει. Εν τούτοις, τονίζω πως για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης της Κατηγορουμένης, είναι αδιάφορο κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη της πεζής (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορουμένη παρέλειψε να ασκήσει το καθήκον της προσοχής και δέουσας παρατηρητικότητας που βαρύνει πάντοτε όλους τους οδηγούς κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις. Η υπόθεση έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η Κατηγορουμένη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. ........................................... Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: Αμελής Οδήγηση) [1] Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388. [2] Βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο