← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Φιλίππου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20817/07, 19 Ιανουαρίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Φιλίππου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20817/07, 19 Ιανουαρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B3 Αρ. Υπόθεσης: 20817/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -

  1. Ανδρέας Φιλίππου, εκ Λεμεσού
  2. Σταύρος Κωνσταντίνου, εκ Λευκωσίας
  3. Θεοδόσης Θεοδοσίου, εκ Λεμεσού Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο 2: κα Κάτια Πιερούδη Για κατηγορούμενο 3: Κος Μάριος Ηλία Κατηγορούμενοι 2 & 3: Παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 3 & 4 που αφορούν τα αδικήματα της κατοχής και εμπορίας αρχαιοτήτων κατά παράβαση του Περί Αρχαιοτήτων Νόμου (Κεφ. 31). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου 2007, είχε παράνομα στην κατοχή του δύο επιχρυσωμένα τεμάχια από εκκλησιαστικό τέμπλο, τα οποία εμπορεύτηκε χωρίς την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια του Διευθυντή Αρχαιοτήτων. Ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει την 5η κατηγορία που αφορά επίσης το αδίκημα της παράνομης κατοχής αρχαιοτήτων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, μεταξύ Ιανουαρίου και 18ης Απριλίου 2007 ο κατηγορούμενος 3 είχε στην κατοχή του τα πιο πάνω επιχρυσωμένα τεμάχια από εκκλησιαστικό τέμπλο χωρίς να ενημερώσει τον Διευθυντή Αρχαιοτήτων ως όφειλε δυνάμει του Νόμου. Είναι η θέση της αστυνομίας όπως προκύπτει από την μαρτυρία που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο ότι τα δύο πιο πάνω τεμάχια, αποτελούν αρχαιότητες εν τη έννοια του Νόμου και πωλήθηκαν από τον 2ο κατηγορούμενο στους κατηγορουμένους 1 & 3 χωρίς να εξασφαλιστούν προηγουμένως οι απαιτούμενες άδειες κατοχής και εμπορίας δυνάμει του περί Αρχαιοτήτων Νόμου. Τα τεμάχια αυτά βρέθηκαν μαζί με άλλες αρχαιότητες, στην οικία του κατηγορουμένου 1 μετά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας από την αστυνομία. Ο 1ος κατηγορούμενος αντιμετώπιζε στην παρούσα τις 2 πρώτες κατηγορίες που αφορούν μεταξύ άλλων το αδίκημα της παράνομης κατοχής των πιο πάνω τεμαχίων μαζί με άλλες αρχαιότητες. Παραδέχθηκε ενοχή και του επιβλήθηκε ποινή προστίμου από το Δικαστήριο. Στην συνέχεια, κατέθεσε ως βασικός μάρτυρας κατηγορίας (Μ.Κ.6), εναντίον των κατηγορουμένων 2 & 3 σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, αναφορικά με τα δύο επιχρυσωμένα τεμάχια εκκλησιαστικού τέμπλου. Ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι τα αγόρασαν από κοινού με τον 3ο κατηγορούμενο από τον κατηγορούμενο
  4. Βασικός μάρτυρας στην υπόθεση ήταν και ο λειτουργός του τμήματος αρχαιοτήτων Γιάννης Βιολάρης (Μ.Κ.5). Σύμφωνα με την μαρτυρία του, τα δύο πιο πάνω τεμάχια αποτελούν αρχαιότητες δυνάμει του Νόμου. Αναφορικά με τα εκκλησιαστικά αντικείμενα, σημείωσε ότι ο Νόμος τα κατατάσσει στις αρχαιότητες εάν χρονολογούνται μέχρι το 1940 μ.χ σε αντίθεση με άλλα αντικείμενα των οποίων η κατάταξη στις αρχαιότητες, προϋποθέτει την χρονολόγηση τους πριν από το έτος 1850 μ.χ. Όσον αφορά τα επίδικα αντικείμενα, τα κατέταξε χρονικά στον 18 αιώνα κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας. Έχουν επιχρύσωση και ιδιαίτερο σκάλισμα και φαίνονταν ότι ήταν παλαιά. Ήταν ως εκ τούτου η θέση του ότι οι κατηγορούμενοι όφειλαν να γνωρίζουν ότι επρόκειτο για αρχαιότητες. Παρόλα αυτά, από όλες τις αρχαιότητες που κατασχέθηκαν από την οικία του κατηγορουμένου μόνο για τα πιο πάνω τεμάχια, ζήτησε την βοήθεια συναδέλφων του σε σχέση με τον ακριβή καθορισμό της χρονολογίας τους. Απαντώντας σε ερωτήσεις της αντεξέτασης σε σχέση με το πιο πάνω θέμα, διευκρίνισε ότι η βοήθεια που ζήτησε δεν αφορούσε την θέση του κατά πόσον πρόκειται για αρχαιότητες, γεγονός που ήταν κατά τον ίδιο εμφανές αλλά για να διευκρινίσει την ακριβή χρονολογία των τεμαχίων. Οι υπόλοιποι μάρτυρες κατηγορίας, είναι αστυνομικοί οι οποίοι συμμετείχαν στην διερεύνηση της υπόθεσης. Αναφέρθηκαν στην εκτέλεση του εντάλματος έρευνας στην οικία του κατηγορουμένου 1 όπου βρέθηκαν μεταξύ άλλων τα επίδικα τεμάχια αλλά και στις υπόλοιπες ενέργειες στις οποίες προέβηκαν για εξιχνίαση της υπόθεσης. Μετά το τέλος της μαρτυρίας για την αστυνομία, οι συνήγοροι υπεράσπισης εισηγήθηκαν ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε να κληθούν οι κατηγορούμενοι 2 & 3 σε απολογία. Η συνήγορος του κατηγορουμένου 2 στην αγόρευση της, εισηγήθηκε ότι από την δοθείσα μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί ότι όντως τα δύο επίδικα τεμάχια αποτελούν αρχαιότητες εν τη εννοία του Νόμου. Αναφορικά με την κατοχή και εμπορία των αντικειμένων, ισχυρίστηκε ότι η μόνη μαρτυρία που εμπλέκει τον πελάτη της είναι αυτή του κατηγορουμένου 1, η οποία όμως δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο αφού ήταν γεμάτη αντιφάσεις και χωρίς πειστικότητα. Ούτε προσκομίστηκε καμία απόδειξη που να καταδεικνύει ότι όντως ο κατηγορούμενος 1 αγόρασε τα δύο αυτά τεμάχια από τον κατηγορούμενο
  5. Ο συνήγορος του 3ου κατηγορουμένου στην αγόρευση του, ανέφερε ότι σύμφωνα με την μαρτυρία, η μοναδική συμμετοχή του πελάτη του στην υπόθεση, είναι ότι ο κατηγορούμενος 1 του παρουσίασε τα επίδικα τεμάχια και παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του, τον έπεισε να τα αγοράσουν μαζί. Ο συνήγορος παρότι ισχυρίστηκε ότι 3ος κατηγορούμενος δεν είχε ποτέ φυσική κατοχή των τεμαχίων, δέχθηκε ότι από την δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί η κατοχή των αντικειμένων από τον πελάτη του όπως αυτή καθορίζεται στον νόμο. Ισχυρίστηκε όμως ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος 3 γνώριζε ότι τα επίδικα αντικείμενα αποτελούν αρχαιότητες, στοιχείο που κατά την άποψη του όφειλε να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή. Κατά τον συνήγορο, ο κατηγορούμενος 3 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι τα δύο αυτά τεμάχια αποτελούν εκκλησιαστικά αντικείμενα αφού από μια αντικειμενική τους θεώρηση δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Ακόμη και ο ίδιος ο εμπειρογνώμονας της κατηγορούσας αρχής στην κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ.10), ισχυρίστηκε ότι όσον αφορά αυτά τα δύο τεμάχια θα έπρεπε να διασταυρώσει την άποψη μου με άλλους ειδικούς. Θέση που αναίρεσε στην συνέχεια ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφέροντας ότι απλά ήθελε να συγκεκριμενοποιήσει την ακριβή χρονολογία των τεμαχίων χωρίς ποτέ να αμφιβάλει για το γεγονός ότι αποτελούσαν αρχαιότητες. Η απουσία μαρτυρίας για γνώση των κατηγορουμένων 2 & 3 ότι τα επίδικα αντικείμενα αποτελούσαν αρχαιότητες, είναι αρκετή κατά τον συνήγορο για να δικαιολογήσει την θέση της υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ότι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να απαλλαγούν από αυτό το στάδιο. Νομική Πτυχή Απαλλαγή του κατηγορούμενου στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, δικαιολογείται μόνο όταν:

(1)Από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
(2)Η μαρτυρία έχει κλονισθεί σε τέτοιο βαθμό ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη (unreliable) ώστε το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Τα πιο πάνω κριτήρια, αναφέρονται στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus στις σελίδες 111-113 και υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Azinas and Another -v- The Police
(1981)2 C.L.R. 9, σελ. 51-57. Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:- " Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9,16 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: " Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή. " Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με την απόφαση Στέφανος Χριστοδούλου (ανωτέρω) δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε μεταξύ άλλων σε προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν αξιόπιστη. Το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στο να διερευνήσει κατά πόσο συντρέχει μία εκ των δύο πιο πάνω προϋποθέσεων δυνάμει του άρθρου 74.1(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Χρήσιμη στο θέμα είναι και η Αγγλική απόφαση R. -v- Galbraith [1981] 2 All ER 1001 όπου το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο τα Δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν εισήγηση από την υπεράσπιση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Ας σημειωθεί ότι η υπόθεση αυτή αναλύθηκε εκτεταμένα στην υπόθεση Azinas (πιο πάνω) στις σελίδες 55-57. Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση σε μετάφραση: "Πως λοιπόν θα έπρεπε ο δικαστής να προσεγγίσει εισήγηση ότι δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση,
(1). Αν δεν υπήρχε μαρτυρία ότι το υποτιθέμενο αδίκημα διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν θα υπάρξει δυσκολία - ο δικαστής ασφαλώς θα σταματήσει την υπόθεση.
(2)Η δυσκολία αρχίζει εκεί που υπήρξε κάποια μαρτυρία, δεν ήταν όμως αρκετά ισχυρή, επειδή λ.χ. από μόνη της ήταν αδύνατη ή ασαφής ή επειδή ήταν ασυμβίβαστη με άλλη μαρτυρία, (α) εκεί που ο δικαστής θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της κατηγορίας, κρινόμενη με τον πιο επιεική τρόπο υπέρ της, ήταν τέτοια που μια ομάδα ενόρκων, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, δεν θα μπορούσε να καταδικάσει πάνω στη βάση της, θα αποτελούσε υποχρέωση του δικαστή, ύστερα από εισήγηση από μέρους της υπεράσπισης, να σταματήσει την υπόθεση, (β) εκεί όμως που η μαρτυρία της κατηγορίας ήταν τέτοια που η δύναμη ή η αδυναμία της θα εξαρτιόταν από την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα ή άλλων ζητημάτων που κρινόμενα γενικά, θα έπεφταν στην αρμοδιότητα των ενόρκων και εκεί που τα γεγονότα θα μπορούσαν να κριθούν με τέτοιο τρόπο που οι ένορκοι, ύστερα από σωστή καθοδήγηση, θα μπορούσαν να οδηγηθούν στο συμπέρασμα της ενοχής του κατηγορουμένου, τότε ο δικαστής οφείλει να αφήσει το ζήτημα να αποφασιστεί από τους ενόρκους...." Συμπεράσματα Το πρώτο ζήτημα που παρατηρώ, είναι ότι δεν ευσταθεί η εισήγηση της συνηγόρου για τον κατηγορούμενο 2 ότι δεν δόθηκε μαρτυρία ως προς το κατά πόσον τα επίδικα αντικείμενα εμπίπτουν στην έννοια των αρχαιοτήτων όπως ο όρος καθορίζεται στον Περί Αρχαιοτήτων Νόμο. Ο Μ.Κ. 5 ισχυρίστηκε ότι τα επίδικα τεμάχια χρονολογούνται από τον 18ο αιώνα και αποτελούν εκκλησιαστικά αντικείμενα. Υπό τας περιστάσεις και εφ' όσον η μαρτυρία αυτή γίνει αποδεκτή στο τέλος της Δίκης, είναι εμφανές ότι θα αποδειχθεί το συστατικό αυτό στοιχείο. Το ίδιο ισχύει και για τους ισχυρισμούς της συνηγόρου σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία της κατοχής και εμπορίας των τεμαχίων εκ μέρους του κατηγορουμένου 2. Δόθηκε μαρτυρία και για τα δύο αυτά στοιχεία τόσον από τον πρώην κατηγορούμενο 1, όσον και από τους αστυνομικούς που συμμετείχαν στην διερεύνηση της υπόθεσης. Αποδοχή των πιο πάνω θέσεων της συνηγόρου θα είχε ως αποτέλεσμα το Δικαστήριο να προβεί σε αξιολόγηση της πιο πάνω μαρτυρίας από αυτό το πρώιμο στάδιο κάτι όμως που δεν επιτρέπεται δυνάμει των αρχών που προανέφερα. Απομένει να εξεταστεί η θέση και των δύο συνηγόρων υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι 2 & 3 γνώριζαν ότι τα επίδικα ξυλόγλυπτα ήταν αρχαιότητες με την έννοια που αποδίδει ο Νόμος στον πιο πάνω όρο. Έμφαση δόθηκε και στο γεγονός ότι δεν υπάρχει στα δύο τεμάχια κανένα θρησκευτικό σημείο που να υποδηλώνει την εκκλησιαστική τους προέλευση. Τονίστηκε μάλιστα ότι βρίσκονταν μαζί με άλλα ξυλόγλυπτα κινέζικης προέλευσης, στο κατάστημα του κατηγορουμένου 2 χωρίς να φαίνεται ότι διαφέρουν σε τίποτα από αυτά. Ήταν επιπλέον η θέση των συνηγόρων υπεράσπισης ότι η γνώση ότι τα αντικείμενα ήταν αρχαία, αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Έχω την άποψη ότι είναι ορθή η εισήγηση ότι η ένοχη σκέψη (mens rea), αποτελεί συστατικό στοιχείο των υπό κρίση αδικημάτων. Μελέτη της σχετικής νομολογίας καταδεικνύει ότι σε αδικήματα που δεν απαγορεύουν συγκεκριμένη συμπεριφορά αλλά αντίθετα επιβάλλουν ειδικό καθήκον στον κατηγορούμενο, η ένοχη σκέψη αποτελεί συστατικό στοιχείο των αδικημάτων. Σχετική μεταξύ άλλων είναι η υπόθεση Harding v. Price
(1948)1 All E.R. 283, η οποία αφορούσε αδίκημα παράλειψης αναφοράς τροχαίου ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη ο κατηγορούμενος. Αποφασίστηκε ότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήταν η γνώση του κατηγορουμένου ότι ενεπλάκη σε ατύχημα με την έννοια ότι η άγνοια του ατυχήματος αποτελεί υπεράσπιση. Άλλως θα ήταν σαν να εζητείτο από τον κατηγορούμενο να πράξη το αδύνατο να καταθέσει δηλαδή κάτι που δεν γνώριζε. Παραθέτω το χαρακτηριστικό απόσπασμα του Lord Goddard, L.J. από την πιο πάνω απόφαση. «If apart from authority, one seems to find a principle applicable to this matter it may be thus stated. If a statute contains an absolute prohibition against the doing of some act, as a general rule mens rea is not a constituent of the offence, but there is all the difference between prohibiting an act and imposing a duty to do something on the happening of a certain event. Unless a man knows that the event has happened, how can he carry out the duty imposed? If the duty be to report, he cannot report something of which he has no knowledge. That is the ratio decidendi of Nichols v. Hall
(1873)L.R. 8, C.P. 322, and, in my opinion, it is applicable to and decisive of the present case. Any other view would lead to calling on a man to do the impossible. Τα ίδια ισχύουν και όσον αφορά τα υπό κρίση αδικήματα. Οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις, επιβάλλουν στους κατηγορούμενους ειδικά καθήκοντα. Το αδίκημα των κατηγοριών 3 & 5, επιβάλλει καθήκον ενημέρωσης του Διευθυντή Αρχαιοτήτων για την κατοχή των αρχαίων αντικειμένων ενώ το αδίκημα της 5ης κατηγορίας, επιβάλλει καθήκον εξασφάλισης άδειας για την εμπορία των αρχαιοτήτων. Υπό τας περιστάσεις, η γνώση ότι τα υπό κρίση τεμάχια αποτελούσαν αρχαιότητες, αποτελεί συστατικό στοιχείο των αδικημάτων. Σε αντίθετη περίπτωση δεν θα ήταν λογικό να αναμένεται από τους κατηγορούμένους να προβούν στα πιο πάνω ειδικά καθήκοντα από την στιγμή που αγνοούσαν ότι τα τεμάχια αυτά αποτελούν αρχαιότητες. Η ένοχη σκέψη μπορεί να αποδειχθεί είτε με άμεση είτε με περιστατική μαρτυρία όπως αυτή προκύπτει από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Στην περίπτωση όμως αυτή, η μαρτυρία δεν θα πρέπει να αφήνει κενά και να μην οδηγεί σε κανένα άλλο συμπέρασμα πλην του ότι οι κατηγορούμενοι είχαν γνώση ότι τα επίδικα τεμάχια αποτελούσαν αρχαιότητες εν τη εννοία του Νόμου. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει δοθεί μαρτυρία ως προς την υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων με την έννοια ότι δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία που να αποδεικνύει την γνώση των κατηγορουμένων ότι τα επίδικα τεμάχια αποτελούν αρχαιότητες. Διαφορετική είναι βέβαια η περίπτωση του κατηγορουμένου 1 στην οικία του οποίου βρέθηκαν αρχαίοι αμφορείς για τους οποίους δεν χρειάζονται ειδικές γνώσεις για να διαπιστώσει κάποιος ότι αποτελούν αρχαιότητες. Όσον όμως αφορά τα επίδικα ξυλόγλυπτα, αυτό δεν ήταν εμφανές. Δεν είχαν κανένα θρησκευτικό σημάδι είτε οτιδήποτε άλλο που να καταδεικνύει ότι πρόκειται για εκκλησιαστικά αντικείμενα. Ούτε η θέση του Μ.Κ. 5 Βιολάρη ότι ήταν εμφανές ότι επρόκειτο για παλιά ξυλόγλυπτα, αποδεικνύει από μόνη της ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι επρόκειτο για εκκλησιαστικά τέμπλα αρχαιολογικής αξίας. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι από την δοθείσα μαρτυρία, η αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων δεν έχει αποδειχθεί. Ως αποτέλεσμα, η εισήγηση της υπεράσπισης ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση γίνεται αποδεκτή. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 2 & 3, αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχ. Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.