Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Alexey Maltsev, Αρ. Υπόθεσης: 17118/07, 20 Ιανουαρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B5 Αρ. Υπόθεσης: 17118/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Alexey Maltsev, από την Ρωσία Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για τον κατηγορούμενο: κος Σπηλιοτόπουλος Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος που είναι Ρώσος υπήκοος, αντιμετωπίζει τα αδικήματα της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(β) 339 και 335 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 2 & 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος, με σκοπό την καταδολίευση, αντικατέστησε την φωτογραφία του δικαιούχου από Ουγγρικό διαβατήριο με την δική του φωτογραφία χωρίς εξουσιοδότηση και έθεσε σε κυκλοφορία το πιο πάνω πλαστό έγγραφο. Ο κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει επιπλέον την 1η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος μεταξύ Φεβρουαρίου 2007 και 13ης Σεπτεμβρίου 2007, συνωμότησε με άλλο πρόσωπο να διαπράξουν κακούργημα δηλαδή πλαστογραφία εγγράφου. Οι κατηγορίες προέκυψαν μετά από πληροφορίες της αστυνομίας ότι στην τουριστική περιοχή Γερμασόγειας θα γινόταν συνάντηση δύο Ρώσων με σκοπό ο ένας εξ αυτών να εξασφαλίσει στον άλλο πλαστό διαβατήριο. Στο μέρος συνελήφθη ο κατηγορούμενος, ο οποίος σύμφωνα με την εκδοχή της αστυνομίας όταν του ζητήθηκαν τα στοιχεία του, παρουσίασε στους αστυνομικούς το πιο πάνω πλαστό Ουγγρικό διαβατήριο. Μαρτυρία Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστυφύλακας Μιχάλης Πιττάλης του ΤΑΕ Λεμεσού. Σύμφωνα με την κατάθεση του (τεκμ.1), πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμ. 2) μετά που τον συνέλαβε για διερεύνηση των αδικημάτων της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού διαβατηρίου. Στην κατάθεση του, ο κατηγορούμενος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι το 2006 γνώρισε κάποια αλλοδαπή ονόματι Τατιάνα, η οποία του πρότεινε να του εξασφαλίσει διαβατήριο έναντι του ποσού των £1100,
- Κατά τον Φεβρουάριο του 2007, ο κατηγορούμενος συγκέντρωσε το πιο πάνω ποσόν και το έδωσε στην Τατιάνα μαζί με δικές του πρόσφατες φωτογραφίες. Τον ίδιο μήνα, η Τατιάνα του παρέδωσε ένα διαβατήριο με την φωτογραφία του, το οποίο εντόπισε η αστυνομία στην κατοχή του. Ενώπιον του Δικαστηρίου ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν συνελήφθηκε ο κατηγορούμενος, ετοιμαζόταν να εκδώσει πλαστό διαβατήριο σε τρίτο πρόσωπο. Μετά που οι αστυνομικοί του ζήτησαν τα χαρτιά του, αυτός τους επέδειξε το Ουγγρικό Διαβατήριο, το οποίο όπως αποδείχθηκε, ήταν πλαστό. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Γυν/Λοχ Χρυστάλλα Χριστοφίδου, της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της αστυνομίας. Εξέτασε για σκοπούς γνησιότητας, το διαβατήριο Ρωσίας του κατηγορουμένου (τεκμ. 7) καθώς και το Ουγγρικό διαβατήριο που βρέθηκε στην κατοχή του (τεκμ.5). Η μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή έκθεση αναφορικά με τα ευρήματα της σε σχέση με το πιο πάνω θέμα (τεκμ.4). Σύμφωνα με την πιο πάνω έκθεση, το Ρωσικό διαβατήριο περικλείει τα απαραίτητα στοιχεία ασφαλείας και κατά την γνώμη της είναι γνήσιο. Όσον αφορά το Ουγγρικό Διαβατήριο, το σύγκρινε με αντίστοιχο γνήσιο δείγμα που βρίσκεται στη συλλογή της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών. Πρόκειται όπως αναφέρεται, για αυθεντικό διαβατήριο αφού περικλείει τα απαραίτητα στοιχεία ασφαλείας. Κατά την εξέταση του όμως, διαπίστωσε ότι έγινε απόσβεση της αρχικής φωτογραφίας του κατόχου και στη συνέχεια εκτυπώθηκε στη θέση της άλλη φωτογραφία. Ενώπιον του Δικαστηρίου, η μάρτυρας κατέθεσε ότι η επέμβαση αυτή καθιστά το εν λόγω διαβατήριο πλαστό. Επιπλέον η μάρτυρας, ετοίμασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 6, πίνακα με τις αλλοιώσεις που διαπίστωσε, εξήγησε δε με λεπτομέρεια που εμφαίνονται οι πιο πάνω αλλοιώσεις στο υπό κρίση διαβατήριο. Αυτές εντοπίζονται κυρίως γύρω στη φωτογραφία και στα μελάνια ασφαλείας, τα οποία καταστράφηκαν με την αλλαγή της φωτογραφίας. Επιπλέον, η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για την εκτύπωση της πλαστής φωτογραφίας, είναι διαφορετική από αυτή που χρησιμοποιούν τα γνήσια διαβατήρια Ουγγαρίας. Συγκεκριμένα, στα γνήσια διαβατήρια, οι φωτογραφίες εκτυπώνονται με ειδική μέθοδο λέιζερ σε αντίθεση με το πλαστό διαβατήριο στο οποίο φαίνεται η φωτογραφία του κατηγορούμενου, τυπωμένη μαυρόασπρη σε απλό εκτυπωτή. Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας αναφέρθηκε στα προσόντα της και στην εκπαίδευση που έτυχε σε εργαστήρια του εξωτερικού, αναφορικά με τον εντοπισμό πλαστών διαβατηρίων. Πέραν της εκπαίδευσης, υπάρχουν στη συλλογή της υπηρεσίας της αντίστοιχα γνήσια δείγματα διαβατηρίων, τα οποία χρησιμοποιούνται για σκοπούς σύγκρισης. Επανέλαβε όλες τις αλλοιώσεις που κατά τους ισχυρισμούς της διαπίστωσε στο Ουγγρικό διαβατήριο που βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου. Επέμενε δε παρά τις περί του αντιθέτου υποβολές ότι το διαβατήριο αυτό είναι πλαστό αφού έχει αφαιρεθεί η γνήσια φωτογραφία και τοποθετήθηκε στη θέση της, αυτή του κατηγορούμενου. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Αστυφύλακας 2210 Πανίκος Κκώσης. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 8), υπηρετεί στο Γραφείο Συλλογής Πληροφοριών Λεμεσού. Στις 13.9.2007 γύρω στις 17:00, μετέβηκε στην τουριστική περιοχή Γερμασόγειας μαζί με τον Υπαστυνόμο Νικολάου και άλλους δύο αστυφύλακες κατόπιν πληροφορίας ότι στο μέρος θα γινόταν συνάντηση δύο Ρώσων με σκοπό ο ένας εξ αυτών να εξασφαλίσει στον άλλο πλαστό διαβατήριο. Με την άφιξη τους στο μέρος, εντόπισαν το ύποπτο αυτοκίνητο να είναι σταθμευμένο έξω από μπυραρία και στη θέση του οδηγού να κάθεται ένας άνδρας. Γύρω στις 17:25 προσήλθε πεζός δεύτερος άνδρας, ο οποίος κάθισε στη θέση του συνοδηγού. Οι αστυνομικοί πλησίασαν το αυτοκίνητο και ο μάρτυρας μιλώντας αγγλικά, αποτάθηκε στο συνοδηγό υποδεικνύοντας του την αστυνομική του ταυτότητα. Ο συνοδηγός τότε έδειξε στο μάρτυρα ένα διαβατήριο Ουγγαρίας στο όνομα Μihali Kote με τη φωτογραφία του ιδίου. Ο μάρτυρας τον πληροφόρησε τότε ότι θα τον ερευνήσει σωματικά και τον κάλεσε να του παραδώσει οτιδήποτε παράνομο έχει. Κατά την έρευνα, βρέθηκε δεύτερο διαβατήριο στη τσάντα του συνοδηγού, αυτή τη φορά Ρωσικό στο όνομα του κατηγορουμένου Alexey Maltsev, στο οποίο υπήρχε η ίδια φωτογραφία. Ο μάρτυρας ρώτησε τον αλλοδαπό πως ονομάζεται και ποιο είναι το πραγματικό διαβατήριο του χωρίς να πάρει απάντηση. Τον πληροφόρησε τότε ότι έχει εύλογη υπόνοια ότι διέπραξε αδικήματα πλαστογραφίας και πλαστοπροσωπίας χωρίς επίσης να πάρει οποιαδήποτε απάντηση. Τότε ο αλλοδαπός συνελήφθη για το λόγο ότι δεν έδινε ικανοποιητικές εξηγήσεις για την εξακρίβωση της ταυτότητάς του. Ακολούθως, προσέγγισε τον οδηγό ο οποίος του επέδειξε ρωσικό διαβατήριο και του παρέδωσε επίσης 6 φωτογραφίες του. Του ανέφερε ότι συναντήθηκε με τον άλλο αλλοδαπό γιατί ο τελευταίος αναλαμβάνει την έκδοση πλαστών διαβατηρίων έναντι ποσού £500,
- Τις φωτογραφίες θα του τις παρέδιδε για να του ετοιμάσει όπως είπε πλαστό διαβατήριο. Ενόψει τούτου, συνελήφθη ο συνοδηγός και μεταφέρθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που ήταν συνοδηγός στο εν λόγω αυτοκίνητο και τον οποίο συνέλαβε για τη διάπραξη των αδικημάτων της πλαστογραφίας και της πλαστοπροσωπίας. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την αστυνομία, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Αφού τα επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Σ' αυτή αναφέρει μεταξύ άλλων ότι πλήρωσε ένα τεράστιο ποσό στην Τατιάνα για να του εκδώσει Ουγγρικό διαβατήριο, το οποίο δυστυχώς δεν γνώριζε ότι ήταν πλαστό. Ο ίδιος δεν είχε την ικανότητα να ελέγχει την αυθεντικότητα του διαβατηρίου και υπό τις περιστάσεις είναι θύμα απάτης. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι καθ' όλη την παραμονή του στην Κύπρο, προσπάθησε να εργαστεί νόμιμα και δεν χρησιμοποίησε το εν λόγω διαβατήριο για κανένα σκοπό, αρνήθηκε μάλιστα ότι το παρουσίασε στην αστυνομία κατά την σύλληψη του. Ανέφερε ότι η αστυνομία μετά από έρευνα, βρήκε τα δύο διαβατήρια στη τσάντα του. Αγορεύσεις Ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευσή του, ανέφερε ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο πελάτης του. Όσον αφορά το αδίκημα της συνομωσίας, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι αυτό στηρίζεται σε εικασίες και καμία μαρτυρία δεν έχει δοθεί επί του προκειμένου. Για το αδίκημα της πλαστογραφίας, ο κ. Σπηλιοτόπουλος ανέφερε ότι δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία ότι είναι ο ίδιος ο κατηγορούμενος που αντικατέστησε τη φωτογραφία από το Ουγγρικό διαβατήριο. Το γεγονός ότι εμφανίζεται εκεί η φωτογραφία του δεν σημαίνει ταυτόχρονα ότι ήταν ο ίδιος που την τοποθέτησε. Αναφορικά με την κυκλοφορία, ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος δεν έδωσε στην αστυνομία το Ουγγρικό διαβατήριο κατά τη σύλληψη του και ως εκ τούτου δεν έχει αποδειχθεί ούτε αυτή η κατηγορία. Η δημόσια κατήγορος στη δική της αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι έχουν αποδειχθεί και οι τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Από την κατάθεση του στην αστυνομία, προκύπτει ξεκάθαρα ότι συνωμότησε με κάποια Τατιάνα για να καταρτιστεί το πλαστό διαβατήριο για να μπορεί να εξασφαλιστεί η εδώ παραμονή του απρόσκοπτα και χωρίς να ενοχλείται από την αστυνομία. Επιπλέον, η κατήγορος ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος υπέδειξε στον αστυφύλακα που τον συνέλαβε, το πλαστό διαβατήριο που αναφέρεται στη 2η κατηγορία. Με την έννοια αυτή, έχει αποδειχθεί και η κυκλοφορία πλαστού εγγράφου που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε θετική εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια σε όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε για εξιχνίαση της υπόθεσης χωρίς να κλονιστεί σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του. Ήταν επίσης αρκετά πειστικός ως προς την κατάθεση που του έδωσε ο κατηγορούμενος με την οποία παραδέχεται στην ουσία ότι το Ουγγρικό διαβατήριο που βρέθηκε στην κατοχή του δεν ήταν γνήσιο αλλά πλαστό αφού η Τατιάνα τοποθέτησε σε αυτό την φωτογραφία του. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε ο Μ.Κ.1 είναι ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Η Μ.Κ.2 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας σε ζητήματα πλαστών διαβατηρίων. Υπάρχει πληθώρα νομολογίας για το πώς πρέπει να προσεγγίζεται από το Δικαστήριο, η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 Α.Α.Δ 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 746, R v. Turner
(1975)1 All.E.R. 70). Το Δικαστήριο σύμφωνα με τις αυθεντίες που έχω παραθέσει, θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του, έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τι δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Έχω εξετάσει τα προσόντα και το αντικείμενο ενασχόλησης της Μ.Κ.
- Έχω πεισθεί ότι είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα για τον οποίο κατέθεσε και έτσι θα προσεγγίσω την μαρτυρία της. Η εκπαίδευση, η πείρα της και τα καθήκοντα της στην ΥΠ.ΕΓ.Ε στον τομέα εξέτασης πλαστών διαβατηρίων, την καθιστά κατά τη κρίση μου, ειδικό επί του θέματος. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή την μαρτυρία της Μ.Κ.2 την οποία χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχομαι ως ορθή. Η μαρτυρία της ήταν τέτοιας φύσης που με βοήθησε αφ' ενός μεν να κατανοήσω πλήρως τις διαφορές που δημιουργούνται σε Ουγγρικό διαβατήριο όταν αντικατασταθεί σε αυτό η φωτογραφία του κατόχου και αφετέρου σχηματίζοντας τη δική μου ανεξάρτητη κρίση να επισημάνω ότι τα ευρήματα της είναι αντικειμενικής υφής και ως τέτοια τα υιοθετώ πλήρως και τα αναγάγω και σε δικά μου ευρήματα. Πιο συγκεκριμένα, ιδιαίτερα επεξηγηματική ήταν η θέση της Μ.Κ.2 ότι στο υπό κρίση διαβατήριο, έγινε αφαίρεση της φωτογραφίας του κατόχου και αντικατάσταση της με την φωτογραφία του κατηγορουμένου. Η μαρτυρία της Μ.Κ.2 γίνεται για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδεκτή στο σύνολο της. Την ίδια καλή εντύπωση μου έκανε και ο Μ.Κ.3 από το εδώλιο του μάρτυρα. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις συνθήκες που οδήγησαν στην σύλληψη του κατηγορουμένου και ήταν ιδιαίτερα πειστικός στο ότι όταν του ζήτησε τα στοιχεία του, αυτός του παρέδωσε το πλαστό Ουγγρικό διαβατήριο (τεκμ.5). Ο μάρτυρας δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του και ως εκ τούτου η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα, σημειώνω τα πιο κάτω: Ο αστυφύλακας 2210 (Μ.Κ.3), μετέβη στις 13.9.2007 με άλλους συναδέλφους του στην τουριστική περιοχή Γερμασόγειας, μετά από πληροφορίες ότι στην περιοχή θα γινόταν συνάντηση δύο Ρώσων με σκοπό ο ένας εξ' αυτών να εξασφαλίσει στον άλλο, πλαστό διαβατήριο. Εντοπίστηκε στην περιοχή σταθμευμένο ύποπτο αυτοκίνητο, στο οποίο βρίσκονταν δύο αλλοδαποί. Ο κατηγορούμενος καθόταν στην θέση του συνοδηγού ενώ στην θέση του οδηγού καθόταν ένα άλλο πρόσωπο από την Ρωσία. Ο Μ.Κ.3 πλησίασε το αυτοκίνητο και μιλώντας Αγγλικά, υπέδειξε στον κατηγορούμενο την αστυνομική του ταυτότητα και του ζήτησε τα στοιχεία του. Ο κατηγορούμενος του έδειξε τότε ένα Ουγγρικό Διαβατήριο στο όνομα Μihali Kote με τη φωτογραφία του ιδίου. Στην συνέχεια ο Μ.Κ.3 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι θα τον ερευνήσει σωματικά και τον κάλεσε να του παραδώσει οτιδήποτε παράνομο έχει στην κατοχή του. Κατά την έρευνα, βρέθηκε δεύτερο διαβατήριο στη τσάντα του κατηγορουμένου, αυτή τη φορά Ρωσικό στο όνομα Alexey Maltsev, στο οποίο υπήρχε η ίδια φωτογραφία. Ο Μ.Κ.3 ρώτησε τον κατηγορούμενο ποιο είναι το πραγματικό του διαβατήριο χωρίς να πάρει απάντηση. Ο κατηγορούμενος ως εκ τούτου συνελήφθη και οδηγήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού. Εκεί ο αστυφύλακας 2762 (Μ.Κ.1), του πήρε ανακριτική κατάθεση (τεκμ. 2), στην οποία ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι το Ουγγρικό διαβατήριο, του το παρέδωσε κάποια αλλοδαπή ονόματι Τατιάνα έναντι του ποσού των £1100,00 τον Φεβρουάριο του
- Είχε συμφωνήσει μαζί της σε προηγούμενο στάδιο να του εξασφαλίσει διαβατήριο Ουγγαρίας έναντι του πιο πάνω ποσού, παραδίδοντας σε αυτή δικές του πρόσφατες φωτογραφίες ούτως ώστε να θεωρείται Ευρωπαίος πολίτης και να μπορέσει έτσι να παραμείνει και να εργαστεί στην Κύπρο. Το υπό κρίση Ουγγρικό διαβατήριο (τεκμ.5), εξετάστηκε από την εμπειρογνώμονα της αστυνομίας Γ/Λοχία 40 (Μ.Κ.2). Η Λοχίας διαπίστωσε ότι πρόκειται για αυθεντικό διαβατήριο Ουγγαρίας, από το οποίο όμως αφαιρέθηκε η φωτογραφία του νόμιμου κατόχου και αντικαταστάθηκε με φωτογραφία του κατηγορουμένου. Λόγω της επέμβασης αυτής, δημιουργήθηκαν αλλοιώσεις στα στοιχεία ασφαλείας του διαβατηρίου κυρίως στα μελάνια ασφαλείας γύρω από την φωτογραφία. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας για συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος, ρυθμίζεται από το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα. Το πώς συντελείται η συνωμοσία, πραγματεύεται η υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134, από την οποία παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα στις σελ. 142-143:- «... το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O/Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σλ. 2035, παράγρ. 28-4.) Τα άρθρα 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ενσωματώνοντας την πιο πάνω κατά το κοινοδίκαιο έννοια του αδικήματος της συνωμοσίας, κατατάσσουν το αδίκημα στην κατηγορία του κακουργήματος ή του πλημμελήματος ανάλογα με το κατά πόσον αντικείμενο της συνωμοσίας είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών που εξειδικεύονται στο άρθρο 373». Η ουσία της συνωμοσίας, βρίσκεται όχι στην εκτέλεση της πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας, αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot)) να το πράξουν, αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια (βλ. Mulcahy v. R
(1868)L.R.3 H.L 306 που μνημονεύεται στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice, Έκδοση
(2004), παρ. 34-4). Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση (βλ. Mawji v. R
(1957)A.C. 126, PC) και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Στην υπόθεση R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L, η Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων επισήμανε πως για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή, εμπεριέχει συναίνεση για διάπραξη αδικήματος από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. Walker
(1962)Crim.L.R.458 που μνημονεύεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, έκδοση
(2003), παρ.Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί ("wheel" και "chain" conspiracies), φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε στην ανακριτική του κατάθεση (τεκμ. 2) ότι συμφώνησε με κάποια Τατιάνα να του παραδώσει ένα διαβατήριο Ουγγαρίας, τοποθετώντας σε αυτό την δική του φωτογραφία. Τα ίδια ανέφερε και στην ανώμοτη του δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου. Η παραδοχή στην ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου, αποτελεί εξωδικαστική ομολογία όσον αφορά την 1η κατηγορία για το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Η βαρύτητα που το Δικαστήριο μπορεί να προσδώσει σε εξώδικη ομολογία ενοχής, έχει απασχολήσει την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά αποφάσεων. Αποτελεί καθιερωμένη αρχή πως μια εκούσια εξωδικαστική ομολογία του κατηγορουμένου, μπορεί να εισαχθεί ως μαρτυρία προς απόδειξη των γεγονότων που περιέχονται σε αυτή. Είναι βεβαίως επιθυμητό να αναζητείται η εξακρίβωση της ορθότητας του περιεχομένου της προς αποκλεισμό πιθανότητας λάθους. Το περιεχόμενο της, κρίνεται όχι μόνο με βάση την αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή αλλά σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που ενισχύει ή καταρρίπτει την αλήθεια του περιεχομένου της. Αυτό γίνεται ώστε το Δικαστήριο να βεβαιωθεί κατά πόσο το περιεχόμενο της ομολογίας, συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο εξετάζει ως ξεχωριστό πραγματικό γεγονός κατά πόσο είναι ασφαλές ή όχι να στηριχθεί σε μια εξωδικαστική ομολογία (βλ. R v Lambrou 22 CLR 96, R v. Sfongaras 22 CLR 113, Gani v. Δημοκρατίας 1991 2 ΑΑΔ 134, Μάρτιν v. Δημοκρατίας 1994 2 ΑΑΔ 65, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας 1995 2 ΑΑΔ 51, Κίτα v. Δημοκρατίας 1996 2 ΑΑΔ 209, και Ιακωβίδης v. Δημοκρατίας 1996 2 ΑΑΔ 110). Στην Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, 225, λέχθηκαν τα εξής: «Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσον γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφ' εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι΄ αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι΄ αν είναι η κατάθεση του κατηγορουμένου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της.» Σχετική είναι και η υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, 172 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Μάρτιν ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65. Στην Ανδρέου (ανωτέρω), παρατέθηκε και το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση R. v. Mallinson
(1977)Crim.L.Rev, στην οποία διακηρύχθηκε ότι απόφαση που στηρίζεται σε προφορική ομολογία δεν είναι κατ' ανάγκη ανασφαλής ή μη ικανοποιητική: 'Held, as to that ground, there was no principle to be gathered from the authorities, of universal or general application, that a conviction wholly or mainly resting on evidence of an oral confession could never be safe or satisfactory. It must in every case be a question to be decided on the particular facts.' Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές αλλά και το σύνολο της μαρτυρίας που έχω ενώπιον μου, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της πλαστογραφίας. Η κατηγορία αυτή έγινε παραδεκτή από τον κατηγορούμενο με την γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ.2). Το Δικαστήριο όμως όπως προαναφέρθηκε θα πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα κατά πόσον η ομολογία αυτή είναι αυθεντική. Η αλήθεια του περιεχομένου της υπό κρίση ομολογίας, επιβεβαιώνεται κατά την κρίση μου τόσο από την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου όσον και από την μαρτυρία της Μ.Κ.2, η οποία κατέθεσε ότι στο υπό κρίση διαβατήριο έγινε αντικατάσταση της φωτογραφίας του νόμιμου κατόχου με αυτήν του κατηγορουμένου ανεξαρτήτως αν το γεγονός αυτό δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Αποτελεί όμως μια ακόμη ένδειξη της αυθεντικότητας της Η συνομωσία αποδεικνύεται επαρκώς λόγω της συμφωνίας του κατηγορουμένου με την Τατιάνα να του παραδώσει το πλαστό διαβατήριο αφού πρώτα τοποθετήσει την φωτογραφία του σε αυτό. Συμφωνία που στην συνέχεια υλοποιήθηκε με βάση την παραδοχή και του ιδίου του κατηγορουμένου, ανεξαρτήτως αν το γεγονός αυτό δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Αποτελεί όμως επαρκές στοιχείο για να αποδειχθεί η αυθεντικότητα της ομολογίας του κατηγορουμένου. Όσον αφορά την 2η κατηγορία της πλαστογραφίας, είναι ορθή η θέση της υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί η διάπραξη του αδικήματος αυτού από τον κατηγορούμενο. Δεν έχει δοθεί καθόλου μαρτυρία ότι είναι ο κατηγορούμενος που αλλοίωσε το διαβατήριο Ουγγαρίας που βρέθηκε στην κατοχή του. Αντιθέτως, έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο η ομολογία του ότι το υπό κρίση διαβατήριο, παραδόθηκε στον ίδιο από κάποια Ρωσίδα ονόματι Τατιάνα έναντι ενός σημαντικού χρηματικού ποσού. Απομένει η εξέταση της 3ης κατηγορίας για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Και η κατηγορία αυτή έχει κατά την κρίση μου αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σύμφωνα με το άρθρο 339, του Ποινικού Κώδικα, "όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος.....". Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: · Η ύπαρξη πλαστού εγγράφου που είναι σε γνώση του κατηγορουμένου. · Η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο με δόλιο τρόπο. Πλαστό είναι το έγγραφο το οποίο έχει αλλοιωθεί χωρίς εξουσία με τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου. Σχετικό είναι το άρθρο 333 του Ποινικού Κώδικα το οποίο καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η πλαστογράφηση κάποιου εγγράφου. Κεντρικός άξονας στη στοιχειοθέτηση τόσο της πλαστογραφίας όσο και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, είναι η πρόθεση καταδολίευσης. Το άρθρο 334 καθορίζει πότε τεκμαίρεται η πρόθεση καταδολίευσης σε σχέση με το αδίκημα της πλαστογραφίας. Παρόλα αυτά, η διατύπωση του άρθρου 334 του Π.Κ δεν αναφέρει με σαφήνεια την έννοια του όρου «πρόθεση καταδολίευσης». Παρέχει όμως ορισμένες ενδείξεις ως προς την ερμηνεία του και τούτο βέβαια μόνο όσον αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας (βλ. "Η πρόθεση καταδολίευσης" υπό Λ. Λουκαΐδη, Θέματα Κυπριακού Δικαίου τομ. II σελ. 85,86). Το άρθρο 334 έχει ως εξής: « Πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά τον χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι που δύναται να καταδολιευτεί με το έγγραφο και το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προτίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτώταν με το πλαστό έγγραφο.» Η διάταξη αυτή ευθυγραμμίζεται σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο του Λ. Λουκαΐδη, με την ισχύουσα Αγγλική Νομολογία στο θέμα. Σύμφωνα με την νομολογία αυτή, τεκμαίρεται πρόθεση καταδολίευσης συγκεκριμένου προσώπου, παρόλο που η αρχική πρόθεση του κατηγορουμένου ήταν να καταδολιευτεί οποιοδήποτε πρόσωπο θα λάμβανε γνώση του πλαστογραφημένου εγγράφου. Στην Αγγλική απόφαση Welham v. DPP
(1960)1 All ER 805, ο Λόρδος Denning υιοθετεί την άποψη ότι η «πρόθεση καταδολίευσης» δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Όσον αφορά την ερμηνεία του όρου, αναφέρει τα εξής στην σελίδα 815 της απόφασης: « Put shortly, "with intent to defraud" means "with intent to practice a fraud" on someone or other. It need not be anyone in particular. Someone in general will suffice. If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough.» Στην Κύπρο, η απόφαση Welham υιοθετήθηκε αρχικά στην Petris v. The Police
(1968)2 CLR 40. Στην υπόθεση αυτή, η έννοια του όρου «δόλος» αναλύθηκε από το Εφετείο σε έκταση στο πλαίσιο των προνοιών του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα σε σχέση με το αδίκημα του δόλου και της κατάχρησης εμπιστοσύνης από δημόσιο λειτουργό. Η κατηγορούσα αρχή είχε εισηγηθεί ότι για να αποδειχθεί δόλος δεν χρειαζόταν η απόδειξη ένοχης σκέψης (mens rea), εφόσον το αναμενόμενο επίπεδο συμπεριφοράς εκ μέρους δημόσιου λειτουργού, είναι υψηλότερο από αυτό που αναμένεται από τον συνηθισμένο άνθρωπο. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αυτή την θέση. Στην συνέχεια με αναφορά σε Αγγλική Νομολογία που ερμηνεύει τις φράσεις "intent to defraud" και "intent to deceive", το Εφετείο υποστήριξε ότι η πρώτη εισάγει κάτι βαρύτερο από τη δεύτερη. Η απόφαση Welham υιοθετήθηκε και στις μεταγενέστερες Κυπριακές αποφάσεις Georghiou ν. The Republic
(1984)2 CLR 65 και Ioannou v. The Police
(1985)2 CLR 14, στις οποίες ερμηνεύεται ο όρος «πρόθεση καταδολίευσης» (intend to defraud). Στις υποθέσεις αυτές, γίνεται ανασκόπηση της νομολογίας στο θέμα. Ιδιαίτερα στην Georghiou στις σελίδες 94-96, εξηγείται ότι με βάση την απόφαση Welham δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη πρόθεσης για πρόκληση βλάβης σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Λέχθηκε επίσης ότι ουδέποτε, ούτε στο Κοινοδίκαιο αλλά ούτε και κάτω από τον Αγγλικό Forgery Act, η έννοια της "πρόθεσης καταδολίευσης" ήταν συνδεδεμένη μόνο με την πρόκληση οικονομικής ζημιάς. Αντίθετα, η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί, ενώ η ζημιά που επιφέρεται δεν είναι κατ΄ ανάγκη οικονομικής φύσεως, με αποτέλεσμα ακόμη και η πιθανότητα να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντός του να είναι αρκετή. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Georghiou (ανωτέρω), στην σελ. 96: "The object of forgerers is, generally, it was observed, to benefit themselves; injury to their victims is of secondary importance. To our mind the principal object of forgerers possessed of the requisite criminal intent, is to alter a picture of things to their advantage. If, by virtue of this deception, another person is induced to act to his detriment, as earlier defined, then the crime of forgery is committed". Ότι αυτό είναι το νόημα της «πρόθεσης καταδολίευσης», πιστοποιείται και από τις πρόνοιες του προαναφερθέντος άρθρου 334 του Κεφ. 154 το οποίο προβλέπει ότι η πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται ότι υφίσταται οποτεδήποτε υπάρχει "συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο". Στην παρούσα υπόθεση, το υπό κρίση Ουγγρικό Διαβατήριο (τεκμ.5) είναι πλαστό αφού εμφανίζει την φωτογραφία του κατηγορουμένου ως του νόμιμου κατόχου κάτι που βέβαια δεν είναι στην πραγματικότητα αληθές και που έγινε χωρίς καμία νόμιμη εξουσιοδότηση. Περαιτέρω, η πρόθεση καταδολίευσης στην παρούσα υπόθεση, τεκμαίρεται αφού το Διαβατήριο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί όπως και έγινε για να εξαπατήσει τις Κυπριακές αρχές. Η εξαπάτηση έγκειτο στο ότι στο έγγραφο, ο κατηγορούμενος φαινόταν ψευδώς ότι ήταν πολίτης Ουγγαρίας με το όνομα Μihali Kote για τον οποίο δεν χρειαζόταν άδεια παραμονής και εργασίας στην Κύπρο ως Ευρωπαίος πολίτης ενώ στην πραγματικότητα το όνομα του ήταν Alexey Maltsev και χρειαζόταν άδεια παραμονής και εργασίας αφού ήταν Ρώσος υπήκοος. Η επίδειξη δε του εγγράφου αυτού από τον κατηγορούμενο σε όργανο της τάξης μετά που του ζητήθηκαν τα στοιχεία του, αποτελεί κυκλοφορία πλαστού εγγράφου όπως όρος έχει ερμηνευτεί πιο πάνω. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω βρίσκω τον κατηγορούμενο ένοχο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις κατηγορίες 1 & 3. Αντιθέτως στην 2η κατηγορία ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχ. Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο