ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Αντρέας Θ. Σοφοκλέους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3070/08, 26 Ιανουαρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2009:2 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Α. Πασχαλίδη, Π.Ε.Δ. Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Λ. Μάρκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3070/08 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ -ν-
- Αντρέας Θ. Σοφοκλέους
- Ευθυμία Σοφοκλέους Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου 2009 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: Η κα Δ. Θεοδώρου. Για τον Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Χ"Λοϊζου. Για την Κατηγορουμένη 2: Ο κ. Χειμώνας. Κατηγορούμενοι παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Όταν η κατηγορούσα αρχή και συγκεκριμένα ο παραπονούμενος Λούης Σιδεράς, ενώ κατέθετε σαν μάρτυρας κατηγορίας, επεχείρησε να καταθέσει σαν τεκμήριο μαγνητοφωνημένη τηλεφωνική συνομιλία την οποία, ως ισχυρίζεται, ο κατηγορούμενος 1 είχε με τρίτο πρόσωπο, στην παρουσία του, η υπεράσπιση ήγειρε ένσταση. Προτού αναφερθούμε στους λόγους ένστασης και στα εκατέρωθεν επιχειρήματα, θεωρούμε σκόπιμο κ' αυτό για να γίνουν κατανοητές οι επί του προκειμένου θέσεις των δυο πλευρών, να αναφερθούμε, σε πολύ γενικές, βέβαια, γραμμές, στο περιεχόμενο του κατηγορητηρίου και να παραθέσουμε, πολύ περιληπτικά, τα ισχυριζόμενα από τον μάρτυρα γεγονότα τα οποία, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, περιβάλλουν τόσο το ισχυριζόμενο γεγονός της συνομιλίας όσο και τη μαγνητοφώνησή του. Αντικείμενο του κατηγορητηρίου είναι συνολικά 27 κατηγορίες, από τις οποίες οι πρώτες 25 στρέφονται εναντίον και των δυο κατηγορουμένων, οι οποίοι να σημειωθεί είναι ανδρόγυνο. Εννιά από αυτές τις κατηγορίες αφορούν τα αδικήματα της απάτης κατά παράβαση του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ενώ άλλες εννιά αφορούν το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδής παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του ίδιου κεφαλαίου. Πέντε κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της απόκρυψης εγγράφων κατά παράβαση του άρθρου 275 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ενώ δυο κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της συγκάλυψης κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(iii)
(2)και 5
(1)του Ν.188
(1)/
- Πρόσθετα ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνωμοσίας με άγνωστο πρόσωπο κατά παράβαση του άρθρου 372 του Κεφ. 154 όπως και την κατηγορία της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του ίδιου Κώδικα. Παραπονούμενοι είναι το ζεύγος Λούη και Ελένη Σιδερά. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος 1, στην παρουσία του είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Κώστα Γεωργίου, κουμπάρο του παραπονούμενου, στον οποίο ο παραπονούμενος είχε τυφλή εμπιστοσύνη, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος
- Σημειώνουμε ότι το όνομα του Κώστα Γεωργίου είναι καταχωρημένο στον κατάλογο μαρτύρων που επισυνάπτεται στο κατηγορητήριο. Σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο, η συνομιλία ήταν τηλεφωνική και έγινε με πρωτοβουλία του κατηγορούμενου 1 μέσω του σταθερού τηλεφώνου που ο τελευταίος είχε εγκατεστημένο στο σπίτι του. Σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο, την τηλεφωνική επικοινωνία εισηγήθηκε ο κατηγορούμενος 1 για να του αποδείξει βασικά ότι ο Κώστας Γεωργίου δεν άξιζε της εμπιστοσύνης του. Να σημειωθεί ότι, σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος 1, σε συνομιλία που είχε μαζί του την προηγούμενη μέρα, του ανέφερε ότι οι κουμπάροι του (Κώστας Γεωργίου και η σύζυγος του), του πρότειναν συνεργασία με στόχο ουσιαστικά την εξαπάτηση του παραπονούμενου, πρόταση που όπως ο κατηγορούμενος 1 του ανέφερε, απέρριψε. Ο κατηγορούμενος 1 έβαλε, σύμφωνα πάντα με τον παραπονούμενο, τη συνομιλία σε ανοικτή ακρόαση, έτσι ώστε να ακούει τη στιχομυθία και ο παραπονούμενος. Παράλληλα ο κατηγορούμενος 1 προέτρεψε τον παραπονούμενο να ηχογραφήσει το περιεχόμενο της συνομιλίας στο κινητό του τηλέφωνο, γιατί οι κουμπάροι του, όπως του είπε, «........ θα τα αρνηθούν αυτά που θα πουν ενώ αν τα ηχογραφήσει θα τους έχει να ακούν την ίδια τους τη φωνή που παραδέχονται ότι πρότειναν (στον κατηγορούμενο 1) να του λέει (στον παραπονούμενο), ΛΚ15.000 αντί ΛΚ6.000 και να μοιράζουν τα υπόλοιπα» πράγμα που ο μάρτυρας έκαμε. Και είναι αυτής της συνομιλίας τη μαγνητοφώνηση που ο μάρτυρας επιχείρησε να καταθέσει και η υπεράσπιση ήγειρε ένσταση. Η ένσταση της υπεράσπισης, η οποία να σημειωθεί είναι κοινή, περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από τους πιο κάτω άξονες.
- Ποτέ δεν έλαβε χώρα μεταξύ κατηγορουμένου 1 και Κώστα Γεωργίου, τέτοια συνομιλία. Ουδέποτε ο κατηγορούμενος 1 προέβη στην ισχυριζόμενη τηλεφωνική επικοινωνία με τον Κώστα Γεωργίου και συνεπώς ο μάρτυρας ψεύδεται όταν ισχυρίζεται ότι μαγνητοφώνησε μια τέτοια συνομιλία και μάλιστα με προτροπή του κατηγορουμένου
- Ούτως ή άλλως, η προτιθέμενη μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει δεκτή γιατί: (α) συνιστά μαρτυρία που λήφθηκε παράνομα και κατά παράβαση των κατοχυρωμένων δυνάμει των άρθρων 15 και 17 συνταγματικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Για σκοπούς τεκμηρίωσης των επί του προκειμένων θέσεων τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων παρέπεμψαν στις πρόνοιες του Ν.92
(1)/96 και στα άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος. (β) η προτιθέμενη μαρτυρία είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα. (γ) η προτιθέμενη μαρτυρία προσκρούει στον κανόνα που απαγορεύει την αυτοενίσχυση. Θα πρέπει να πούμε πως παρά το γεγονός ότι ζητήσαμε από την υπεράσπιση να τοποθετηθεί κατά πόσο, ενόψει της ποινικής φύσης της διαδικασίας, είναι θεμιτό και επιτρεπτό να προωθούνται κατά τρόπο διαζευκτικό δύο εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις, δηλαδή η θέση «ουδέποτε έλαβε χώρα η ισχυριζόμενη συνομιλία» και ταυτόχρονα η θέση «αν όμως έλαβε χώρα η ισχυριζόμενη συνομιλία, τότε η προτιθέμενη μαρτυρία είναι μη αποδεκτή γιατί ........», η υπεράσπιση απέφυγε να τοποθετηθεί. Η υπεράσπιση απέφυγε επίσης να επιλέξει, όταν την καλέσαμε να το πράξει, τη μια από τις πιο πάνω δυο θέσεις. Ενδεικτικό της στάσης που τήρησε η επί του προκειμένου η υπεράσπιση, συνιστά η πιο κάτω δήλωση του κ. Χ"Λοϊζου, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε και ο κ. Χειμώνας. «Η θέση μας είναι ότι δεν έγινε τέτοιο τηλέφωνο κ. Πρόεδρε. Εάν όμως έγινε, το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιτρέψει να κατατεθεί το τηλέφωνο δηλαδή η μαγνητοφώνηση της συνδιάλεξης, που εμείς λέμε δεν έγινε, γιατί είναι παράνομη, επειδή είναι προϊόν κλοπής και γενικά για τους λόγους που έχουμε πει. Αυτή είναι η θέση μας». Και οι δύο πλευρές για τεκμηρίωση των εκ διαμέτρου αντίθετων θέσεων τους, παρέπεμψαν σε νομολογία τόσο των Κυπριακών Δικαστηρίων όσο και των Αγγλικών Δικαστηρίων όπως και του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εξετάσαμε προσεκτικά τα εκατέρωθεν επιχειρήματα. Με την ίδια προσοχή διεξήλθαμε τη νομολογία στην οποία οι δυο πλευρές μας παρέπεμψαν. Αυτό που προκύπτει από τη νομολογία είναι πως η άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ιδιωτικής ζωής και της ελεύθερης επικοινωνίας που κατοχυρώνονται με τα άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος, οι πρόνοιες των οποίων αντιστοιχούν ουσιαστικά στο άρθρο 8
(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δεν υπόκεινται σε κανένα περιορισμό εκτός μόνο από τους περιορισμούς που τίθενται βάση νόμου. Και σε μια τέτοια περίπτωση, οι περιορισμοί θα πρέπει να συνάδουν με τις διατάξεις των άρθρων 15.2 και 17.2 του Συντάγματος και τα όρια τους θα πρέπει να εξειδικεύονται με ακρίβεια από τις νομοθετικές πρόνοιες. Έχει επίσης νομολογιακά καθιερωθεί ότι στις περιπτώσεις μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παράβαση των θεμελιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων του ατόμου, δεν γεννάται θέμα ούτε και παρέχεται περιθώριο άσκησης διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τη δεκτότητα της. Μια τέτοια μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει δεκτή για οποιοδήποτε σκοπό. (Βλ. Αστυνομία ν. Γεωργιάδη
(1983)2 CLR 33, Αστυνομία ν. Γιάλλουρου
(1992)2 ΑΑΔ σελ. 147 και Υπόμνημα 324 Δημοκρατία ν. Πανίκου Α. Αεροπόρου κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 1113 και στις αυθεντίες που οι αποφάσεις στις εν λόγω τρεις υποθέσεις παραπέμπουν). Για σκοπούς της ένστασης που εξετάζουμε σχετικές είναι οι πρόνοιες του νόμου 92
(1)/96 που απαγορεύουν και ποινικοποιούν, με ορισμένες εξαιρέσεις, την αποκάλυψη του περιεχομένου κάθε ιδιωτικής επικοινωνίας περιλαμβα-νομένης και της τηλεπικοινωνίας. Συγκεκριμένα σχετικές είναι οι πρόνοιες των άρθρων 3
(2)(α) και 16
(1)του εν λόγω νόμου, τις οποίες και παραθέτουμε αυτούσιες. Σημειώνουμε ότι το άρθρο 3
(1)του Ν.92
(1)/96 απαγορεύει και ποινικοποιεί την υποκλοπή και παρακολούθηση κάθε πτυχής και λεπτομέρειας ιδιωτικής επικοινωνίας περιλαμβανομένης και της τηλεφωνικής. «3
(2)Οι διατάξεις του εδαφίου
(1)δεν εφαρμόζονται σε σχέση με πρόσωπο το οποίο- (α) Έχει την προηγούμενη ρητή έγκριση για παρακολούθηση της ιδιωτικής επικοινωνίας από το πρόσωπο που προβαίνει στην επικοινωνία αυτή και από το πρόσωπο το οποίο σκοπείται να λάβει την επικοινωνία αυτή ή από το ένα από τα δύο σε περίπτωση άσεμνων, ενοχλητικών ή απειλητικών ανώνυμων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. (β) .................................................... » «16
(1)Το περιεχόμενο οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας το οποίο λήφθηκε έπειτα από υποκλοπή ή παρακολούθηση ή μαρτυρία που πηγάζει από τέτοια υποκλοπή ή παρακολούθηση, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ως μαρτυρία ενώπιον οποιασδήποτε ποινικής ή πολιτικής διαδικασίας, αν η εν λόγω υποκλοπή ή παρακολούθηση έλαβε χώρα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου.» Κατ' αρχή θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν είναι περίπτωση «άσεμνων, ενοχλητικών ή απειλητικών ανώνυμων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων». Έχοντας προβεί στη συγκεκριμένη επισήμανση, παρατηρούμε τα εξής: Πρόκειται για νομοθετικές διατάξεις των οποίων το κείμενο δεν παρουσιάζει καμιά ασάφεια ούτε και επιδέχεται διφορούμενη ερμηνεία. Για να είναι νόμιμη η παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας πρέπει, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)(α) του Νόμου, να ικανοποιούνται δυο προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι η εκ των προτέρων εξασφάλιση συγκατάθεσης του προσώπου που προβαίνει στην επικοινωνία (στη συγκεκριμένη περίπτωση του κατηγορούμενου) και η δεύτερη, η εκ των προτέρων εξασφάλιση συγκατάθεσης του προσώπου το οποίο «σκοπείται να λάβει την επικοινωνία (στη συγκεκριμένη περίπτωση του Κώστα Γεωργίου)». Στην προκειμένη περίπτωση επισημαίνουμε την παντελή απουσία μαρτυρίας η οποία τείνει να καταδείξει ότι η δεύτερη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 3
(2)(α) του Ν.92
(1)/96, έχει ικανοποιηθεί. Σαν αποτέλεσμα και χωρίς να αποφαινόμαστε με οποιοδήποτε τρόπο αναφορικά με το κατά πόσο έλαβε ή όχι χώρα η ισχυριζόμενη συνομιλία ή κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 έδωσε ή όχι εκ των προτέρων συγκατάθεση για παρακολούθηση της ισχυριζόμενης συνομιλίας, κρίνουμε ότι η δεύτερη προϋπόθεση δεν έχει ικανοποιηθεί. Σαν αποτέλεσμα η ένσταση επιτυγχάνει. Η προτιθέμενη μαρτυρία δεν γίνεται δεκτή. (Υπ.) ............ Α. Πασχαλίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............ Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............ Λ. Μάρκου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΣΧ Subject: Criminal/Assize Court/Interim (Αναφορά: Μαγνητοφώνηση τηλεφωνικής συνδιάλεξης - Δεκτότητα της ταινίας σαν μαρτυρίας). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο