Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Παναγιώτης Βενιέρης, Αρ. Υπόθεσης: 19855/08, 27 Ιανουαρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B9 Αρ. Υπόθεσης: 19855/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Παναγιώτης Βενιέρης, εκ Λεμεσού Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου 2009 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Για Κατηγορούμενο: κος Κυπρίζογλου Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε τρεις κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και απόπειρας εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α), 339, 335, 297, 301(α), 306 και 366 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 22 Ιανουαρίου 2008 στην Λεμεσό με σκοπό την καταδολίευση, κατάρτισε πλαστό έγγραφο δηλαδή σύμβαση εργασίας του ΤΕ.ΠΑ.Κ Λεμεσού στην οποία φαινόταν ψευδώς ως εργοδοτούμενος και την παρουσίασε στην Λαϊκή Τράπεζα προκειμένου να εξασφαλίσει δάνειο €8000,
- Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως εκτέθηκαν από την δημόσια κατήγορο, έχουν ως ακολούθως: Ο κατηγορούμενος που είναι γιατρός στο επάγγελμα, κατάγεται από την Ελλάδα και είναι αρραβωνιασμένος στην Κύπρο. Επισκέφθηκε στις 22.1.2008 τα γραφεία της Λαϊκής Τράπεζας προκειμένου να εξασφαλίσει δάνειο ύψους €8000,
- Στην προσπάθεια του αυτή, κατέθεσε σύμβαση εργοδότησης στην οποία εμφανιζόταν ως εργοδοτούμενος στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΤΕ.ΠΑ.Κ). Η αρμόδια υπάλληλος της τράπεζας, στα πλαίσια έρευνας για σκοπούς έγκρισης του δανείου, επικοινώνησε με το ΤΕ.ΠΑ.Κ για να διασταυρώσει κατά πόσον ο κατηγορούμενος εργάζεται εκεί. Διαπιστώθηκε όμως ότι ο κατηγορούμενος δεν εμφανιζόταν στους καταλόγους εργοδοτουμένων στο ΤΕ.ΠΑ.Κ και ότι το συμβόλαιο που παρουσίασε στην τράπεζα ήταν πλαστό. Η υπόθεση καταγγέλθηκε στην αστυνομία και ο κατηγορούμενος συνελήφθη στις 26.1.
- Σε θεληματική του κατάθεση, παραδέχθηκε τα υπό κρίση αδικήματα και ισχυρίστηκε ότι ο σκοπός της πλαστογράφησης της σύμβασης ήταν η εκ μέρους του εξασφάλιση δανείου από την τράπεζα. Τέλος αναφέρθηκε από την κατηγορούσα αρχή ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε αρχικά στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως αυτές προκύπτουν από την έκθεση του γραφείου ευημερίας. Πρόκειται για ιατρό εξ' Ελλάδος, ο οποίος αρραβωνιάστηκε με Κυπρία και διαμένει στην Λεμεσό σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα μαζί με την πενθερά του. Ο πατέρας του απεβίωσε το 1993 και η μητέρα του που αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, διαμένει στον Πειραιά και συντηρείται με την σύνταξη χηρείας που λαμβάνει. Ο κατηγορούμενος σύμφωνα και με τα ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, παρουσίασε το 2007 κατάθλιψη υπό την απειλή αυτοκτονικού ιδεασμού χωρίς αναφερόμενες απόπειρες. Από τον Ιούλιο του 2008 εργάζεται σταθερά ως επιστημονικός σύμβουλος για θέματα υγείας σε τηλεοπτικό σταθμό και παρουσιάζει τηλεοπτική εκπομπή διάρκειας 90 λεπτών που μεταδίδεται κάθε Τρίτη. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι το δάνειο δεν προοριζόταν για τον κατηγορούμενο αλλά για την πενθερά του. Συγκεκριμένα, η πενθερά του που είναι λήπτρια βοηθήματος, αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα λόγω του πάθους της με τα χαρτιά. Σε κάποιο στάδιο, τον πήρε τηλέφωνο και του είπε ότι χρωστούσε πολλά χρήματα σε τοκογλύφους, οι οποίοι απειλούσαν την ζωή της. Ο κατηγορούμενος ενεργώντας κάτω από αυτή την συναισθηματική φόρτιση, προέβη στην διάπραξη των αδικημάτων όχι για να αποκομίσει ο ίδιος χρηματικό όφελος αλλά για να βοηθήσει την πενθερά του και χωρίς η αρραβωνιαστικιά του να γνωρίζει οτιδήποτε. Στην συνέχεια, ο συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίστηκε ότι ποινή στερητική της ελευθερίας θα έχει ως πιθανό αποτέλεσμα, ο κατηγορούμενος να χάσει την εργασία του αλλά και να διαγραφεί από το μητρώο Ιατρών. Αν όμως το Δικαστήριο προσανατολίζεται στην επιβολή ποινής φυλάκισης, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι αυτή θα μπορούσε να ανασταλεί ενόψει των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου αλλά και από το γεγονός ότι δεν απεκόμισε κανένα οικονομικό όφελος από την διάπραξη των αδικημάτων. Η σοβαρότητα των αδικημάτων Προτού ασχοληθώ με τους μετριαστικούς παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη στην επιβολή της ποινής, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στην σοβαρότητα των αδικημάτων. Αυτή προκύπτει πρώτιστα από τις υπό του νόμου προβλεπόμενες ποινές. Σύμφωνα με το άρθρο 335 στο οποίο μεταξύ άλλων στηρίζεται η 1η κατηγορία, το αδίκημα της πλαστογραφίας χαρακτηρίζεται ως κακούργημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τριών ετών εκτός αν προβλέπεται άλλη ποινή. Η ίδια ποινή προβλέπεται και για την 2η κατηγορία της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου δυνάμει του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα. Τέλος, το αδίκημα της απόπειρας εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις της 3ης κατηγορίας, χαρακτηρίζεται από το άρθρο 367 του Ποινικού Κώδικα ως πλημμέλημα το οποίο τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 2 χρόνων. Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το αδίκημα ο νομοθέτης όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δ/ντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α
(2002)2 ΑΑΔ 575,580). Σύμφωνα δε με την Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 637, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Η σοβαρότητα προκύπτει επίσης και από την φύση των αδικημάτων τα οποία πλήττουν τις συναλλαγές. Κατά κανόνα, αδικήματα πλαστογραφίας συνδυάζονται ή συνυπάρχουν με αδικήματα εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων. Στις περιπτώσεις αυτές προκύπτει άμεσα η ανάγκη επιβολής σοβαρών και αποτρεπτικών ποινών με δεδομένο ότι πρόκειται για αδικήματα που στηρίζονται στο στοιχείο της απάτης και πλήττουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Σχετική είναι η απόφαση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286) που αφορούσε πλαστογραφία, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης, είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής.» Το Ανώτατο Δικαστήριο, επανειλημμένα έχει αναφερθεί στη σοβαρότητα των αδικημάτων της πλαστογραφίας εγγράφων, κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων και εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Τούτο γιατί η διάπραξη τους διασαλεύει την εμπορική πίστη και τις συναλλαγές, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη λειτουργία του εμπορικού μας συστήματος (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84). Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 397, και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200, στην οποία υπογραμμίστηκε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων των συγκεκριμένων κατηγοριών, έγκειται στο στοιχείο της απάτης, της υπονόμευσης των συναλλαγών και των δοσοληψιών μεταξύ των πολιτών. Θεώρηση της νομολογίας εξ άλλου, καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα παρόμοιας φύσης όπως αυτά που διέπραξε ο κατηγορούμενος, είναι η στερητική της ελευθερίας ποινή. Τούτο ασφαλώς, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιλέξει και να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του, τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τον αδικοπραγούντα θα δικαιολογούσαν. Αποτελεί αξίωμα πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι το καθήκον εξατομίκευσης ατονεί. Παράλληλα βεβαίως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος. Μετριαστικοί παράγοντες Στην παρούσα περίπτωση, ελλείπει το στοιχείο της αποκόμισης οικονομικού οφέλους από τον κατηγορούμενο κατά την διάπραξη των αδικημάτων. Όπως έχει δε νομολογηθεί, το γεγονός αυτό αποτελεί σημαντικό μετριαστικό παράγοντα στην επιβολή ποινής για το αδίκημα της πλαστογραφίας. (Βλ. Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 121). Επιπλέον θα λάβω υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, όλους τους υπόλοιπους παράγοντες που επικαλέστηκε ο συνήγορος υπεράσπισης. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη: · Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, στοιχείο που του δίνει το δικαίωμα να ζητά την επιείκεια του Δικαστηρίου. · Τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, ειδικότερα τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. · Την άμεση παραδοχή του στην αστυνομία αλλά και στο Δικαστήριο όπως και την συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές στην διερεύνηση των αδικημάτων. · Την μεταμέλεια του για την διάπραξη των αδικημάτων όπως έχει εκφραστεί δια μέσου του συνηγόρου του. · Την πιθανότητα απώλειας της εργασίας του σε περίπτωση επιβολής ποινής άμεσης φυλάκισης. Πρέπει βέβαια να σημειώσω ότι όλοι οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως έχει εκτεθεί ανωτέρω. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, όχι όμως το είδος της ποινής, η οποία ενδείκνυται να είναι ποινή φυλάκισης. Οιαδήποτε άλλη ποινή θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και δεν θα εξυπηρετούσε κατά την κρίση μου τους σκοπούς του νόμου και ειδικά το στοιχείο της αποτροπής που υπάρχει έντονα στην παρούσα υπόθεση. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω και συνυπολογίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες, καταδικάζω τον κατηγορούμενο στις πιο κάτω ποινές: · Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών. · Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών. · Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Θα εξετάσω στην συνέχεια την δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης αφού τέθηκε τέτοιο ζήτημα από τον συνήγορο υπεράσπισης. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την τελευταία τροποποίηση του νόμου 95/72, δίδεται στο Δικαστήριο πλατιά διακριτική ευχέρεια όταν επιλαμβάνεται του θέματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης. Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, όπως πιο πάνω αναφέρονται και μετά από αρκετό προβληματισμό, κρίνω ότι στην παρούσα, υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν αναστολή της ποινής φυλάκισης. Αυτό για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος αφορά το γεγονός της μη αποκόμισης οικονομικού οφέλους από την διάπραξη του αδικήματος εκ μέρους του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Αθανασιάδης (ανωτέρω), ποινή άμεσης φυλάκισης ανατράπηκε από το Εφετείο λόγω ακριβώς της έλλειψης του στοιχείου της αποκόμισης οικονομικού οφέλους. Ο δεύτερος λόγος, σχετίζεται με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου και ιδιαίτερα τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει. Η κατάθλιψη από την οποία πάσχει με απειλή αυτοκτονικού ιδεασμού απαιτεί σύμφωνα με τα ιατρικά πιστοποιητικά που προσκομίστηκαν, φαρμακευτική αγωγή και συνεχή υποστηρικτική ψυχοθεραπεία. Επιπλέον, οι γιατροί του συνέστησαν παραμονή σε οικείο οικογενειακό περιβάλλον για κάποιο χρονικό διάστημα. Υπό τας περιστάσεις, τυχόν άμεση φυλάκιση θα έχει αρνητικές συνέπειες στην πορεία της περίθαλψης του. Κρίνω ως εκ τούτου ότι θα μπορούσε να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στον κατηγορούμενο να αποδείξει εκτός των φυλακών ότι στο μέλλον θα σέβεται τον νόμο και δεν θα επαναλάβει την ίδια εγκληματική συμπεριφορά. Ως εκ τούτου, διατάσσεται η αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο για χρονικό διάστημα 3 ετών από σήμερα δυνάμει του άρθρου 3 του νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε. (Επεξηγούνται στον κατηγορούμενο οι συνέπειες σε περίπτωση διάπραξης κατά την περίοδο αναστολής οιουδήποτε αδικήματος τιμωρείται με φυλάκιση). ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχ. Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο