Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Στέλλα Πολυδώρου, Αρ. Υπόθεσης: 15186/07,
- 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15186/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Στέλλα Πολυδώρου Κατηγορουμένη Ημερομηνία:
- 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για την Κατηγορουμένη: κ. Χρ. Χριστοφόρου Κατηγορουμένη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, η επίδικη οδική συμπεριφορά έλαβε χώρα στις 19.4.2007 στις 19:45 στην Παρεκκλησιά της Επαρχίας Λεμεσού. Η Κατηγορουμένη οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΚΥ 869 στην οδό Φώτη Πίττα με πρόθεση να στρίψει δεξιά ως η πορεία της και να εισέλθει στην οδό Αρχαγγέλου Μιχαήλ, η οποία είναι κύριος δρόμος στο χωριό. Όταν η Κατηγορουμένη επιχείρησε να κάνει στροφή δεξιά, συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΑΑΕ 761 το οποίο οδηγούσε στον κύριο δρόμο ο Dimitru-Claudiu Biricioiu. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε 3 μάρτυρες: τον Αστυφύλακα 639 Ανδρέα Περικλέους (Μ.Κ.1), τον Αστυφύλακα 1989 Έρμο Θεοδοσίου (Μ.Κ.2) και τον Dimitru-Claudiu Biricioiu (Μ.Κ.3). Θα αναφέρω πιο κάτω κυρίως όσα θεωρώ ουσιώδη για την έκβαση της υπόθεσης. Ο Μ.Κ. 1, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Μονής, κατάθεσε ότι, κατόπιν οδηγιών του εξεταστή της υπόθεσης Μ.Κ. 2, έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορουμένη. Θεωρεί ότι πρόκειται για περίπτωση ανακοπής πορείας, καθότι η Κατηγορουμένη ανέφερε ότι εισήλθε στον κύριο δρόμο από πάροδο και επήλθε η σύγκρουση με το αυτοκίνητο του Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ. 1 κατέθεσε επιπλέον ότι είχε επισκεφθεί τη σκηνή του δυστυχήματος με τον Μ.Κ. 2 και τον βοήθησε στη λήψη μετρήσεων για την ετοιμασία σχεδίου. Η ορατότητα της Κατηγορουμένης από το Αλτ της οδού Φώτη Πίττα προς τα δεξιά της (δηλαδή προς την πορεία του Μ.Κ. 3) στον κύριο δρόμο, σύμφωνα με τον Μ.Κ 1, ήταν περίπου 150 μέτρα. Ο Μ.Κ. 2, εξεταστής της υπόθεσης, κατέθεσε ότι στις 19.4.2007 και περί ώραν 20:00 επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. Διαπίστωσε ότι δεν υπήρξαν τραυματισμοί, αλλά το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης είχε υποστεί ζημιές στον πίσω δεξιό τροχό και στην πίσω δεξιά πόρτα, ενώ το αυτοκίνητο του Μ.Κ. 3 στο μπροστινό δεξιό μέρος (δεξιό δείκτη). Με τη βοήθεια του Μ.Κ. 1, ο Μ.Κ. 2 έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, στο οποίο τοποθέτησε με «Χ» το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξαν οι δύο οδηγοί. Θεώρησε ορθό το εν λόγω σημείο, καθότι υπήρχαν και συντρίμμια του δείκτη του αυτοκινήτου του Μ.Κ.
- Αργότερα, ο Μ.Κ. 2 μετέτρεψε το πρόχειρο σχέδιο σε συμμετρικό. Ο Μ.Κ. 2 πρόσθεσε ότι το όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ω. και η ορατότητα ικανοποιητική και για τους δύο οδηγούς - περίπου 100 μέτρα για την Κατηγορουμένη προς τα δεξιά ως η πορεία της και 100-150 μέτρα για τον Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ 2 επεξήγησε το περιεχόμενο του συμμετρικού σχεδίου και ανέφερε ότι το Αλτ της πορείας της Κατηγορουμένης απέχει 2.80μ. από το σημείο σύγκρουσης, ενώ τα ίχνη τροχοπέδησης που άφησε στην άσφαλτο το αυτοκίνητο του Μ.Κ. 3 είναι μήκους 11.50μ., αλλά δεν γνωρίζει τι ταχύτητα ενδεχομένως να υποδηλώνουν τα ίχνη αυτά. Ο φωτισμός ήταν ικανοποιητικός και προερχόταν από λαμπτήρες της Α.Η.Κ. Συμφώνησε δε με τη θέση της Υπεράσπισης ότι η Κατηγορουμένη, εξερχόμενη από την πάροδο, επιχείρησε δεξιά στροφή και ότι κτυπήθηκε στο πίσω δεξιό μέρος από το αυτοκίνητο του Μ.Κ. 3, όταν το μεγαλύτερο μέρος του αυτοκινήτου της είχε ήδη εισέλθει εντός της ορθής λωρίδας κυκλοφορίας στην οδό Αρχ. Μιχαήλ. Δέχθηκε επίσης ότι η ορατότητα της Κατηγορουμένης μπορεί να ήταν και λιγότερη από 75 μέτρα, καθότι δεν τη μέτρησε επακριβώς. Ο Μ.Κ. 2 κατέθεσε επιπλέον ότι ο Μ.Κ. 3 κατηγορήθηκε για οδήγηση χωρίς άδεια και ασφάλεια. Ο Μ.Κ. 3, 33 ετών, εργάτης από τη Ρουμανία, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία, στην οποία αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο του εργοδότη του χωρίς ασφαλιστική κάλυψη, με ληγμένο το πιστοποιητικό καταλληλότητας και χωρίς άδεια κυκλοφορίας, στην οδό Αρχ. Μιχαήλ, επιστρέφοντας σπίτι από την υπεραγορά. Η ταχύτητά του ήταν γύρω στα 50 χ.α.ω. Καθώς προχωρούσε, το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης εξήλθε από μία πάροδο και εισήλθε εντός της πορείας του Μ.Κ. 3, με αποτέλεσμα το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του να συγκρουστεί με την πίσω δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης. Κατά την προφορική του μαρτυρία, ο Μ.Κ. 3 πρόσθεσε ότι είδε το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης για πρώτη φορά σε απόσταση 50 μέτρων και ήταν σταματημένο στο Αλτ της παρόδου, ενώ, όταν το αυτοκίνητο εξήλθε από την πάροδο, βρισκόταν σε απόσταση 10 μέτρων περίπου από τον ίδιο. Ο Μ.Κ. 3 κατέθεσε επιπλέον ότι δεν πρόλαβε να εφαρμόσει τα φρένα, αλλά κινήθηκε αριστερά. Ανέφερε επίσης ότι τη στιγμή της σύγκρουσης, το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης είχε εξέλθει από την πάροδο και είχε περάσει το μέσο του κύριου δρόμου. Ο Μ.Κ. 3 κατέθεσε ότι το αυτοκίνητό του παρέμεινε στο σημείο σύγκρουσης μετά το δυστύχημα, το οποίο επεσυνέβη γύρω στις 6-7 το απόγευμα όταν υπήρχε αρκετό φως. Συνεπώς δεν είχε αναμμένα τα φώτα του αυτοκινήτου του, ούτε και ήταν αναμμένοι, εξ όσων θυμόταν, οι λαμπτήρες της Α.Η.Κ. Επέμεινε δε ότι η σύγκρουση επεσυνέβη εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας, καθότι δεν πέρασε ολόκληρο το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης το μέσο του δρόμου, παρά μόνο το μπροστινό του μέρος. Ανέφερε επίσης ότι στη Ρουμανία οδηγούν στη δεξιά πλευρά του δρόμου και δεν έκανε μαθήματα οδήγησης στην Κύπρο. Η Κατηγορουμένη κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της και επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Στη μαρτυρία της η Κατηγορουμένη, 31 ετών, κατέθεσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητό της στην οδό Φώτη Πίττα προς την οδό Αρχ. Μιχαήλ. Εντός του αυτοκινήτου βρίσκονταν και τα τρία της παιδιά. Όταν έφθασε στο Αλτ της πορείας της, σταμάτησε για να ελέγξει το δρόμο, καθότι είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στην Αρχ. Μιχαήλ. Προσδιόρισε δε την ορατότητά της στα 50-70 μέτρα, καθότι μετά υπάρχει ελαφριά στροφή της Αρχ. Μιχαήλ προς τα δεξιά ως η πορεία της. Όταν διαπίστωσε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός, εξήλθε από την πάροδο, έστριψε δεξιά και ευθυγραμμίστηκε πλήρως στον κύριο δρόμο. Όταν είχε διανύσει περίπου 30 μέτρα - δηλαδή το μισό του δρόμου μέχρι την προαναφερόμενη ελαφριά στροφή- αντιλήφθηκε ένα αυτοκίνητο να έρχεται εξ αντιθέτου με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το αυτοκίνητο αυτό, κλίνοντας την προαναφερόμενη στροφή του δρόμου, τηρούσε τη δεξιά πλευρά του δρόμου ως η πορεία του, δηλαδή την πλευρά στην οποία εκινείτο η Κατηγορουμένη, η οποία έκανε ελιγμό προς τα αριστερά για να αποφύγει μετωπική σύγκρουση. Το άλλο αυτοκίνητο, όμως, συγκρούστηκε με το δεξιό μπροστινό φανάρι του στην πίσω δεξιά πόρτα και τροχό του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης, μετά κινήθηκε αριστερά ως η πορεία του, προχώρησε κάποια μέτρα και ακινητοποιήθηκε. Το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης παρέμεινε στο σημείο σύγκρουσης, το οποίο επέμεινε ότι ήταν στη δική της πλευρά του δρόμου. Η Κατηγορουμένη κατέθεσε ότι διαφωνεί με το σημείο σύγκρουσης «Χ» επί του πρόχειρου σχεδίου και ότι είχε υπογράψει το σχέδιο χωρίς να της έχει επεξηγηθεί. Όσον αφορά τα ίχνη τροχοπέδησης του Μ.Κ. 3, η Κατηγορουμένη κατέθεσε ότι βρίσκονταν στη στροφή και όχι στην ευθεία του δρόμου. Συμφωνεί όμως με τις τελικές θέσεις των οχημάτων όπως φαίνονται στο πρόχειρο σχέδιο που υπέγραψε και ανέφερε επιπλέον ότι δεν υπήρχαν αναμμένα φώτα στο δρόμο. Η Κατηγορουμένη ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι είχε δώσει γραπτή κατάθεση στη σκηνή, στην οποία ανέφερε τον ισχυρισμό για ιλλιγιώδη ταχύτητα του Μ.Κ. 3 και ότι η κατάθεση Τεκμήριο 2 είναι η δεύτερη κατάθεση που έδωσε. Θεώρησε ότι δεν υπήρχε λόγος να ξανααναφερθεί στην ταχύτητα και ότι εν πάση περιπτώσει αυτή καταδεικνυόταν από τα ίχνη τροχοπέδησης. Ανέφερε επίσης ότι το ένα της παιδί υπέστη ελαφρά διάσειση, αλλά το αντιλήφθηκαν την επομένη του δυστυχήματος. Σημειώνω ότι στη γραπτή κατάθεση που είχε δώσει η Κατηγορουμένη στην Αστυνομία 7 μέρες μετά το δυστύχημα αναφέρει ότι, φθάνοντας στο Αλτ της οδού Φώτη Πίττα, σταμάτησε. Όταν είδε ότι δεν έρχονταν αυτοκίνητα, έστριψε δεξιά και εισήλθε στην οδό Αρχ. Μιχαήλ. Τότε αντιλήφθηκε ότι ερχόταν ένα αυτοκίνητο προς τα πάνω της, το οποίο δεν μπορούσε να αποφύγει και το οποίο κτύπησε πάνω στη δεξιά πίσω πόρτα του αυτοκινήτου της. Το αυτοκίνητο το οποίο την κτύπησε οδηγείτο στην οδό Αρχ. Μιχαήλ με κατεύθυνση προς την Παρεκκλησιά. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Η μαρτυρία του Μ.Κ. 1 δεν ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστική σε σχέση με τα επίδικα θέματα, καθότι η εμπλοκή του στην όλη υπόθεση στην ουσία περιορίζεται στη λήψη κατάθεσης από την Κατηγορουμένη και στη βοήθεια που παρέσχε στον Μ.Κ. 2 για τη λήψη των αναγκαίων μετρήσεων για την ετοιμασία του πρόχειρου σχεδίου. Για τα υπόλοιπα θέματα, είτε παρέπεμπε στον εξεταστή της υπόθεσης Μ.Κ. 2 είτε δεν θυμόταν. Παρενθετικά, σημειώνω ότι ο Μ.Κ. 1 προσδιόρισε την ορατότητα της Κατηγορουμένης, από το Αλτ της οδού Φώτη Πίττα προς την πορεία του Μ.Κ. 3 στον κύριο δρόμο στα δεξιά της, στα 150 μέτρα, σε αντίθεση με τον Μ.Κ. 2, ο οποίος αρχικά την προσδιόρισε στα 100 μέτρα και ακολούθως δέχθηκε ότι μπορεί να ήταν και κάτω από 75 μέτρα. Ο Μ.Κ. 2, εξεταστής της υπόθεσης, προσπάθησε να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Εν τούτοις, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι υπήρχαν σοβαρές ελλείψεις σε σχέση με την εξέταση της υπόθεσης. Κατ'αρχάς, δεν φρόντισε να διενεργηθεί έλεγχος για τον υπολογισμό της ταχύτητας του αυτοκινήτου του Μ.Κ. 3 από τα ίχνη τροχοπέδησης που εντόπισε ο Μ.Κ. 2 στη σκηνή. Επιπλέον, ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τα σημεία του ορίζοντα και να καταθέσει ευκρινώς σε σχέση με τις κατευθύνσεις των εμπλεκόμενων οχημάτων. Για παράδειγμα, ενώ τοποθέτησε το Βορρά στο πάνω μέρος του σχεδίου του και την πορεία του Μ.Κ 3 με βέλος προς τα δεξιά, επέμεινε ότι ο Μ.Κ. 3 οδηγούσε με βόρεια κατεύθυνση, ότι ο Νότος δεν είναι αντίθετα του Βορρά και ότι η Κατηγορουμένη οδηγούσε με ανατολική κατεύθυνση. Περαιτέρω, η επεξήγηση του συμμετρικού σχεδίου που κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 δεν μπορεί να θεωρηθεί ιδιαίτερα βοηθητική. Για παράδειγμα, κατά την κυρίως εξέταση κατέθεσε ότι το Αλτ της Φώτη Πίττα, απ'όπου εξήλθε η Κατηγορουμένη, απέχει 2,80μ. από το σημείο σύγκρουσης, διαπίστωση η οποία δεν προκύπτει από τις μετρήσεις επί του σχεδίου. Κατά την αντεξέταση κατέθεσε ότι η απόσταση αυτή είναι 3,70μ. Ανέφερε επίσης ότι υπήρχαν και άλλοι πάσσαλοι της Α.Η.Κ. πλησίον του σημείου σύγκρουσης, οι οποίοι παρείχαν φωτισμό στους εμπλεκόμενους οδηγούς την ώρα του δυστυχήματος, αλλά αυθαίρετα αποφάσισε να τοποθετήσει μόνο τον ένα στο σχέδιο. Σημειώνω εδώ ότι και οι δύο οδηγοί κατέθεσαν ότι την ώρα του δυστυχήματος δεν ήταν αναμμένοι οι λαμπτήρες της Α.Η.Κ. Περαιτέρω, ο Μ.Κ. 2 αναγνώρισε ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ του σημείου «Χ» στο πρόχειρο σχέδιο και του ίδιου σημείου στο συμμετρικό. Τελικά δήλωσε ότι στην πραγματικότητα το σημείο σύγκρουσης είναι ως απεικονίζει το πρόχειρο σχέδιο και όχι το συμμετρικό. Δικαιολόγησε τη διαφορά στο γεγονός ότι το ένα είναι πρόχειρο και το άλλο συμμετρικό, χωρίς όμως να επεξηγήσει δεόντως το λόγο αυτό. Επιπλέον, ενώ αρχικά κατέθεσε ότι η ορατότητα της Κατηγορουμένης από το Αλτ προς τα δεξιά ήταν περίπου 100 μέτρα, κατά την αντεξέταση δέχθηκε ότι τελικά μπορεί να ήταν και μικρότερη από 75 μέτρα, καθότι δεν μετρήθηκε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι δεν θα ήταν ασφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Κ. 2 για να εξαγάγω συμπεράσματα σε σχέση με τις πραγματικές συνθήκες του δυστυχήματος. Ο Μ.Κ. 3 δεν μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και ήταν ξεκάθαρο από τον τρόπο που απαντούσε ότι ήρθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να πείσει ότι ο ίδιος δεν ευθύνεται καθόλου για το δυστύχημα. Ειδικότερα, δεν πείστηκα ότι εκινείτο με 50 χ.α.ω. πριν τη σύγκρουση όπως κατέθεσε. Σημειώνω ότι κατέθεσε ότι, στην προσπάθειά του να αποφύγει τη σύγκρουση, δεν εφάρμοσε τα φρένα καθόλου αλλά κινήθηκε αριστερά και σχεδόν άγγιξε το πεζοδρόμιο. Εν τούτοις, εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης που διέγραψε στην άσφαλτο το αυτοκίνητό του, τα οποία όχι μόνο καταδεικνύουν τη χρήση φρένων, αλλά σε καμία περίπτωση δεν καταδεικνύουν αριστερή κίνηση. Επιπλέον, κατέθεσε ότι το αυτοκίνητό του παρέμεινε ακινητοποιημένο στο σημείο σύγκρουσης μετά το δυστύχημα, ενώ η Αστυνομία το βρήκε αρκετά μέτρα πιο κάτω. Συνεπώς θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Κ. 3 σε σχέση με τα ουσιώδη θέματα. Η Κατηγορουμένη επίσης δεν μου έκανε καλή εντύπωση και ήταν εμφανής η προσπάθειά της να προωθήσει την εκδοχή ότι δεν πρόκειται για απλή υπόθεση ανακοπής πορείας και ότι το δυστύχημα έγινε μετά που εξήλθε πλήρως από την πάροδο και εκινείτο κανονικά σε ευθεία πορεία στον κύριο δρόμο για αρκετά μέτρα. Η εκδοχή αυτή, όμως, συγκρούεται πλήρως με την πραγματική μαρτυρία στη σκηνή, αλλά και με τη γραμμή της Υπεράσπισης, όπως διαφάνηκε κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας. Ειδικότερα, η Υπεράσπιση υπέβαλε στους μάρτυρες τη θέση ότι η σύγκρουση επήλθε όταν η Κατηγορουμένη επιχείρησε στροφή δεξιά από την πάροδο και είχε εισέλθει σχεδόν ολόκληρο το αυτοκίνητό της εντός της απέναντι λωρίδας κυκλοφορίας στην οδό Αρχ. Μιχαήλ. Παρόμοια θέση προβλήθηκε από την Κατηγορουμένη στη γραπτή κατάθεσή της, Τεκμήριο 2. Επαναλαμβάνω, όμως, ότι η εκδοχή που προέβαλε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοροποιείται πλήρως από τη γραμμή αυτή. Όπως φαίνεται από το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, το οποίο η Κατηγορουμένη υπέγραψε ως ορθό, το δυστύχημα συνέβη πολύ πλησίον της παρόδου. Ο δε ισχυρισμός της ότι υπέγραψε το σχέδιο χωρίς να της επεξηγηθεί δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Εάν η θέση της ήταν ότι το δυστύχημα επεσυνέβη σε απόσταση 30 και πλέον μέτρων από την πάροδο και ότι τα ίχνη τροχοπέδησης του Μ.Κ. 3 άρχιζαν από τη στροφή του δρόμου, τότε γιατί υπέγραψε ως ορθό ένα σχέδιο το οποίο απεικονίζει ευκρινώς έναν ευθύ δρόμο, ένα σημείο σύγκρουσης κάτω από τη γωνία της παρόδου και ίχνη τα οποία καταλήγουν στην ίδια γωνία; Σημειώνω επιπλέον ότι υπάρχουν και άλλες ουσιαστικές αντιφάσεις μεταξύ της γραπτής κατάθεσης της Κατηγορουμένης και της προφορικής της μαρτυρίας. Για παράδειγμα, στη γραπτή κατάθεση ανέφερε ότι αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του Μ.Κ. 3 να έρχεται προς τα πάνω της όταν είχε στρίψει από την πάροδο, ενώ προφορικά επέμεινε ότι το αντιλήφθηκε για πρώτη φορά αφότου η ίδια είχε διανύσει 30-40 μέτρα στον κύριο δρόμο. Ούτε και αναφέρεται στη γραπτή της κατάθεση σε οποιαδήποτε κίνησή της προς τα αριστερά για να αποφύγει τη σύγκρουση. Άλλο παράδειγμα είναι το γεγονός ότι κατά την προφορική της μαρτυρία η Κατηγορουμένη επέμεινε ότι το ένα παιδί της είχε πάθει ελαφρά διάσειση και ότι το αντιλήφθηκαν την επομένη του δυστυχήματος. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, έρχεται σε αντίθεση με τη γραπτή κατάθεσή της, η οποία δόθηκε 7 μέρες μετά το δυστύχημα, στην οποία αναφέρει ότι δεν τραυματίστηκαν τα παιδιά της. Η πιο ουσιαστική διαφορά, βεβαίως, είναι ο ισχυρισμός ότι ο Μ.Κ. 3 έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα - ένας ισχυρισμός ο οποίος απουσιάζει παντελώς από τη γραπτή κατάθεση. Η εξήγηση που έδωσε η Κατηγορουμένη (ότι το ανέφερε σε κατάθεση που έδωσε στη σκηνή και συνεπώς δεν θεώρησε σκόπιμο να το επαναλάβει) είναι παντελώς ανεπαρκής. Είναι προφανές ότι όλα αυτά αποτελούν σκέψεις εκ των υστέρων για να ενδυναμώσουν τη θέση της ότι η ίδια δεν ευθύνεται για το δυστύχημα. Συνεπώς, δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της Κατηγορουμένης ως αληθή σε σχέση με τα ουσιώδη θέματα. Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού.» Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Κουμής ν. Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383). Ευρήματα/Κατάληξη Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω ότι δεν υπάρχει ενώπιόν μου επαρκής, άμεση και αξιόπιστη μαρτυρία για το δυστύχημα ώστε να μπορώ να προβώ σε ασφαλή συμπεράσματα επί των ουσιωδών σημείων. Ο Μ.Κ. 1 δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητικός σε σχέση με τα επίδικα θέματα, ενώ η εξέταση του δυστυχήματος από τον Μ.Κ. 2 παρουσιάζει σημαντικές ελλείψεις, όπως έχω προαναφέρει. Όσον αφορά την ποιότητα της μαρτυρίας των δύο εμπλεκόμενων στο δυστύχημα οδηγών, έχω ήδη αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους πιο πάνω στους λόγους για τους οποίους δεν μπορώ να βασιστώ σε κανένα από αυτούς σε σχέση με τα αμφισβητούμενα και ουσιώδη θέματα. Πέραν του γεγονότος ότι στις 19.4.2007 αργά το απόγευμα το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΑΑΕ 761 το οποίο οδηγούσε ο Μ.Κ. 3 στην οδό Αρχ. Μιχαήλ στην Παρεκκλησιά με κατεύθυνση προς το χωριό προσέκρουσε στο πίσω δεξιό πλευρό (πόρτα και τροχό) του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΚΚΥ 869 που οδηγούσε η Κατηγορουμένη, δεν μπορώ να προβώ σε περαιτέρω ευρήματα. Ειδικότερα, εν όψει της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιόν μου μαρτυρίας, δεν μπορώ να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με δύο πολύ ουσιαστικά σημεία: (α) την ταχύτητα του Μ.Κ. 3 και (β) την ορατότητα της Κατηγορουμένης προς τα δεξιά της από το Αλτ της οδού Φώτη Πίττα πριν εξέλθει από την εν λόγω πάροδο και επιχειρήσει δεξιά στροφή. Στην απουσία των δύο αυτών καθοριστικών στοιχείων, ελλείπει το υπόβαθρο με βάση το οποίο το Δικαστήριο θα μπορούσε να κρίνει αντικειμενικά, με μέτρο το μέσο συνετό οδηγό, την οδική συμπεριφορά της Κατηγορουμένης και να αποφανθεί κατά πόσο επέδειξε έλλειψη της δέουσας προσοχής και παρατηρητικότητας. Εφόσον είναι υπαρκτό το ενδεχόμενο ο Μ.Κ. 3 να οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και η ορατότητα της Κατηγορουμένης να ήταν μικρότερη από 70 μέτρα, και εφόσον οι ζημιές συνηγορούν υπέρ της θέσης ότι η Κατηγορουμένη είχε σχεδόν ολοκληρώσει τη δεξιά στροφή τη στιγμή της σύγκρουσης, θεωρώ ότι η Κατηγορουμένη δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Υπάρχουν τέτοια κενά αναφορικά με τα γεγονότα, που αφήνουν την κατηγορία για αμελή οδήγηση ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). . Τούτων δεδομένων, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορουμένη αθωώνεται και απαλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. ........................................... Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: Αμελής Οδήγηση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο