← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Tatar Hamedianiari, Αρ. Υπόθεσης: 10855/08, 19 Φεβρουαρίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Tatar Hamedianiari, Αρ. Υπόθεσης: 10855/08, 19 Φεβρουαρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B15 Αρ. Υπόθεσης: 10855/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Tatar Hamedianiari, από το Ιράν Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 19 Φεβρουαρίου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο: κος Κονναρής Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος που κατάγεται από το Ιράν, είναι παντρεμένος με Κύπρια υπήκοο και ζει μόνιμα στην Κύπρο. Παραδέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ενοχή στις κατηγορίες 2 και 3 που αφορούν αντίστοιχα τα αδικήματα της παροχής ασύλου σε αλλοδαπό και της παροχής συνδρομής σε απαγορευμένο μετανάστη κατά παράβαση του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου (Κεφ.105). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 29.5.2008 εν γνώσει του, παρείχε άσυλο στον Shayan Moghaddam από το Ιράν για τον οποίο γνώριζε ή είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι εισήλθε στην Δημοκρατία παράνομα και περαιτέρω του παρείχε συνδρομή να παραμείνει στην Δημοκρατία. Μετά την εξέλιξη αυτή, η 1η κατηγορία διακόπηκε από την αστυνομία. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως εκτέθηκαν από την δημόσια κατήγορο χωρίς να αμφισβητηθούν, έχουν ως ακολούθως: Στις 28.5.08, μέλη της Υ.Α.Μ ανέκοψαν μετά από πληροφορίες, αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος με συνεπιβάτη ένα αλλοδαπό πρόσωπο. Μετά από σχετικό έλεγχο, διαφάνηκε ότι το αλλοδαπό αυτό πρόσωπο εισήλθε παράνομα στην Δημοκρατία ενώ είχε προηγουμένως απελαθεί ως παράνομος μετανάστης. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη και την ίδια μέρα έδωσε κατάθεση σε αστυνομικό της Υ.Α.Μ. Σε αυτήν αναφέρει ότι το πρόσωπο αυτό είναι σύζυγος συγγενικού του προσώπου από το Ιράν. Η συγγενής του αυτή, του τηλεφώνησε πριν από ένα μήνα και του ανέφερε ότι ο σύζυγος της ήθελε να έλθει στην Κύπρο. Ο κατηγορούμενος δέχθηκε να τον βοηθήσει. Την προηγούμενη της σύλληψης, πήρε εκ νέου τηλεφώνημα από το Ιράν με το οποίο η συγγενής του, τον πληροφόρησε ότι ο άνδρας της έφτασε στα κατεχόμενα, του ζήτησε δε να τον παραλάβει την επομένη από την πλατεία Σολομού στην Λευκωσία. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε στην συνέχεια στην κατάθεση του ότι παρέλαβε το αλλοδαπό από την πλατεία Σολομού, την ημέρα που συνελήφθη από την αστυνομία. Η δημόσια κατήγορος ανέφερε τέλος ότι ο κατηγορούμενος που είναι λευκού ποινικού μητρώου, κατηγορήθηκε γραπτώς για τα υπό κρίση αδικήματα και παραδέχθηκε ενοχή. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως εμφαίνονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, την οποία και υιοθέτησε. Σύμφωνα με την πιο πάνω έκθεση, ο κατηγορούμενος κατάγεται από το Ιράν και είναι το τρίτο από τα δεκατρία παιδιά της οικογένειας του. Από μικρή ηλικία εργαζόταν στα κτήματα για να ενισχύσει οικονομικά τους δικούς του. Αποφοίτησε από το κολλέγιο ως μηχανολόγος οχημάτων και το 2005 μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, αφίχθηκε στην Κύπρο και εγκαταστάθηκε στην Λεμεσό όπου ανέλαβε εργασία ως εργάτης στις οικοδομές. Η σύζυγος του κατάγεται από την Λεμεσό και είναι απόφοιτη κολλεγίου. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος αλλά από το 2001 λαμβάνει σύνταξη ανικανότητας και βοηθείται οικονομικά με μηνιαίο δημόσιο βοήθημα ενόψει προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Το ζεύγος τέλεσε τον γάμο του το 2005 και απέκτησε δύο παιδιά 3 και 2 χρονών αντίστοιχα. Διαμένουν σε ενοικιαζόμενη οικία στην Λεμεσό και οι σχέσεις τους παρουσιάζουν κατά καιρούς δυσκολίες. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην συνέχεια, εισηγήθηκε ότι η παρούσα περίπτωση θα πρέπει να διαχωριστεί από άλλες πιο σοβαρές περιπτώσεις όπου οι κατηγορούμενοι με σκοπό το κέρδος διακινούν συστηματικά παράνομους αλλοδαπούς και τους προσφέρουν βοήθεια για να εισέλθουν παράνομα στην Κύπρο. Στην παρούσα περίπτωση, ο κατηγορούμενος παρότι γνώριζε ότι ο συμπατριώτης του εισήλθε παράνομα μέσω των κατεχομένων στην Δημοκρατία, προσφέρθηκε αφιλοκερδώς να τον βοηθήσει αφού ήταν σύζυγος εξαδέλφης του που ζει στο Ιράν. Ήταν ως εκ τούτου η θέση του συνηγόρου ότι η διάπραξη των αδικημάτων από τον πελάτη του, αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό και όχι μέρος μιας συνεχούς εγκληματικής συμπεριφοράς. Ακολούθως ο συνήγορος, έκανε αναφορά στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου με έμφαση στα προβλήματα υγείας της συζύγου του και του γεγονότος ότι είναι ο μοναδικός προστάτης της οικογενείας του και των δύο ανήλικων τέκνων του. Εισηγήθηκε δε ότι αν το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή φυλάκισης θα μπορούσε να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για αναστολή της ποινής ενόψει των πιο πάνω προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων Τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος, είναι πάρα πολύ σοβαρά. Αυτό προκύπτει πρώτιστα από τις υπό του νόμου προβλεπόμενες ποινές. Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το αδίκημα ο νομοθέτης όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δ/ντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α

(2002)2 ΑΑΔ 575,580). Σύμφωνα δε με την Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 637, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Σημειώνω ότι το αδίκημα της παροχής ασύλου σε αλλοδαπό, επισύρει ποινή φυλάκισης 12 μηνών και/ή πρόστιμο €1708,00 ενώ η παροχή συνδρομής σε απαγορευμένο μετανάστη, ποινή φυλάκισης 3 χρόνων και/ή πρόστιμο €8543,00. Η σοβαρότητα των αδικημάτων, προκύπτει επιπλέον και από την συχνότητα με την οποία εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο. Σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου δικαστηρίου καταδεικνύει ότι λόγω ακριβώς της έξαρσης στην διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων, ενδείκνυται η επιβολή αυστηρών ποινών. Στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421 επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 4 μηνών για τα αδικήματα της παραμονής στην Δημοκρατία μετά την λήξη της αδείας και της παροχής ασύλου σε αλλοδαπούς. Οι ποινές εκτελέστηκαν διαδοχικά με 12μηνη ποινή φυλάκισης για το αδίκημα της συνομωσίας. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος συμφώνησε να μεταφέρει παράνομα έναντι αμοιβής, αλλοδαπούς στο έδαφος της Δημοκρατίας. Όσον αφορά την σοβαρότητα των αδικημάτων, λέχθηκαν τα πιο κάτω από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα.» Η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(1997)2 Α.Α.Δ 123, αφορούσε μεταξύ άλλων και τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος. Ποινές προστίμου και δέσμευσης με εγγύση που επιβλήθηκαν πρωτόδικα, αντικαταστάθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο με ποινές φυλάκισης. Τονίστηκε και στην υπόθεση αυτή, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Η αναγκαιότητα για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει όμως την εξατομίκευση που θα πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στις προσωπικές συνθήκες του κάθε κατηγορουμένου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας και του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος. Στην υπόθεση Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας,
(2003)2 ΑΑΔ 171, 186, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το πιο πάνω θέμα: « Αναμφίβολα η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση και αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο τη δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Ωστόσο, η εξατομίκευση δεν μπορεί να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αυτής της κατηγορίας αδικημάτων. Η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ούτε στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής. (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224).» Στην παρούσα υπόθεση θα λάβω υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής όλους τους ισχυρισμούς που τέθηκαν από την συνήγορο υπεράσπισης. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη, · την άμεση ομολογία του κατηγορουμένου στην αστυνομία και την παραδοχή του στο Δικαστήριο. · την έλλειψη προηγουμένων καταδικών, στοιχείο που του δίδει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου. · Τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως εκτέθηκαν από την συνήγορο υπεράσπισης και όπως εμφαίνονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας. · Το γεγονός ότι όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, η διάπραξη των αδικημάτων δεν είναι αποτέλεσμα συστηματικής εγκληματικής συμπεριφοράς από την οποία ο κατηγορούμενος αποκόμιζε κάποιο οικονομικό όφελος αλλά αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό για το οποίο εξέφρασε την μεταμέλεια του. Πρέπει βέβαια να τονίσω ότι όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως έχει εκτεθεί πιο πάνω. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, όχι όμως το είδος της ποινής, η οποία επιβάλλεται να είναι ποινή φυλάκισης. Έχω την άποψη ότι οιαδήποτε άλλη ποινή θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και δεν θα εξυπηρετούσε την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη την σοβαρότητα των αδικημάτων και τα ελαφρυντικά στοιχεία που αναφέρθησαν ανωτέρω, καταδικάζω τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλάκισης 2 μηνών στην 2η κατηγορία και 6 μηνών στην 3η κατηγορία. Οι ποινές θα συντρέχουν. Θα εξετάσω στην συνέχεια την δυνατότητα αναστολής της ποινής που επιβλήθηκε αφού τέθηκε τέτοιο ζήτημα από τον συνήγορο υπεράσπισης. Το άρθρο 3.2 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186
(1)/03, προνοεί τα εξής: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την τελευταία αυτή τροποποίηση του νόμου, δίδεται στο Δικαστήριο πλατιά διακριτική ευχέρεια όταν επιλαμβάνεται του θέματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης. Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες όπως πιο πάνω αναφέρονται, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Ένα σημαντικό στοιχείο που συνηγορεί στην πιο πάνω θέση, είναι οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ο οποίος είναι πατέρας δύο ανήλικων παιδιών και μοναδικός προστάτης της οικογένειας του αφού η σύζυγος του δεν εργάζεται λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας. Επιπλέον, το γεγονός ότι η διάπραξη των αδικημάτων αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό στην ζωή του κατηγορουμένου, διαχωρίζει την παρούσα από άλλες σοβαρές υποθέσεις του είδους όπου υπάρχει συστηματική διακίνηση αλλοδαπών με σκοπό το κέρδος. Υπό τας περιστάσεις, κρίνω δίκαιο όπως δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στον κατηγορούμενο να αποδείξει εκτός των φυλακών ότι θα σέβεται τους νόμους της πολιτείας που τον φιλοξενεί και δεν θα επαναλάβει τα ίδια ή παρόμοια αδικήματα. Ως εκ τούτου, διατάσσεται η αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο για χρονικό διάστημα 3 ετών από σήμερα δυνάμει του άρθρου 3 του νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε. (Επεξηγούνται στον κατηγορούμενο οι συνέπειες σε περίπτωση διάπραξης κατά την περίοδο αναστολής, οιουδήποτε αδικήματος τιμωρείται με φυλάκιση). ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.