Αδάμος Θεοδούλου ν. Ιερείδης Ρένος Ανδρέα, Αρ. Υπόθεσης: 5063/08, 20 Φεβρουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5063/08 Αδάμος Θεοδούλου Κατηγορούσα Αρχή v. Ιερείδης Ρένος Ανδρέα Κατηγορουμένου --------- Ημερομηνία: 20 Φεβρουαρίου, 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Λυσάνδρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κάνιας Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση ως αναγράφεται στην Έκθεση αδικήματος επί του κατηγορητηρίου κατηγορείται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής η οποία δεν εξοφλήθηκε χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ως αυτές έχουν τροποποιηθεί με διάταγμα Δικαστηρίου, κατηγορείται ότι την 10η Απριλίου 2007, στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού εξέδωσε προς τον Αδάμο Θεοδούλου την επιταγή της ΣΠΕ Αγ. Φύλας, υπ΄ αρ. 067-01647474, ημερ. 10/04/2007, για το ποσό των Λ.Κ.1.250,00 η οποία επιταγή αφού ενεφανίσθει στην Τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθη λόγω έλλειψης κεφαλαίων του εκδότη της και παραμένει μέχρι σήμερα ανεξόφλητη, παρόλο ότι παρήλθε περίοδος πέραν των 15 ημερών από την ημέρα της εν λόγω παρουσιάσεως. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε ένας μάρτυρας ενώ από την πλευρά της υπεράσπισης κατέθεσε ο κατηγορούμενος και κατατέθηκαν και 5 τεκμήρια. Στα πλαίσια της διαδικασίας δηλώθηκαν επίσης από τις δύο πλευρές και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου τα ακόλουθα: Στις 11.4.07 κατατέθηκε στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd η επιταγή υπ΄ αρ. 067-01647474 η οποία επιστράφηκε πίσω στις 12.4.07 με την ένδειξη «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ - ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ». Ακολούθως ξανακατατέθηκε και επιστράφηκε πίσω στις 12.4.07 με την ένδειξη ότι «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ». Ο συγκεκριμένος λογαριασμός 20067-40-02745-2 κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια. Ο παραπονούμενος κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είναι συγγενής με τον κατηγορούμενο και προσπάθησαν μαζί να κάνουν επιχειρηματική συναλλαγή και συγκεκριμένα έδωσε στον κατηγορούμενο Λ.Κ.5.000 για να φέρει αναψυκτικά από τρίτες χώρες και τα οποία δεν έφερε. Στη συνέχεια είπε ότι του ζήτησε τα χρήματα πληρώθηκε ένα ποσό και του έδωσε την επίδικη επιταγή Τεκμήριο 1 για ποσό Λ.Κ.1.250 την οποία κατέθεσε στη Λαϊκή Τράπεζα δύο φορές και δεν πληρώθηκε. Είπε τέλος ότι ο λόγος που καθυστέρησε να καταχωρήσει την ποινική υπόθεση ήταν διότι μιλούσαν για διευθέτηση. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι έδωσε ποσό χρημάτων στον κατηγορούμενο για αναψυκτικά και ο ίδιος εργάζεται ως διευθυντής εκπαίδευσης στους φούρνους Ζορπά. Δεν θυμόταν να πει την ποσότητα των αναψυκτικών και η παραγγελία έγινε από τον ίδιο προσωπικά χωρίς να έχει οιανδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση του ο πατέρας του. Είπε στη συνέχεια ότι τα χρήματα τα έδωσε τέλος Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου 2006 και την επιταγή Τεκμήριο 1 του την έδωσε ο κατηγορούμενος μετά από 1-1½ χρόνο χωρίς αυτή να είναι πληρωτέα στην ημέρα της. Είπε επίσης ότι συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο κάποιες φορές χωρίς να θυμάται όμως πότε και που. Συναντήθηκαν ως ο ίδιος ανέφερε και πήρε κάποια χρήματα ως επίσης και για να πάρει την επίδικη επιταγή. Δεν θυμόταν επίσης να πει σε πόσες δόσεις πήρε τα χρήματα αλλά ούτε και πόσες άλλες επιταγές είχε λάβει από τον κατηγορούμενο από τις οποίες κάποιες πληρώθηκαν. Στη συνέχεια είπε ότι δεν θυμόταν αν ο κατηγορούμενος του έδωσε μετρητά για το ποσό των Λ.Κ.5.000 ούτε και αν του έδωσε λεφτά το 2008 και δεν θυμόταν, επίσης αν ο πατέρας του του έδωσε λεφτά που του τα έδωσε ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια ανέφερε ότι μπορεί ο κατηγορούμενος να είχε συνεργασία με τον πατέρα του αλλά τον ίδιο δεν τον αφορούσε και διαφώνησε σε υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ήταν ο πατέρας του που είχε άμεση συνεργασία με τον κατηγορούμενο και όχι ο ίδιος. Διαφώνησε επίσης και με την υποβολή ότι τα χρήματα τα έδωσε στον πατέρα του και όχι απευθείας στον κατηγορούμενο. Διαφώνησε και με τη θέση της υπεράσπισης ότι το ποσό των Λ.Κ.5.000 το πληρώθηκε είτε μέσω της τράπεζας είτε μέσω του πατέρα του. Δέχθηκε τέλος ότι ο πατέρας του είναι πτωχεύσας. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του αυτός επέλεξε να δώσει μαρτυρία από τη θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα. Ο κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι την επιταγή Τεκμήριο 1 την εξέδωσε ο ίδιος και την παρέδωσε στον Ανδρέα Θεοδούλου ο οποίος επειδή ήταν πτωχεύσας του υπέδειξε να την εκδώσει στο όνομα του γιου του Αδάμου Θεοδούλου. Είπε ότι με τον Ανδρέα Θεοδούλου το 2006 είχε συναλλαγές για εισαγωγή Coca-Cola. Στο πλαίσιο αυτών των συναλλαγών ο Ανδρέας Θεοδούλου του έδωσε Λ.Κ.13.000 από τις οποίες οι Λ.Κ.8.000 ήταν από την εταιρεία SVEVO και οι υπόλοιπες Λ.Κ.5.000 από τον γιο του. Η συναλλαγή αυτή δεν προχώρησε. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι τα χρήματα που έλαβε από τον Ανδρέα Θεοδούλου συμφώνησαν να του τα επιστρέψει και του έδωσε 7 επιταγές. Εξέδωσε την επιταγή υπ΄ αριθμό 067-01614094 ημερ. 22.8.06 για το ποσό των Λ.Κ.2.000 και 3 άλλες επιταγές των Λ.Κ.1.000 έκαστη ήτοι την επιταγή υπ΄ αρ. 067-01614079 ημερ. 25.8.06, τεκμήριο 3 την επιταγή υπ΄ αριθμό 067-016-14080 ημερ. 30.9.06, τεκμήριο 4 και την επιταγή υπ΄αρ. 067-01614081 ημερ. 31.10.06, τεκμήριο
- Ως ο κατηγορούμενος ανέφερε οι 4 αυτές επιταγές ήταν για το ποσό των Λ.Κ.5.000 που ο παραπονούμενος έδωσε στον πατέρα του και εκδόθηκαν στο όνομα Αδάμος Θεοδούλου αφού ο Ανδρέας Θεοδούλου ήταν σε πτώχευση και ήθελε ο ίδιος ο Ανδρέας Θεοδούλου να εκδίδονται στο όνομα του γιου του. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του ο κατηγορούμενος κατέθεσε το βιβλιάριο επιταγών που υπήρχαν μόνο τα αποκόμματα Τεκμήριο
- Για το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.8.000 το οποίο του ανέφερε ο Ανδρέας Θεοδούλου ότι το έλαβε από την εταιρεία SVEVO του εξέδωσε 2 επιταγές για Λ.Κ.4.000 έκαστη και συγκεκριμένα τις επιταγές 067-01614075 και 067-01614076 ημερ. 9.8.06 και 13.8.06 αντίστοιχα. Αναφορικά με την επιταγή Τεκμήριο 1 και ο λόγος που εκδόθηκε ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι όπως του αναφέρθηκε από τον Ανδρέα Θεοδούλου ήταν τόκοι διά την εταιρεία SVEVO. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος είπε ότι η επιταγή των Λ.Κ.2.000 πληρώθηκε από την τράπεζα και οι επιταγές των Λ.Κ.1.000 έκαστη Τεκμήρια 3, 4 και 5 πληρώθηκαν σε μετρητά και του τις επέστρεψε ο Ανδρέας Θεοδούλου. Το ποσό της επίδικης επιταγής Τεκμήριο 1 δόθηκε στον Ανδρέα Θεοδούλου σε 2 δόσεις. Η πρώτη δόση ήταν Λ.Κ.550 ποσό το οποίο έλαβε ο Ανδρέας Θεοδούλου στο γραφείο του κατηγορούμενου και το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.700 2-3 ημέρες πριν την ημερομηνία της επιταγής όταν συναντήθηκαν στον σταθμό βενζίνης απέναντι από το Café Paris. Ως ο κατηγορούμενος ανέφερε ζήτησε από τον Ανδρέα Θεοδούλου την επιστροφή της επιταγής αλλά παρά τις υποσχέσεις του δεν το έπραξε. Μετά ο παραπονούμενος πήγε στην αστυνομία για να καταγγείλει την υπόθεση και μετά που κλήθηκε και ο ίδιος και έδωσε εξηγήσεις είχε την εντύπωση ότι η υπόθεση είχε κλείσει. Είπε τέλος ότι ουδέποτε είχε συναλλαγή με τον παραπονούμενο και δεν του χρωστά τίποτα. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε τη θέση του ότι δεν είχε συναλλαγή με τον Αδάμο Θεοδούλου αλλά με τον πατέρα του. Επέμενε δε ότι τις επιταγές Τεκμήρια 3, 4 και 5 τις πληρώθηκε ο Ανδρέας Θεοδούλου σε μετρητά και του τις επέστρεψε και ότι το Τεκμήριο 1 το πλήρωσε σε 2 δόσεις των Λ.Κ.550 και Λ.Κ.
- Στη συνέχεια είπε ότι οι επιταγές έχουν πληρωθεί και επειδή ο Ανδρέας Θεοδούλου ήρθε σε αντιπαράθεση με τον γιο του είναι ο λόγος που τον έφεραν στο Δικαστήριο. Είπε επίσης ότι όλες τις επιταγές εκτός του Τεκμηρίου 1 τις έδωσε στον Ανδρέα Θεοδούλου την ίδια ημέρα και ήταν αρχές Αυγούστου μεταχρονολογημένες. Η επιταγή Τεκμήριο 1 εκδόθηκε τέλος του χρόνου. Οι δύο επιταγές των Λ.Κ.4.000 και η επιταγή των Λ.Κ.2.000 πληρώθηκαν από την τράπεζα και τα Τεκμήρια 3, 4 και 5 πληρώθηκαν σε μετρητά και του τις επέστρεψε. Σε σχετική ερώτηση του συνηγόρου του παραπονούμενου γιατί δεν σταμάτησε την πληρωμή του Τεκμήριου 1 απάντησε ότι δεν του δόθηκε ο χρόνος αφού όταν ειδοποιήθηκε από την τράπεζα ότι κατατέθηκε για δεύτερη φορά δεν γινόταν να σταματήσει την πληρωμή της. Είπε τέλος ότι δεν έχει οιεσδήποτε αποδείξεις για τις πληρωμές που έκανε. Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Ο παραπονούμενος δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του κυρίως διέπετο από μια συνεχή προσπάθεια απόκρυψης των πραγματικών γεγονότων. Απαντούσε αόριστα και με υπεκφυγές και σε ερωτήσεις καίριες είτε δεν θυμόταν τα γεγονότα είτε περιέπιπτε σε αντιφάσεις. Ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι το ποσό των Λ.Κ.5.000 το έδωσε στον κατηγορούμενο το 2005 κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι το έδωσε τέλη Φεβρουαρίου αρχές Μαρτίου του 2006 και την επίδικη επιταγή του την έδωσε ο κατηγορούμενος 1 με 1½ χρόνο αργότερα η οποία δεν ήταν πληρωτέα στην ημέρα της ως ο ίδιος ανέφερε. Αν αυτή η θέση του παραπονούμενου γίνει πιστευτή τότε πώς η επίδικη επιταγή φέρει ημερομηνία έκδοσης 10.4.07 και ημερομηνία κατάθεσης 11.4.
- Επίσης σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ενώ είχε πει ότι πήρε κάποια χρήματα από τον κατηγορούμενο και έμεινε υπόλοιπο το ποσό της επίδικης επιταγής δεν θυμόταν σε πόσες δόσεις είχε λάβει το ποσό. Είπε στη συνέχεια ότι ο κατηγορούμενος του έδωσε και άλλες επιταγές χωρίς και πάλι να θυμάται πόσες. Και ενώ αρχικά είπε ότι αυτές έχουν πληρωθεί από την τράπεζα στη συνέχεια είπε ότι κάποιες έχουν πληρωθεί με τελική κατάληξη να πει ότι νομίζει ότι του έχει δώσει επιταγές ο κατηγορούμενος. Δεν θυμόταν επίσης να πει αν ο κατηγορούμενος έδωσε λεφτά το 2008 ούτε και αν ο πατέρας του του έδωσε λεφτά που του έδωσε ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω και σε μία από τις πολλές προσπάθειες του να μην αναμείξει τον πατέρα του στην υπό κρίση υπόθεση, που ας σημειωθεί δεν τον κλήτευσε για να δώσει μαρτυρία αν και αναφέρθηκε το όνομα του αρκετές φορές, ενώ αρχικά είχε αναφέρει σε σχετική ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι μπορεί ο πατέρας του να είχε συνεργασία με τον κατηγορούμενο στη συνέχεια είπε ότι δεν γνώριζε αν υπήρχε συνεργασία μεταξύ του πατέρα του και του κατηγορούμενου. Σε άλλο σημείο και πάλι ο παραπονούμενος κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του ανέφερε ότι θυμόταν ότι είχε λάβει επιταγές από τον κατηγορούμενο για εξόφληση του ποσού των Λ.Κ.5.000 οι οποίες είχαν πληρωθεί από την τράπεζα, στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν πληρώθηκαν οι επιταγές. Από την άλλη ο κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του είχε συνοχή και λογική σειρά και δεν περιέπεσε σε ουσιαστικές αντιφάσεις οι οποίες να κλονίζουν την αξιοπιστία του. Ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και αυτό έπραξε κατά τη διάρκεια της μαρτυρία του. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως εκφράζουσα την πραγματική όψη των πραγμάτων. Έχοντας κατά νου την πιο πάνω κρίση μου για την αξιοπιστία των μαρτύρων και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον μου, θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος . Η κατηγορία η οποία προωθήθηκε για απόδειξη εναντίον του κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση είναι για το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154. Το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ. 154 προβλέπει τα εξής: «Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δυο ποινές». Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Από το σύνολο της μαρτυρίας η οποία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και αξιολογηθεί ανωτέρω είναι φανερό ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η επίδικη επιταγή, τεκμήριο 1 εκδόθηκε από τον κατηγορούμενο, παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε όταν αυτή κατέστη πληρωτέα και δεν εξοφλήθηκε μέσω της τράπεζας λόγω έλλειψης κεφαλαίων στο λογαριασμό του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη μετά την παρέλευση 15 ημερών από την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Παρά τα πιο πάνω ενόψει των ιδιαίτερων γεγονότων της υπόθεσης θεωρώ ότι πρέπει να εξετάσω κατά πόσο ο παραπονούμενος νομιμοποιείτο στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Στην υπόθεση Panayiotis Ttofinis v. Loizos Theocharides and Another
(1983)2 C.L.R. 363, αναφέρθηκε ότι το δικαίωμα για ιδιωτική ποινική δίωξη δεν το έχει οποιοσδήποτε αλλά μόνο το θύμα του συγκεκριμένου εγκλήματος και μόνο όταν τα δικαιώματα του επηρεάζονται άμεσα από αυτό. Το ίδιο αναφέρθηκε και στην μεταγενέστερη απόφαση Bernard Hogg v. Αγγελικής Παπαδοπούλου
(1992)2 ΑΑΔ 36. Από την μαρτυρία που έχει δοθεί από τον κατηγορούμενο και η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο ο πατέρας του παραπονούμενου έδωσε το ποσό των Λ.Κ.5.000 στον κατηγορούμενο ποσό το οποίο είχε λάβει ο πρώτος από τον γιό του. Ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι το ποσό αυτό είχε καταβληθεί με μια επιταγή των Λ.Κ.2.000 που έκδοσε ο ίδιος και πληρώθηκε από την τράπεζα και με τρεις άλλες επιταγές των Λ.Κ.1.000 έκαστη τεκ. 3, 4 και 5 οι οποίες εξοφλήθηκαν σε μετρητά και οι επιταγές επεστράφησαν στον κατηγορούμενο. Το ποσό της επίδικης επιταγής που αφορούσε τόκους προς την εταιρεία SVEVO καταβλήθηκε στον πατέρα του παραπονούμενου σε δύο δόσεις μια εκ των οποίων ήταν για Λ.Κ.550 και καταβλήθηκε στο γραφείο του κατηγορούμενου και η δεύτερη δόση εκ Λ.Κ.700 πριν την ημερομηνία που αναγράφεται ως ημερομηνία έκδοσης του τεκ. 1 και πριν την κατάθεση της για πληρωμή. Κατά συνέπεια το ερώτημα το οποίο προκύπτει είναι αν ο παραπονούμενος υπέστη οιανδήποτε βλάβη ή αν επηρεάστηκαν τα δικαιώματα του από το υπό αναφορά αδίκημα. Από τα γεγονότα τα οποία αναφέρθηκαν ανωτέρω και από τα ευρήματα του Δικαστηρίου φαίνεται ότι το ποσό της επιταγής, η οποία δόθηκε τέλος του 2006, καταβλήθηκε πριν η επίδικη επιταγή κατατεθεί στην τράπεζα για πληρωμή με αποτέλεσμα να μην έχει αποδειχθεί ότι το ποσό της επιταγής οφείλετο ακόμη και πριν την κατάθεση της επιταγής για πληρωμή ή και κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Ως εκ τούτου και ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι ο παραπονούμενος δεν υπέστη οιανδήποτε βλάβη και δεν επηρεάστηκαν τα δικαιώματα του έτσι ώστε να νομιμοποιείται να ασκήσει την παρούσα ιδιωτική ποινική δίωξη. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάττεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ένα τελευταίο θέμα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι αυτό της λανθασμένης έκθεσης αδικήματος επί του κατηγορητηρίου. Η έκθεση αδικήματος φέρει τον κατηγορούμενο να αντιμετωπίζει το αδίκημα της έκδοσης επιταγής η οποία δεν εξοφλήθηκε χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ. 154. Κατά την ακροαματική διαδικασία όμως η Κατηγορούσα Αρχή και αυτό φαίνεται και από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, προσπάθησε να αποδείξει το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154. Αυτό υποδηλούν και οι λεπτομέρειες του αδικήματος εν πάση περιπτώσει. Σε περίπτωση επιτυχούς απόδειξης του ενός ή του άλλου αδικήματος θα ενδείκνυτο η τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Εν όψει όμως της κατάληξης του Δικαστηρίου δεν θεωρώ σκόπιμο να προβώ στην τροποποίηση. (Υπ.) ............. Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. Subject: Private Criminal / Final. Αναφορά: Ιδιωτική ποινική - τελική - επιταγή χωρίς αντίκρισμα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο