ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ν. Α. C IOANNOU DEVELOPMENTS LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17912/08, 23 Φεβρουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17912/08 ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ Κατηγορούσα Αρχή v.
- Α. C. IOANNOU DEVELOPMENTS LIMITED
- Αντώνης Ιωάννου Κατηγορουμένων --------- Ημερομηνία: 23 Φεβρουαρίου, 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μιχαηλίδης Για τους Κατηγορούμενους: κ. Πατσαλίδης με κα Πατσαλίδου Κατηγορούμενος 2: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι δεν θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος εισηγήθηκε ότι με βάσει την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία οι κατηγορούμενοι πρέπει να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Τα όσα ανέφεραν και οι δύο πλευρές για υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν καταγραφεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν την κατηγορία για ανάληψη και/ή εκτέλεση οικοδομικού έργου χωρίς να είναι εγγεγραμμένοι εργολήπτες κατά παράβαση των άρθρων 24(δ) και 45
(1)
(2)του Περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου 29
(1)του 2001. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατά/ή περί την 27.5.08 στην οδό Αγίου Νεκταρίου στη Λεμεσό, εκτελούσαν οικοδομικό έργο ήτοι ανέγερση πολυκατοικίας (υπόγειο, ισόγειο και 2 όροφοι) εμβαδού 1.000 τ.μ., χωρίς να είναι εγγεγραμμένοι εργολήπτες στο μητρώο εργοληπτών και χωρίς να είναι κάτοχοι ετήσιας άδειας. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος σύμφωνα με το άρθρο 24(δ) του Ν.29(Ι)/2001 είναι τα ακόλουθα: (α) Πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης. (β) Να αναλαμβάνει ή να εκτελεί οικοδομικό ή τεχνικό έργο για δικό του λογαριασμό ή για λογαριασμό άλλου. Καταρχάς το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί η ύπαρξη της κατηγορουμένης 1 εταιρείας ως νομικού προσώπου ως επίσης και η σχέση του κατηγορούμενου 2 ήτοι κατά πόσο ήταν διευθυντής, γραμματέας ή άλλος αξιωματούχος της κατηγορουμένης 1 εταιρείας ενόψει και της περίληψης του άρθρου 45 του νόμου 29(Ι)/2001 στην έκθεση αδικήματος. Αναφορικά με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία η πλευρά της κατηγορούσας αρχής ουδέν έγγραφο προσκόμισε ή κατέθεσε για να αποδείξει ότι όντως η κατηγορούμενη εταιρεία είναι νομικό πρόσωπο δεόντως εγγεγραμμένο και υπαρκτό. Ούτε και η Μ.Κ.1 κ. Χρίστα Μιχαήλ ανέφερε οτιδήποτε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της που να αποδεικνύει το γεγονός αυτό. Το μόνο που ανέφερε ήταν ότι στις 27.5.08 όταν επισκέφθηκε την οδό Αγίου Νεκταρίου υπήρχε πινακίδα με το όνομα της Κατηγορούμενης Εταιρείας σε υπό ανέγερση πολυκατοικία. Αυτός όμως από μόνο του δεν αποδεικνύει ακόμα και σε αυτό το στάδιο ότι η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία είναι υπαρκτό νομικό πρόσωπο έτσι ώστε να κληθεί σε απολογία. Σε σχέση τώρα με τον κατηγορούμενο 2 ουδεμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία να τον συσχετίζει με την κατηγορούμενη 1 εταιρεία ούτε όμως και μαρτυρία ότι ο ίδιος προσωπικά, λαμβανομένων υπόψη και των λεπτομερειών του αδικήματος, δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης με αποτέλεσμα αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος να μην έχει αποδειχθεί. Εν πάση όμως περιπτώσει και ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξης της κατηγορούμενης 1 εταιρείας ως νομικού προσώπου οιαδήποτε άλλη κατάληξη θα ισοδυναμούσε σε συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής ενός μη υπαρκτού νομικού προσώπου. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Συνεπώς η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 και έτσι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάττονται στην κατηγορία που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ............. Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΟΟ Subject: Private Criminal / Interim Αναφορά: Εκ πρώτης όψεως - Περί εγγραφής και ελέγχου εργοληπτών cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο