Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Hoseini Hamid, Αρ. Υπόθεσης: 18761/07, 24 Φεβρουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18761/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν Hoseini Hamid Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Καλλής Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος μετά από παραδοχή βρέθηκε ένοχος στις ακόλουθες κατηγορίες με ημερομηνία διάπραξης τις 11.8.2007: 1η Κατηγορία: Χρήση μηχ. οχήματος χωρίς ασφάλεια υπέρ τρίτου 2η Κατηγορία: Απείθεια σε νόμιμη διαταγή Δικαστηρίου 3η Κατηγορία: Οδήγηση μοτοσικλέτας χωρίς κράνος 4η Κατηγορία: Οδήγηση μηχ. οχήματος χωρίς πινακίδες εγγραφής μπροστά και πίσω Σημειώνεται ότι στην επιμέτρηση της ποινής της παρούσας υπόθεσης θα ληφθεί υπόψη, μετά από σχετική συναίνεση της Κ.Α. και του Κατηγορουμένου, και η υπόθεση 23000/07, που αφορά ακριβώς τα ίδια αδικήματα, με ημερομηνία διάπραξης τις 6.9.
- Στις 11.8.2007 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΗΝΧ 126 στην οδό Γεωργίου Α΄ στη Λεμεσό χωρίς ασφάλεια υπέρ τρίτου, χωρίς κράνος και χωρίς πινακίδες εγγραφής. Στις 3.7.2007 το Ε.Δ. Λεμεσού, στην ποινική υπόθεση 7163/07, του είχε αποστερήσει το δικαίωμα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών. Στην εν λόγω προηγούμενη καταδίκη του Κατηγορουμένου, το Δικαστήριο είχε επιβάλει τη στέρηση για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς ασφάλεια υπέρ τρίτου. Ως εκ τούτου προκύπτει ότι στις 11.8.2007 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε ενώ βρισκόταν σε ισχύ η επιβληθείσα από το Δικαστήριο στέρηση στην υπόθεση αρ. 7163/
- Έχει επίσης 3 βαθμούς ποινής. Όσον αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης 23000/07 η οποία θα ληφθεί υπόψη, είναι πανομοιότυπα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με μοναδική διαφορά την ημερομηνία διάπραξης (6.9.2007). Ο κ. Καλλής, στην αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής, επικαλέστηκε το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορουμένου, το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει, τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες όπως αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, καθώς και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι πλέον κάτοχος άδειας οδηγού και οδηγεί νόμιμα. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος εργάζεται ως διανομέας σε εταιρεία που λειτουργεί πιτσαρίες και υπάρχει πιθανότητα η οποιαδήποτε στέρηση της άδειας οδήγησης να έχει ως συνέπεια την απώλεια της εργασίας αυτής. Ανέφερε επίσης το γεγονός ότι επρόκειτο για μικρή μοτοσικλέτα και δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε ατύχημα κατά την οδήγησή της από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε. Το Γραφείο Ευημερίας ετοίμασε Έκθεση σε σχέση με τον Κατηγορούμενο στην οποία γίνεται αναφορά στις οικογενειακές, οικονομικές και προσωπικές του συνθήκες. Όπως αναφέρεται στην Έκθεση, πρόκειται για 21χρονο άνδρα Ιρανικής καταγωγής, ο οποίος προέρχεται από διαζευγμένους γονείς. Βρίσκεται στην Κύπρο τα τελευταία πέντε χρόνια με τη μητέρα και τις δύο αδελφές του ως αναγνωρισμένοι πολιτικοί πρόσφυγες. Απασχολείτο σε οικοδομικές εργασίας, αλλά τους τελευταίους 7 μήνες είναι άνεργος και ψάχνει για εργασία. Η μητέρα του είναι κομμώτρια και παράλληλα λαμβάνει δημόσιο βοήθημα ως μονογονιός. Διαμένουν σε διαμέρισμα που ανήκει στη γιαγιά του και η οποία τους το παραχωρεί χωρίς ενοίκιο. Θα εξετάσω πρώτα τη 2η Κατηγορία για ανυπακοή σε νόμιμη διαταγή Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, η οποία είναι και η σοβαρότερη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Όπως αναφέρεται και στις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος στις 11.8.2007 παρέλειψε να υπακούσει σε διάταγμα Δικαστηρίου. Ενώ στις 3.7.2007 αποστερήθηκε της ικανότητας να κατέχει άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών από το Ε.Δ. Λεμεσού στην ποινική υπόθεση με αρ. 7163/07, οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΝΧ 126 κατά τη διάρκεια ισχύος του περιορισμού που του επιβλήθηκε. Το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται Δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος, αφού η υπακοή σε διατάγματα Δικαστηρίου συνιστά μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου (βλ. Διευθυντή Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας ν Ντούμα κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 133). Το αδίκημα της ανυπακοής είναι ιδιαίτερα σοβαρό, αφού πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Όπως τονίστηκε από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Πική στην υπόθεση Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227): «Παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για τη συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος. » Εξετάζοντας την 1η κατηγορία για οδήγηση χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου, σημειώνω ότι, όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 57, οι σοβαρές επιπτώσεις για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος καθιστούν το αδίκημα σοβαρό, σε μια εποχή μάλιστα που τα ατυχήματα αυτά παρουσιάζουν συνεχή και ανησυχητική άνοδο. Σημειώνω ότι σύμφωνα με το άρθρο 3
(5)του Νόμου 96(Ι)/2000, σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης για το αδίκημα αυτό, επιβάλλεται η στέρηση της άδειας οδήγησης για περίοδο όχι μικρότερη των δώδεκα μηνών εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά. Σύμφωνα με τη Νομολογία, αποτελεί υποχρέωση του Κατηγορουμένου να φέρει εις προσοχήν του Δικαστηρίου οποιουσδήποτε ειδικούς λόγους για μη στέρηση της άδειας οδήγησης. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης. Ο Κατηγορούμενος στις 11.8.2007 όταν αποφάσισε να οδηγήσει κατά τη διάρκεια ισχύος της ανικανότητας που του είχε επιβληθεί, και κατά συνέπεια χωρίς ασφάλεια, επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την ύπαρξη Δικαστικού διατάγματος αλλά και γενικότερα για τα άλλα άτομα που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Πέραν αυτών, οδηγούσε τη μοτοσικλέτα χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος και χωρίς να έχει τοποθετημένες στο μπροστινό και πισινό μέρος τις πινακίδες εγγραφής. Αυτή η οδική συμπεριφορά στο σύνολό της είναι απαράδεκτη, αντικοινωνική και εγωιστική. Η έκδοση διατάγματος στέρησης της άδειας οδήγησης αποτελεί μία ύστατη προσπάθεια του Δικαστηρίου να αλλάξει την οδική συμπεριφορά Κατηγορουμένου, και τα Δικαστήρια οφείλουν να δώσουν ξεκάθαρο μήνυμα ότι ανυπακοή σε διατάγματα θα αντιμετωπίζεται με αυστηρότητα. Τούτων δεδομένων, η ποινή που θα επιβληθεί πρέπει να είναι ανάλογη της σοβαρότητας της ανυπακοής. Έχοντας υπόψη και τις πιθανές συνέπειες που μπορούσαν να προκληθούν από τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, σε μία περίοδο που τα σοβαρά ατυχήματα βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση, το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να στείλει το μήνυμα μέσω των επιβαλλόμενων ποινών ότι τέτοια οδική συμπεριφορά δεν θα γίνεται ανεκτή. Συνεπώς οι ποινές πρέπει να αντανακλούν την ανάγκη για αποτροπή της. Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Αυτό το οποίο έχει προβληματίσει το Δικαστήριο είναι ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων.[1] Θεωρώ όμως ότι το διάστημα δεν είναι τέτοιο που να αποτελεί κώλυμα στην επιβολή ποινής φυλάκισης. Σημειώνω ότι η υπόθεση καταχωρίστηκε στις 5.10.2007, στις 10.12.2007 ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 13.3.2008. Έκτοτε αναβαλλόταν κατόπιν αιτημάτων της Υπεράσπισης μέχρι τις 26.1.2009, οπότε ο Κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση. Επιπλέον, τονίζω το γεγονός ότι η υπόθεση 23000/07 η οποία λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής της παρούσας, αφορά αδικήματα πανομοιότυπα με αυτά της παρούσας υπόθεσης, ήτοι οδήγησης κατά τη διάρκεια επιβληθείσας από Δικαστήριο ανικανότητας να κατέχει άδεια οδήγησης και χωρίς ασφάλεια, κράνος και πινακίδες. Υπάρχει και η προηγούμενη καταδίκη στην υπόθεση 7163/07 για οδήγηση χωρίς άδεια και ασφάλεια. Σημειώνω εκ των προτέρων ότι κανένας δεν τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη καταδικαστεί. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, ανάλογα με τον αριθμό, το χρόνο και τη φύση των αδικημάτων, την επιείκεια που μπορεί να επιδείξει το Δικαστήριο, αφού αποτελούν κυρίως ένδειξη της στάσης του Κατηγορουμένου προς την τήρηση των Νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Στην παρούσα περίπτωση, αυτό που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, κατά την άποψή μου, είναι η κατά συρροή επίδειξη εκ μέρους του Κατηγορουμένου πλήρους αδιαφορίας για τους Νόμους και Κανονισμούς της Τροχαίας. Στις 3.7.2007 καταδικάστηκε για οδήγηση χωρίς άδεια και ασφάλεια και επιβλήθηκε εξάμηνη στέρηση. Στις 11.8.2007, δηλαδή λίγο περισσότερο από ένα μήνα μετά την επιβολή της ποινής, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να μην υπακούσει στη διαταγή του Δικαστηρίου και οδήγησε ξανά. Παρά το ότι καταγγέλθηκε από την Αστυνομία σε σχέση με τα αδικήματα που διέπραξε στις 11.8.2007, ο Κατηγορούμενος όχι μόνο δεν συνετίστηκε αλλά επέλεξε, λιγότερο από ένα μήνα αργότερα, να παραβεί εκ νέου τη διαταγή του Δικαστηρίου. Και όλα αυτά χωρίς καν να φέρει προστατευτικό κράνος και τις αναγκαίες πινακίδες εγγραφής. Η συστηματική αυτή οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου καταδεικνύει σαφέστατα μία περιφρονητική στάση προς την τήρηση των σχετικών Νόμων. Λαμβάνω υπόψη όλα τα πιο πάνω καθώς και την παραδοχή του Κατηγορουμένου έστω και σε αυτό το στάδιο, καθώς και τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες όπως διαφαίνονται από την Έκθεση. Όλοι οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες, καθώς και ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη μέχρι σήμερα, θα επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί από το Δικαστήριο. Δεδομένης όμως και της ανάγκης για αποτροπή τέτοιας οδικής συμπεριφοράς, δεν μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής, η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από στερητική της ελευθερίας. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο στην 1η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 ημερών αρχομένης από τη μέρα της κράτησής του. Ο Κατηγορούμενος αποστερείται επιπλέον του δικαιώματος να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 4 μηνών από σήμερα. Θεωρώ ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι που περιορίζουν τη στέρηση που προνοεί ο Νόμος και αφορούν τις προσωπικές και επαγγελματικές συνθήκες του Κατηγορουμένου όπως έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Στη 2η Κατηγορία επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 1 μηνός αρχομένης από τη μέρα της κράτησής του. Στις Κατηγορίες 3 και 4 δεν επιβάλλεται καμία ποινή, έχοντας κατά νουν την αρχή της συνολικότητας της ποινής Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή των ποινών φυλάκισης, ως η σχετική εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι χωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της[2]. Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλάκισης έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου[3]. Όπως έχει σημειωθεί στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου (βλ. υποσημείωση) με αναφορά στη Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1976)2 J.S.C. 386, μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης, είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Σημειώνω το μητρώο του Κατηγορουμένου στο οποίο έχει ήδη γίνει αναφορά και το ότι διέπραξε επανειλημμένα της ίδιας φύσης αδικήματα, αφού οδήγησε σε τρεις περιπτώσεις χωρίς ασφάλεια και σε δύο περιπτώσεις κατά τη διάρκεια επιβληθείσας από το Δικαστήριο στέρησης. Λαμβάνω υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, αλλά και την αντιμετώπιση από τον Κατηγορούμενο του επιβληθέντος διατάγματος. Δεν αντιλήφθηκα από την αντιμετώπισή του οποιοδήποτε στοιχείο ειλικρινούς μεταμέλειας. Θεωρώ συνεπώς ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή των επιβληθείσων ποινών φυλάκισης. Όσον αφορά το νεαρό της ηλικίας του, τις προσωπικές συνθήκες και το χρόνο που έχει παρέλθει, θεωρώ ότι οι παράγοντες αυτοί δεν είναι τέτοιοι που να δικαιολογούν την αναστολή, έχουν δε ήδη ληφθεί υπόψη ως μετριαστικοί παράγοντες στην επιμέτρηση των επιβληθείσων ποινών. €20 έξοδα διαδικασίας να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. ........................................... Σ. Χατζηκυριάκου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355. [2] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94) [3] Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο