Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Θεόδοτος Ηρακλέους, Αρ. Υπόθεσης: 21821/07, 25 Φεβρουαρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B24 Αρ. Υπόθεσης: 21821/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Θεόδοτος Ηρακλέους, εκ Λεμεσού Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για τον κατηγορούμενο: κος Χατζηλοίζου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερεις συνολικά κατηγορίες. Οι δύο πρώτες, αφορούν αδικήματα άσκησης βίας στην σύζυγο και τον πενθερό του κατά παράβαση του Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου (Ν.119(Ι)/2000)όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ο κατηγορούμενος στις 21.11.2007 στα Πάνω Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού, άσκησε βία στην σύζυγο του Νικολέττα Κωνσταντίνου και στον πενθερό του Παναγιώτη Κωνσταντίνου, προκαλώντας σε αυτούς άμεσα, πραγματική σωματική βλάβη. Η 3η κατηγορία, αφορά το αδίκημα της απερίσκεπτης και αμελούς πράξης κατά παράβαση του άρθρου 236(α) του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος την ίδια ημερομηνία οδήγησε το μηχανοκίνητο όχημα του με τέτοιο αλόγιστο βεβιασμένο και αμελή τρόπο ώστε να δημιουργηθεί το ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη στην σύζυγο του Νικολέττα Κωνσταντίνου. Η 4η κατηγορία, αφορά το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος την ίδια ημερομηνία εξύβρισε τον πενθερό του Παναγιώτη Κωνσταντίνου με την φράση «κωλόπαιδο» κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το επεισόδιο που οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας, διαδραματίστηκε στις 21.11.2007 όταν ο κατηγορούμενος πήγε στην οικία της εν διαστάσει συζύγου του για να επιστρέψει τα δύο ανήλικα τέκνα του μετά από επικοινωνία που είχε μαζί τους στα πλαίσια σχετικού διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Είναι η θέση της αστυνομίας ότι μέσα στον δρόμο έξω από την οικία των παραπονουμένων, ο κατηγορούμενος κτύπησε την εν διαστάσει σύζυγο του και τον πενθερό του και εξύβρισε τον τελευταίο με την λέξη που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Διαφορετική είναι η θέση της υπεράσπισης όπως προκύπτει από την ακροαματική διαδικασία. Υποστηρίχθηκε ότι ήταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος που υπέστη επίθεση από την εν διαστάσει σύζυγο του και τον πατέρα της, ο οποίος επίσης τον εξύβρισε γιατί καθυστέρησε να πάρει τα παιδιά πίσω στην μητέρα τους. Μαρτυρία Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η παραπονουμένη Νικολέττα Κωνσταντίνου. Στην κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ.1), αναφέρει συνοπτικά τα εξής: Διαμένει με τα δύο ανήλικα παιδιά της 2 και 3 ετών αντίστοιχα, στην οικία των γονιών της στην Λεμεσό. Με τον κατηγορούμενο βρισκόταν σε διάσταση από τον Φεβρουάριο του
- Στις 20.11.2007, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα επικοινωνίας του κατηγορουμένου με τα δυο πιο πάνω ανήλικα τέκνα του. Την επομένη 21.11.07 γύρω στις 16.35, ο κατηγορούμενος παρέλαβε τα ανήλικα από το σπίτι της με ένα διπλοκάμπινο αυτοκίνητο που ανήκει στον πατέρα του. Του ζήτησε όπως της επιστρέψει τα παιδιά στις 19.00 και αυτός συμφώνησε. Παρόλα αυτά γύρω στις 19.15, ο κατηγορούμενος δεν είχε επιστρέψει ακόμα τα παιδιά. Τον πήρε τηλέφωνο αλλά αυτός αρχικά δεν απαντούσε. Στην συνέχεια, της απάντησε και της είπε ότι βρίσκονται στο δρόμο. Η μάρτυρας βγήκε τότε έξω από το σπίτι και τον περίμενε. Όταν έφτασε ο κατηγορούμενος με τα παιδιά, πήγε στη θέση του συνοδηγού όπου καθόταν η αδελφή του και κρατούσε την ανήλικη κόρη της για να την πιάσει. Τότε ήρθε προς το μέρος της ο κατηγορούμενος και της είπε ότι η μεγάλη τους κόρη, του παραπονέθηκε ότι κάποιος θείος της, την έριξε κάτω. Έσπρωξε την μάρτυρα με τα χέρια του και η ίδια αφού επίσης τον έσπρωξε, του ζήτησε να φύγει από το μέρος. Τότε ο κατηγορούμενος την κτύπησε με το χέρι του στο πρόσωπο και η μάρτυρας άρχισε να αιμορραγεί στα χείλη. Του ξαναζήτησε να εγκαταλείψει το μέρος και τότε ο πατέρας της, ο οποίος άκουσε τις φωνές βγήκε έξω από το σπίτι. Ο κατηγορούμενος επιχείρησε τότε να την ξανακτυπήσει αλλά επενέβη ο πατέρας της και τον απέτρεψε. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος έφτυσε προς το μέρος του πατέρα της και τον χτύπησε. Οι δύο τους πιάστηκαν στα χέρια μέχρι που επενέβησαν γείτονες και τους χώρισαν. Ακολούθως ο κατηγορούμενος αφού έσπρωξε και έριξε κάτω στο δρόμο τη Μ.Κ.1, προχώρησε προς τη θέση του οδηγού για να φύγει. Η μάρτυρας τότε σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το πίσω μέρος του αυτοκινήτου για να πάρει τα πράγματα των παιδιών που βρίσκονταν εκεί. Όταν την είδε ο κατηγορούμενος, ξεκίνησε με την όπισθεν για να την κτυπήσει ενώ η πόρτα του συνοδηγού ήταν ακόμα ανοιχτή. Ο πατέρας της μόλις είδε τη σκηνή, πήγε πίσω από την πόρτα του συνοδηγού και προέβαλε αντίσταση για να μην κτυπήσει η μάρτυρας με την όπισθεν ταχύτητα. Τότε ο κατηγορούμενος ενώ βρισκόταν στη θέση του οδηγού, άρπαξε τον πατέρα της από το κεφάλι, τον τράβηξε προς το μέρος του μέσα στο αυτοκίνητο και τον κτυπούσε στο κεφάλι. Η μάρτυρας προσέτρεξε σε βοήθεια του πατέρα της και δάγκωσε τον κατηγορούμενο στο χέρι προκειμένου να σταματήσει να τον κτυπά. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα με την έμπροσθεν και προχώρησε λίγο πιο πάνω από το σπίτι της μάρτυρος, η οποία τον άκουσε να φωνάζει και να συζητά έντονα με κάποιο γείτονα τους. Στην συνέχεια, εγκατέλειψε τη σκηνή. Ασθενοφόρο παρέλαβε την ίδια και τον πατέρα της και τους μετέφερε στο Νοσοκομείο για περίθαλψη. Η μάρτυρας απολύθηκε αφού της παρασχέθηκαν οι Α' Βοήθειες ενώ ο πατέρας της κρατήθηκε στο Νοσοκομείο για περαιτέρω νοσηλεία. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι ήταν η πρώτη φορά που ο κατηγορούμενος θα έπαιρνε τα παιδιά σύμφωνα με το διάταγμα επικοινωνίας. Ήλθε στο σπίτι της με την αδελφή του, οδηγώντας το διπλοκάμπινο του πατέρα του. Η παραλαβή των παιδιών έγινε χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα όταν όμως τα επέστρεψε, είχε άγριες διαθέσεις και η μάρτυρας αντελήφθη ότι θα προχωρούσε σε καυγά. Όταν αρχικά την έσπρωξε, η μάρτυρας κρατούσε το ένα από τα ανήλικα παιδιά της στην αγκαλιά της. Αμέσως το έδωσε στη μητέρα της και ζήτησε από τον κατηγορούμενο να φύγει οπότε αυτός την κτύπησε στο πρόσωπο. Ήταν η θέση της ότι αυτό έγινε στην παρουσία της μητέρας της, η οποία είδε να τρέχει αίμα από τα χείλη της. Όταν ο κατηγορούμενος επιχείρησε να την κτυπήσει οδηγώντας με την όπισθεν του αυτοκινήτου του, ο πατέρας της προσπάθησε να βγάλει την ταχύτητα και δέχτηκε κτυπήματα στο κεφάλι από τον κατηγορούμενο. Τόσο η ίδια όσο και ο πατέρας της, έπεσαν κάτω στο δρόμο λόγω των κτυπημάτων του κατηγορουμένου. Στο Νοσοκομείο ανέφερε στους γιατρούς ότι κτυπήθηκε από τον κατηγορούμενο. Είχε πολλά κτυπήματα τόσο στα πόδια όσο και στα χέρια της. Αρνήθηκε υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο πατέρας της εξύβρισε τον κατηγορούμενο. Επέμενε ότι ο κατηγορούμενος είναι που κτύπησε και τους δυο, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στο Νοσοκομείο με ασθενοφόρο. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο αστυφύλακας 1989 Έρμος Θεοδοσίου. Σύμφωνα με την κατάθεση του (τεκμ.2), πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών στις 21.11.07 (τεκμ.3). Την επομένη, τον συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι τη στιγμή που ο ίδιος βρισκόταν στο μέρος του επεισοδίου και διερευνούσε την υπόθεση, ο κατηγορούμενος υπέβαλε παράπονο στον αστυνομικό σταθμό Πολεμιδιών εναντίον της συζύγου του και του πενθερού του. Καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον και των δύο, ο μάρτυρας όμως δεν γνωρίζει την εξέλιξη της γιατί δεν είναι εξεταστής εκείνης της υπόθεσης. Στη συνέχεια, κατέθεσε ως Μ.Κ.3 ο πατέρας της Μ.Κ.1, Παναγιώτης Κωνσταντίνου. Στην κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 4), ανέφερε ότι στις 21.11.07 ενώ καθόταν στην κουζίνα του σπιτιού του, του φώναξε η σύζυγος του να βγει έξω στο δρόμο γιατί η κόρη του τσακωνόταν με τον πρώην άνδρα της. Βγήκε αμέσως έξω και είδε τον κατηγορούμενο να τραβά την κόρη του από το χέρι ενώ αυτή κρατούσε στο άλλο χέρι την ανήλικη κόρη της Άντρια. Ο μάρτυρας σπρώχνοντας τον, του ζήτησε να την αφήσει. Ο κατηγορούμενος τότε τον έβρισε μεταξύ άλλων με τη λέξη «κωλόπαιδο» και τον έφτυσε στο πρόσωπο. Στη συνέχεια, ο μάρτυρας επανέλαβε τα όσα η Μ.Κ.1 ανέφερε στην κατάθεση της σε σχέση με την όπισθεν ταχύτητα με την οποία κινήθηκε ο κατηγορούμενος αλλά και τα κτυπήματα στο κεφάλι που δέχτηκε ο ίδιος από τον κατηγορούμενο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος προτού εγκαταλείψει τη σκηνή, του έδωσε ακόμα μια γροθιά πίσω από το δεξί αυτί. Ανέφερε ακόμα ότι τον παρέσυρε με το αυτοκίνητο του αφού κατά την όπισθεν κίνηση, ο μάρτυρας βρισκόταν πίσω από την ανοιχτή πόρτα του συνοδηγού, η οποία τον χτύπησε στην πλάτη. Έβαλε αντίσταση με την πλάτη του στην πόρτα του συνοδηγού και διαπίστωσε ότι αυτή στράβωσε. Ισχυρίστηκε τέλος ότι ουδέποτε κτύπησε τον κατηγορούμενο ή την αδελφή του. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι καθ' όλη τη διάρκεια του επεισοδίου, ο κατηγορούμενος είχε άγριες διαθέσεις. Τόσο ο ίδιος ο μάρτυρας όσο και η κόρη του, μεταφέρθηκαν στο Νοσοκομείο με ασθενοφόρο. Ο ίδιος μάλιστα, νοσηλεύτηκε δυο μέρες γιατί ζαλιζόταν από τα κτυπήματα που δέχτηκε στο κεφάλι. Στην αντεξέταση, δέχτηκε ότι κατηγορήθηκε από την αστυνομία μαζί με την κόρη του ότι χτύπησαν τον κατηγορούμενο και του προκάλεσαν ζημιά στο αυτοκίνητο του. Αρνήθηκε όμως ότι διέπραξαν κάτι τέτοιο. Αρνήθηκε επίσης υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης ότι έβρισε τον κατηγορούμενο όταν αυτός πήγε στο μέρος για να παραδώσει τα παιδιά του και επέμενε ότι του ζήτησε απλά να φύγει όταν τον είδε να σπρώχνει την κόρη του. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε η Δρ. Ελένη Θωμά του Τμήματος Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Κατέθεσε ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμ.5), σύμφωνα με το οποίο εξέτασε στις 21.11.07 και ώρα 19.50 την Μ.Κ.1 Νικολέττα Κωνσταντίνου. Η Μ.Κ.1 παραπονείτο για άλγος στο δεξιό γόνατο, δεξιά ποδοκνημική και δεξιό κάτω άκρο. Κατά την εξέταση παρουσίαζε εκδορές στο δεξιό γόνατο και στον αριστερό αγκώνα χωρίς άλλες εξωτερικές κακώσεις. Έγινε ακτινολογικός έλεγχος του δεξιού γόνατος, δεξιάς ποδοκνημικής και δεξιού κάτω άκρου χωρίς εμφανές κάταγμα. Έγινε περίδεση του κάτω άκρου και χορηγήθηκαν παυσίπονα. Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι η ίδια δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πως προκλήθηκαν τα τραύματα και εν πάση περιπτώσει αυτό είναι ένα ζήτημα που δεν είναι ιατρικό και δεν την αφορά. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε ο Πανίκος Ευσταθίου. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία, διαμένει στον ίδιο δρόμο με τους παραπονουμένους, των οποίων είναι γείτονας. Γύρω στις 19.00 στις 21.11.07 και ενώ βρισκόταν στην αυλή της οικίας του, άκουσε φασαρία στο δρόμο. Αμέσως βγήκε έξω για να δει τι συμβαίνει και τότε πρόσεξε τον κατηγορούμενο και το γείτονα του Παναγιώτη (Μ.Κ.3) να λογομαχούν. Άκουσε συγκεκριμένα τον κατηγορούμενο να βρίζει το Μ.Κ.3 με τη λέξη «παλιάνθρωπε, πουστάνθρωπε» και μετά τον έφτυσε στο πρόσωπο. Ο μάρτυρας επέμβηκε μπαίνοντας στη μέση τους και ζήτησε από τον κατηγορούμενο να εγκαταλείψει τη σκηνή. Ο κατηγορούμενος εισήλθε στο αυτοκίνητο του και ο μάρτυρας κατευθύνθηκε στο σπίτι του. Ενώ κατευθυνόταν στην αυλή του, άκουσε τη μηχανή του αυτοκινήτου να γεμίζει και αμέσως γύρισε πίσω για να δει τι συμβαίνει. Πρόσεξε τότε ότι το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου κινήθηκε με την όπισθεν και παρέσυρε σε απόσταση 5 μέτρων, τον Παναγιώτη (Μ.Κ.3) και την κόρη του Νικολέττα (Μ.Κ.1). Ο Παναγιώτης βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του συνοδηγού και δίπλα του η κόρη του. Πλησίασε στο μέρος και είδε τους Παναγιώτη και Νικολέττα χτυπημένους κάτω στο έδαφος. Στην αντεξέταση ανέφερε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο αφού ήταν παντρεμένος με τη γειτόνισσα του τη Νικολέττα. Δεν είχε οποιονδήποτε πρόβλημα μαζί του και οι σχέσεις τους ήταν φιλικές. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο η πόρτα του συνοδηγού ήταν ανοιχτή όταν το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου κινήθηκε με την όπισθεν. Δεν είδε τον Παναγιώτη να εισέρχεται στο αυτοκίνητο και ανέφερε ότι τη στιγμή εκείνη, ο ίδιος κατευθυνόταν προς το σπίτι του και δεν πρόσεξε όλη τη σκηνή του επεισοδίου. Πρόσεξε όμως ότι ο κατηγορούμενος παρέσυρε και τους δυο παραπονουμένους με το αυτοκίνητο του χωρίς να μπορεί να δει από τη θέση που βρισκόταν τον ακριβή τρόπο που τους χτύπησε. Ως Μ.Κ.6 κατέθεσε ο Δρ. Ανδρέας Κυριάκου. Εργάζεται στο τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Σύμφωνα με την ιατρική του έκθεση (τεκμ.7), εξέτασε τον Μ.Κ.3 Παναγιώτη Κωνσταντίνου, ο οποίος ανέφερε ότι κτυπήθηκε στο κεφάλι με γροθιά. Διαπίστωσε ότι ο Μ.Κ.3 έφερε μικρό καρούμπαλο στο δεξιό ήμισυ του ηνιακού οστού της κεφαλής. Παραπονέθηκε για ζαλάδα και αναγούλες όχι όμως για εμετό ή απώλεια αισθήσεων. Ακτινολογικός έλεγχος δεν κατέδειξε κάταγμα. Έγινε εισαγωγή στο χειρουργικό τμήμα για περαιτέρω παρακολούθηση μετά την διάγνωση διάσεισης. Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι εξέτασε τον Μ.Κ.3 στις 22.11.2007 και το καρούμπαλο που διαπίστωσε πρέπει να ήταν πρόσφατο. Αντεξεταζόμενος όμως διευκρίνισε ότι παρότι το καρούμπαλο ήταν μεν πρόσφατο, ο ίδιος όμως δεν μπορούσε να αναφέρει επακριβώς πότε και πως δημιουργήθηκε. Μετά το πέρας της μαρτυρίας για την κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξε να δώσει ένορκη κατάθεση. Αρχικά υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης στην αστυνομία (τεκμ.3). Σύμφωνα με αυτή όταν στάθμευσε το όχημα ιδιοκτησίας του πατέρα του έξω από το σπίτι της Μ.Κ.1 για να της παραδώσει τα παιδιά, ο πατέρας της (Μ.Κ.3) ερχόμενος πίσω από την κόρη του, τον έβρισε με τις φράσεις «καραγκιόζη» και «άχρηστε». Ο ίδιος δεν έδωσε σημασία και προχώρησε προς το πίσω μέρος του αυτοκινήτου για να κατεβάσει τα πράγματα των μωρών. Ο Μ.Κ.3 συνέχισε να τον βρίζει και σε κάποια στιγμή τον έσπρωξε τόσον αυτός όσον και η κόρη του (Μ.Κ.1). Ο κατηγορούμενος τότε χωρίς και πάλι να δώσει σημασία, εισήλθε στο αυτοκίνητο και έβαλε την όπισθεν χωρίς όμως να κινηθεί προς τα πίσω γιατί ανέμενε την αδελφή του που τον συνόδευε στην παράδοση των παιδιών να εισέλθει και αυτή στο αυτοκίνητο στην θέση του συνοδηγού. Όταν η αδελφή του κάθισε στο αυτοκίνητο και ενώ η πόρτα του συνοδηγού ήταν ακόμα ανοικτή, ο Μ.Κ.3 τράβηξε την αδελφή του έξω και τον τραβούσε από την φανέλα προς το μέρος του με αποτέλεσμα να τον γδάρει στον λαιμό. Για να τον αποφύγει, ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε προς τα πίσω και κινήθηκε με το αυτοκίνητο του με την όπισθεν ταχύτητα. Τότε ο Μ.Κ.3 μαζί την σύζυγο του και με την κόρη του (Μ.Κ.1), κρατούσαν την πόρτα του συνοδηγού για να τον εμποδίσουν να φύγει. Αποτέλεσμα ήταν να προξενήσουν ζημιά στην πόρτα του συνοδηγού του αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του πατέρα του. Παραπονέθηκε γι' αυτό σε γείτονα της πρώην συζύγου του αλλά και στην αστυνομία στην οποία υπέβαλε παράπονο. Τέλος, ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του αρνείται ότι κτύπησε σε οιονδήποτε στάδιο τους παραπονουμένους παρά την πρόκληση που δέχθηκε. Κατελόγισε δε στην πρώην σύζυγο του κίνητρο για την καταγγελία της, την οποία χαρακτήρισε σκόπιμη για να μην βλέπει αυτός τα παιδιά του και να την αφήσει ήσυχη. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο Μ.Κ.3 τον έβριζε γιατί άργησε να παραδώσει τα παιδιά στην μητέρα τους για 20 λεπτά χωρίς ο ίδιος να προκαλέσει οιανδήποτε ένταση. Δέχθηκε όμως ότι ζήτησε εξηγήσεις από την Μ.Κ.1 τόσον τηλεφωνικώς όσο και όταν παρέδιδε τα παιδιά για το επεισόδιο με τον θείο τους. Ισχυρίστηκε παρόλα αυτά ότι αυτός δεν ήταν λόγος για να εξαγριωθεί και να κτυπήσει την πρώην σύζυγο του. Απλά της ζήτησε να είναι πιο προσεκτική στο μέλλον. Ανέφερε στην συνέχεια ότι ο λόγος που οι παραπονούμενοι κρατούσαν την πόρτα του συνοδηγού, ήταν για να τον εμποδίσουν να φύγει με σκοπό να τον αναγκάσουν να προκαλέσει επεισόδιο. Ο ίδιος όμως ήταν ήρεμος και δεν ανταπέδωσε την πρόκληση. Αρνήθηκε ότι κτύπησε οιονδήποτε των παραπονουμένων και ισχυρίστηκε ότι δεν κινήθηκε με την όπισθεν και δεν παρέσυρε κανένα με το αυτοκίνητο του. Οι δύο παραπονούμενοι όταν αυτός εγκατέλειπε την σκηνή, όχι μόνον δεν ήταν πεσμένοι στο έδαφος αλλά αντίθετα ήταν όρθιοι κοντά στο κάγκελο της οικίας τους και τον έβριζαν. Ο ίδιος μάλιστα τους ανέφερε ότι πρόκειται να τους καταγγείλει στην αστυνομία όπως και έπραξε. Αγορεύσεις Η δημόσια κατήγορος στην αγόρευση της, αναφέρθηκε στην δοθείσα μαρτυρία και ισχυρίστηκε ότι οι δύο παραπονούμενοι είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η εκδοχή τους θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Η μαρτυρία τους κατά την κατήγορο, υποστηρίζεται και από ανεξάρτητο μάρτυρα που διαμένει στην γειτονιά και ο οποίος είδε τον κατηγορούμενο να παρασύρει τους δύο παραπονουμένους με το αυτοκίνητο του. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην δική του αγόρευση, έκαμε εκτενή αναφορά στην μαρτυρία, αναφερόμενος σε κατ' ισχυρισμό αντιφάσεις των μαρτύρων κατηγορίας. Αναφορά έγινε και στα τραύματα των παραπονουμένων όπως αυτά προκύπτουν από τα ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι τα τραύματα αυτά δεν συνάδουν με την μαρτυρία των παραπονουμένων αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό επίθεση που δέχθηκαν. Με παραπομπή σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι λόγω των πιο πάνω αντιφάσεων, η μαρτυρία των δύο παραπονουμένων θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο ως αναξιόπιστη. Όσον αφορά την μαρτυρία του κατηγορουμένου, την χαρακτήρισε φυσική και πειστική, η οποία ενισχύεται επιπλέον από τις ζημιές που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο του πατέρα του όπως παρουσιάζονται στο τεκμήριο
- Ήταν ως εκ τούτου η θέση του συνηγόρου ότι η αστυνομία απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Βασική μάρτυρας κατηγορίας ήταν η παραπονούμενη (Μ.Κ.1). Έχοντας πλήρη συναίσθηση της σπουδαιότητας της μαρτυρίας της, μελέτησα με ιδιαίτερη προσοχή την κατάθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου, εστιάζοντας κυρίως, στις αντιδράσεις και συμπεριφορά της αλλά και στην αμεσότητα των απαντήσεων της κατά την αντεξέταση. Η εντύπωση που μου έδωσε, είναι ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η Μ.Κ 1 ήταν αρκετά σαφής στην εκδοχή της ως προς το πώς διαδραματίστηκαν τα γεγονότα όταν ο κατηγορούμενος έφτασε έξω από την οικία της για να φέρει τα ανήλικα τέκνα τους. Ήταν περαιτέρω απόλυτα πειστική ότι ο κατηγορούμενος την κτύπησε με τον τρόπο που ανέφερε στην μαρτυρία της χωρίς η θέση αυτή να κλονιστεί σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της. Απόλυτα πειστική ήταν και ως προς την θέση της ότι ο κατηγορούμενος κτύπησε επίσης και εξύβρισε τον πατέρα της, ο οποίος προσέτρεξε για να την βοηθήσει. Έγινε από τον συνήγορο υπεράσπισης, αναφορά σε αντιφάσεις ως προς την μαρτυρία της Μ.Κ.1 σε σύγκριση με το τι κατέθεσαν άλλοι μάρτυρες κατηγορίας. Πρέπει εδώ να σημειώσω ότι οι μικροαντιφάσεις αυτές δεν είναι τέτοιας έκτασης που να αλλοιώνουν την πολύ καλή εντύπωση που μου έκανε η παραπονουμένη από το εδώλιο του μάρτυρα και την πεποίθηση που μου έδωσε ότι όντως υπέστη επίθεση από τον κατηγορούμενο με τον τρόπο που την περιέγραψε. Η μαρτυρία της στο σημείο αυτό ήταν τόσο αυθόρμητη και παραστατική που αποκλείει την πιθανότητα προκατασκευής. Όπως έχει νομολογηθεί, στην αξιολόγηση δεν πρέπει να απομονώνονται και να σχολιάζονται χωριστά αποσπάσματα της μαρτυρίας αλλά αυτή θα πρέπει να εξετάζεται και αξιολογείται στην ολότητα της. Ακόμη, δεν είναι παράλογο να υπάρχουν κάποιες μικροαντιφάσεις στις προσαχθείσες μαρτυρίες, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που τα γεγονότα βιώνονται έντονα από τους μάρτυρες και έχει παρέλθει κάποιο χρονικό διάστημα από την διάπραξη τους (Βλ. μεταξύ άλλων Παπακοκκίνου κ.α ν. Σμυρλή κ.α
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ 1653). Η απομόνωση αυτών των μικροαντιφάσεων και η προβολή τους από τον συνήγορο υπεράσπισης για σκοπούς αξιοπιστίας, παραγνωρίζει τις πιο πάνω αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας αλλά και το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν κλονίστηκε καθόλου κατά την αντεξέταση της στο κύριο επίδικο γεγονός, ότι δηλαδή δέχθηκε επίθεση από τον κατηγορούμενο με τον τρόπο που την περιέγραψε. Το που στεκόταν όταν δέχθηκε την επίθεση και κατά πόσον κρατούσε ακόμη την ανήλικη κόρη της ή την παρέδωσε στην μητέρα της και οι όποιες αντιφάσεις σε σχέση με το τι δήλωσαν άλλοι μάρτυρες κατηγορίες για τα πιο πάνω, με όλο το σέβας είναι λεπτομέρειες που δεν μπορούν να επηρεάσουν την γενικότερη καλή εικόνα που η Μ.Κ.1 έδωσε στο Δικαστήριο. Σημειώνω επίσης ότι η Μ.Κ.1 ήταν αρκετά ειλικρινής ούτως ώστε να καταθέσει ότι και η ίδια έσπρωξε και δάγκωσε τον κατηγορούμενο μετά που την κτύπησε. Δεν έχω για τους λόγους αυτούς καμία αμφιβολία ότι η Μ.Κ.1 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Την ίδια καλή εντύπωση μου έκανε και ο πατέρας της παραπονουμένης (Μ.Κ.3). Ήταν ιδιαίτερα πειστικός ως προς την επίθεση που δέχθηκε τόσον ο ίδιος όσον και η κόρη του από τον κατηγορούμενο. Το ίδιο πειστικός ήταν και για τις ύβρεις που εκστόμισε ο κατηγορούμενος εναντίον του αλλά και για τον τρόπο που εγκατέλειψε την σκηνή με αποτέλεσμα να τραυματίσει τον ίδιο και την κόρη του. Η μαρτυρία του ως προς την επίθεση που δέχθηκε με τα κτυπήματα στο κεφάλι, συνάδει απόλυτα με τα τραύματα του όπως περιγράφονται στο ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμ.7) όπου διαπιστώθηκε ότι μεταξύ άλλων έφερε ένα πρόσφατο καρούμπαλο στο δεξιό ήμισυ του ηνιακού οστού της κεφαλής. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έκανε ο Μ.Κ.3 είναι ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο αστυνομικός (Μ.Κ.2), επίσης έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις ενέργειες στις οποίες προέβηκε για διερεύνηση της υπόθεσης και υπήρξε αντικειμενικός, αναφέροντας και τις δύο εκδοχές που του έδωσαν για τα γεγονότα οι εμπλεκόμενοι. Ήταν επιπλέον ειλικρινής, καταθέτοντας ότι δεν γνωρίζει την εξέλιξη της υπόθεσης που καταχωρήθηκε εναντίον της παραπονουμένης και του πατέρα της αφού ο ίδιος δεν είναι εξεταστής. Η μαρτυρία του ως εκ τούτου, γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Εξαιρετική εντύπωση μου έκανε ο αυτόπτης μάρτυρας Πανίκος Ευσταθίου (Μ.Κ.5). Ανέφερε στο Δικαστήριο με αρκετά πειστικό τρόπο ότι είδε τον κατηγορούμενο να παρασέρνει με το αυτοκίνητο του τους παραπονουμένους. Επιπλέον, ήταν ειλικρινής αναφέροντας ότι δεν πρόσεξε αν η πόρτα του συνοδηγού ήταν ανοικτή ή αν ο Μ.Κ.3 είχε εισέλθει στο αυτοκίνητο του παραπονουμένου. Ο συνήγορος υπεράσπισης έκαμε αναφορά στα δύο αυτά στοιχεία για να καταδείξει την κατά τους ισχυρισμούς του, αναξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας λόγω αντιφάσεων. Όμως, ο Μ.Κ 5 έδωσε μια λογική εξήγηση για το γεγονός αυτό. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος, είχε γυρισμένη την πλάτη προς το επεισόδιο επιστρέφοντας στην οικία του και όταν άκουσε φωνές και το αυτοκίνητο να αναπτύσσει ταχύτητα τότε γύρισε και είδε τον κατηγορούμενο να παρασέρνει του δύο παραπονουμένους με το αυτοκίνητο του. Η ειλικρίνεια του Μ.Κ.5 ως προς το ότι δεν πρόσεξε τα δύο πιο πάνω στοιχεία που κατέθεσαν οι Μ.Κ.1 & Μ.Κ.3, πέραν του ότι δικαιολογήθηκε επαρκώς, ενισχύει μάλλον παρά πλήττει την αξιοπιστία του. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε ο Μ.Κ.5 είναι ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Αρκετά καλή εντύπωση μου έκαναν και οι δύο γιατροί που κατέθεσαν στο Δικαστήριο (Μ.Κ 4 & Μ.Κ.6). Αναφέρθηκαν λεπτομερώς στα ευρήματα τους σχετικά με τα τραύματα των παραπονουμένων όταν τους εξέτασαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Επιπλέον να σημειωθεί ότι δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση κατά την αντεξέταση ως προς τα τραύματα των παραπονουμένων. Η μαρτυρία τους ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Δεν μπορώ να πω το ίδιο και για τον κατηγορούμενο. Η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε ήταν ότι η μαρτυρία του αποσκοπούσε μάλλον στο να ενισχύσει την δική του εκδοχή για τα γεγονότα παρά το να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Στην προσπάθεια του δε αυτή, υπέπεσε σε αντιφάσεις καθοριστικές στην κρίση της αξιοπιστίας του. Αναφέρω χαρακτηριστικά ότι ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε ύβρεις και επίθεση με σπρωξίματα από τους παραπονουμένους γιατί άργησε να παραδώσει τα παιδιά για ένα τέταρτο χωρίς ο ίδιος να προκαλέσει οιανδήποτε συζήτηση. Τα ίδια αναφέρει και στην κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 3), στην οποία υποστήριξε ότι οι δύο παραπονούμενοι του επιτέθηκαν χωρίς στην ουσία να προηγηθεί καμία συζήτηση ή πρόκληση εκ μέρους του. Αντεξεταζόμενος όμως, δέχθηκε ότι ανέφερε στην Μ.Κ.1 το παράπονο της ανήλικης κόρης του για τον θείο της και της ζήτησε να είναι πιο προσεκτική στο μέλλον. Η παραδοχή του αυτή, αναιρεί την προηγούμενη θέση του ότι δεν προηγήθηκε του επεισοδίου οιαδήποτε πρόκληση εκ μέρους του και ότι απλά δέχθηκε απρόκλητη επίθεση. Ακόμη, κρίνεται ως υπερβολική η θέση του ότι τον εξύβρισε ο Μ.Κ.3 προκειμένου να αντιδράσει και να δημιουργήσει επεισόδιο. Αν όντως ήταν τόσο ήρεμος χαρακτήρας και δεν αντιδρούσε στις ύβρεις όπως προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο, οι παραπονούμενοι δεν είχαν λόγο να τον προκαλούν αφού γνώριζαν ότι δεν θα τους απαντούσε. Η προσδοκία τους όμως σύμφωνα με την δική του μαρτυρία ότι θα προκαλέσει επεισόδιο, καταδεικνύει ότι και ο ίδιος ο κατηγορούμενος δέχεται ότι δεν είναι και τόσο ήρεμο άτομο που δεν αντιδρά σε προκλήσεις όπως προσπάθησε ανεπιτυχώς να αποδείξει στο Δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για την θέση του ότι του κρατούσαν την πόρτα του συνοδηγού για να μην τον αφήσουν να φύγει προκειμένου να προκαλέσει επεισόδιο. Αν ο κατηγορούμενος όντως δεν ήθελε να προκαλέσει επεισόδιο δεν θα εκκινούσε το αυτοκίνητο του από την στιγμή που συνειδητοποίησε ότι οι παραπονούμενοι κρατούσαν την πόρτα του συνοδηγού. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε περαιτέρω στην κατάθεση του (τεκμ. 3) ότι έβαλε την όπισθεν ταχύτητα χωρίς να κινήσει το αυτοκίνητο του προς τα πίσω. Δεν εξήγησε όμως γιατί έβαλε την όπισθεν αφού δεν θα εκινείτο και δεδομένου ότι γνώριζε ότι οι δύο παραπονούμενοι βρίσκονταν πίσω από την ανοικτή πόρτα του συνοδηγού όπως και ο ίδιος ανέφερε. Επιπλέον, η πιο πάνω θέση του δεν συνάδει με το τι κατέθεσε στην αντεξέταση ότι δεν έφυγε από το μέρος με την όπισθεν αλλά προχώρησε ευθεία στον δρόμο συνομιλώντας μάλιστα με κάποιο γείτονα. Υπενθυμίζω εδώ ότι ο κατηγορούμενος στην αντεξέταση του ήταν απόλυτος στο πιο πάνω θέμα δηλώνοντας ότι δεν έκανε επαναστροφή για να φύγει από την σκηνή ούτε έκανε χρήση της όπισθεν ταχύτητας του. Αυτό βέβαια στην προσπάθεια του να πείσει ότι δεν παρέσυρε τους παραπονουμένους, οδηγώντας με την όπισθεν ταχύτητα όπως ήταν η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Στην κατάθεση του όμως στην αστυνομία ανέφερε ακριβώς το αντίθετο. Ότι μετά που προχώρησε ευθεία και μίλησε με τον γείτονα, έκανε επιστροφή για να φύγει και τότε είπε στην Μ.Κ.1 ότι θα πάει στην αστυνομία. Ανεξαρτήτως όλων των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έκαμε ο κατηγορούμενος, είναι ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα σημειώνω τα πιο κάτω: Η Μ.Κ.1 διαμένει με τα δύο ανήλικα παιδιά της στην οικία των γονιών της στην Λεμεσό. Κατά τους επίδικους χρόνους ήταν παντρεμένη με τον κατηγορούμενο με τον οποίον βρισκόταν σε διάσταση από τον Φεβρουάριο του 2007. Στις 20.11.2007, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα επικοινωνίας του κατηγορουμένου με τα δυο πιο πάνω ανήλικα τέκνα του. Την επομένη 21.11.07 γύρω στις 16.35, ο κατηγορούμενος παρέλαβε τα ανήλικα από το σπίτι της Μ.Κ.1 με ένα διπλοκάμπινο αυτοκίνητο που ανήκει στον πατέρα του. Κατά την επιστροφή των παιδιών γύρω στις 19.15, ο κατηγορούμενος ζήτησε εξηγήσεις από την Μ.Κ.1 γιατί η μεγάλη τους κόρη, του παραπονέθηκε ότι κάποιος θείος της, την έριξε κάτω. Έσπρωξε την Μ.Κ.1 με τα χέρια του, η οποία αφού επίσης τον έσπρωξε, του ζήτησε να φύγει από το μέρος. Τότε ο κατηγορούμενος την κτύπησε με το χέρι του στο πρόσωπο και η Μ.Κ.1 άρχισε να αιμορραγεί στα χείλη. Του ξαναζήτησε να εγκαταλείψει το μέρος και τότε ο πατέρας της (Μ.Κ.3), ο οποίος άκουσε τις φωνές βγήκε έξω από το σπίτι. Ο κατηγορούμενος επιχείρησε τότε να την ξανακτυπήσει αλλά επενέβη ο πατέρας της και τον απέτρεψε. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος έφτυσε προς το μέρος του πατέρα της και τον χτύπησε αποκαλώντας τον «κωλόπαιδο». Ακολούθως αφού έσπρωξε και έριξε κάτω στο δρόμο την Μ.Κ.1, προχώρησε προς τη θέση του οδηγού για να φύγει. Η Μ.Κ.1 τότε σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το πίσω μέρος του αυτοκινήτου για να πάρει τα πράγματα των παιδιών. Παρότι ο κατηγορούμενος την είδε, ξεκίνησε με την όπισθεν ενώ η πόρτα του συνοδηγού ήταν ακόμα ανοιχτή. Ο Μ.Κ.3 μόλις είδε τη σκηνή, πήγε πίσω από την πόρτα του συνοδηγού και προέβαλε αντίσταση. Τότε ο κατηγορούμενος ενώ βρισκόταν στη θέση του οδηγού, άρπαξε τον Μ.Κ.3 από το κεφάλι, τον τράβηξε προς το μέρος του μέσα στο αυτοκίνητο και τον κτυπούσε με γροθιές στο κεφάλι. Η Μ.Κ.1 προσέτρεξε σε βοήθεια του πατέρα της και δάγκωσε τον κατηγορούμενο στο χέρι. Ακολούθως, στην προσπάθεια του να εγκαταλείψει τον χώρο, ο κατηγορούμενος παρέσυρε τους παραπονούμενους με το αυτοκίνητο του μέσω της ανοικτής πόρτας του συνοδηγού. Προτού εγκαταλείψει την σκηνή, έδωσε ακόμα μια γροθιά στον Μ.Κ.3 πίσω από το αριστερό αυτί. Στην συνέχεια αφού ανέπτυξε ταχύτητα και συζήτησε έντονα με τον γείτονα (Μ.Κ.5), εγκατέλειψε τη σκηνή. Ασθενοφόρο παρέλαβε τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 και τους μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για περίθαλψη. Η Μ.Κ.1 εξετάστηκε από την Δρ. Ελένη Θωμά (Μ.Κ.4), η οποία εξέδωσε πιστοποιητικό (τεκμ.5). Σύμφωνα με αυτό η Μ.Κ.1 παρουσίαζε εκδορές στο δεξιό γόνατο και αριστερό αγκώνα. Έγινε περίδεση του πάνω άκρου, της χορηγήθηκαν παυσίπονα και απολύθηκε. Τον Μ.Κ.3 εξέτασε ο Δρ. Κυριάκου (Μ.Κ.6). Εξέδωσε πιστοποιητικό (τεκμ.7), σύμφωνα με το οποίο ο Μ.Κ.3 έφερε μικρό καρούμπαλο στο δεξιό ήμισυ του ινιακού οστού της κεφαλής. Παρεπονείτο επίσης για ζαλάδα και αναγούλα. Κρατήθηκε για νοσηλεία στο χειρουργικό τμήμα για περαιτέρω παρακολούθηση λόγω της διάγνωσης διάσεισης. Ο αστυφύλακας Θεοδοσίου (Μ.Κ.2), μετέβη στην σκηνή για διερεύνηση της υπόθεσης. Την ίδια ώρα, ο κατηγορούμενος πήγε στον αστυνομικό σταθμό και υπέβαλε παράπονο εναντίον των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3. Ο αστυφύλακας Θεοδοσίου έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμ.3) στις 21.11.2007. Την επομένη 22.11.2007, συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει εντάλματος σύλληψης και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόμο, ο τελευταίος δεν παραδέχθηκε ενοχή. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Τα πρώτα δύο αδικήματα στηρίζονται στο άρθρο 3
(1)
(4)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 όπως τροποποιήθηκε το οποίο έχει ως ακολούθως: ΜΕΡΟΣ ΙΙ - Έννοια Βίας 3.
(1). Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και την βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς την συγκατάθεση του θύματος καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2)......................................
(3)..........................
(4). Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1), διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού που τιμωρείται εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές. Σύμφωνα δε με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του νόμου «μέλος της οικογένειας» συμπεριλαμβάνει μεταξύ άλλων άνδρα και γυναίκα που έχουν συνάψει γάμο, ανεξαρτήτως αν αυτός υφίσταται καθώς και τους γονείς και τα παιδιά τους όπως και οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο διαμένει μαζί τους. Όσον αφορά την έννοια της σωματικής βλάβης, παρότι δεν υπάρχει ακριβής ορισμός στον σχετικό νόμο, κρίνω ότι αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί με την έννοια που της αποδίδεται από τις σχετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα που αφορούν αδικήματα επίθεσης. Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 του Π.Κ., «σωματική βλάβη» σημαίνει, σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή. Όσον αφορά την έννοια της «πραγματικής σωματικής βλάβης», αυτή σύμφωνα με την νομολογία προκύπτει αν έχουμε οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, προκύπτει ότι έχουν αποδειχθεί οι δύο πρώτες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Η άσκηση βίας εναντίον της Μ.Κ.1, προκύπτει από το κτύπημα που δέχθηκε στο πρόσωπο λόγω του οποίου αιμορράγησε στα χείλη και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος την έσπρωξε ρίχνοντας την στο έδαφος. Όσον αφορά τον Μ.Κ.3, η άσκηση βίας προκύπτει από το φτύσιμο καθώς και τα κτυπήματα που δέχθηκε στο κεφάλι από τον κατηγορούμενο, στην προσπάθεια του να τον εμποδίσει να κινηθεί με την όπισθεν καθώς και από την γροθιά που δέχθηκε πίσω από το αριστερό αυτί προτού ο κατηγορούμενος εγκαταλείψει την σκηνή του επεισοδίου. Επιπλέον, τα τραύματα των Μ.Κ.1 & Μ.Κ.3 όπως περιγράφονται στα ιατρικά πιστοποιητικά (τεκμ. 5 & 7), συνιστούν σωματική βλάβη εν τη εννοία του νόμου. Τέλος, οι Μ.Κ.1 & Μ.Κ.3 είναι δυνάμει του άρθρου 2 του νόμου, μέλη της οικογένειας σε σχέση με τον κατηγορούμενο αφού η μεν Μ.Κ 1 ήταν κατά τους επίδικους χρόνους σύζυγος του ο δε Μ.Κ.3 είναι ο πατέρας της. Κρίνω ως εκ τούτου ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των δύο πρώτων κατηγοριών. Η 3η κατηγορία αφορά το αδίκημα της απερίσκεπτης και αμελούς πράξης και στηρίζεται στο άρθρο 236(α) του Ποινικού Κώδικα που έχει ως εξής: 236. Όποιος με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο, α. Οδηγεί όχημα ή ιππεύει σε οιαδήποτε διάβαση, ............................ Είναι ένοχος πλημμελήματος. Το άρθρο 236 είναι το πρώτο από σειρά άρθρων ενός ευρύτερου κεφαλαίου του Ποινικού Κώδικα με τον τίτλο «Εγκληματική απερισκεψία και αμέλεια». Εκτενής ανάλυση της νομολογίας σε σχέση με την ποινική αμέλεια, γίνεται στην υπόθεση Μαυρομάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 69. Ειδικότερα σε σχέση με το άρθρο 236, έχει λεχθεί ότι από το περιεχόμενο του δεν προκύπτει ότι απαιτείται αλόγιστη συμπεριφορά για απόδειξη οιουδήποτε των αδικημάτων που προβλέπονται σε αυτό. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα. «παρά το γεγονός ότι το άρθρο 236 ανήκει σε ενότητα άρθρων τα οποία φέρουν τον τίτλο "Εγκληματική Αλόγιστη Συμπεριφορά και Αμέλεια" (Criminal Negligence & Recklessness) και τον πλαγιότιτλο "Αλόγιστες και Αμελείς Πράξεις" (Reckless & Negligent Acts στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο) εντούτοις από το περιεχόμενο του δεν προκύπτει ότι απαιτείται αλόγιστη συμπεριφορά για απόδειξη οιουδήποτε των αδικημάτων που προβλέπονται από το άρθρο. (Gavalas v. The Police
(1985)2 C.L.R 114, 131, 134)» Ως εκ τούτου, σύμφωνα πάντα με την πιο πάνω απόφαση, ο βαθμός αμέλειας που απαιτείται για τεκμηρίωση αδικήματος του άρθρου 236, αποκλείει την υπαίτιο αμέλεια και είναι ο ίδιος με αυτό που απαιτείται για απόδειξη αδικήματος δυνάμει του άρθρου 210 πριν από την τροποποίηση του. Περαιτέρω γίνεται μια εις βάθος ανάλυση της έννοιας της Ποινικής Αμέλειας όπως καθορίζεται σε διάφορες ποινικές διατάξεις. Αποφασίστηκε ότι η ποινική αμέλεια που απαιτείται για απόδειξη ευθύνης δυνάμει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτιο αμέλεια (culpable negligence) που απαιτείται από για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας του άρθρου 205 αλλά μεγαλύτερου βαθμού για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης δυνάμει του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου. Είναι εμφανές από την πιο πάνω ανάλυση ότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, έχει στοιχειοθετηθεί και το αδίκημα της απερίσκεπτης και αμελούς πράξης δυνάμει του άρθρου 236 του Ποινικού Κώδικα. Ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος οδήγησε το όχημα του με την όπισθεν, γνωρίζοντας ότι η Μ.Κ.1 ήταν πίσω από το αυτοκίνητο και ο Μ.Κ.3 βρισκόταν πίσω από την ανοικτή πόρτα του συνοδηγού, αποτελεί πράξη που ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε αυτούς και έθεσε σε κίνδυνο την ζωή τους. Ως εκ τούτου και η 3η κατηγορία, έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όσον αφορά το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης της 4ης κατηγορίας, αυτό ρυθμίζεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα που έχει ως ακολούθως: «99. Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος...» Από την ανάγνωση του κειμένου του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: · η εξύβριση άλλου προσώπου, · σε δημόσιο χώρο ή με τρόπο που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και, · κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297. "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it" Επίσης στην Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Βλ Γ. Ε ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 & Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Όσον αφορά την έννοια του δημόσιου χώρου, αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.» Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι και το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης έχει επίσης αποδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή. Δεν υπάρχει αμφιβολία κατά την άποψη μου ότι η φράση «κωλόπαιδο,» που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος, αποτελεί εξύβριση εν τη εννοία του Νόμου. Κρίνω δε ότι η εκστόμιση αυτής της φράσης θα μπορούσε να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Η φράση τέλος εκστομίστηκε σε δημόσιο χώρο όπως είναι ο δρόμος έξω από το σπίτι των παραπονουμένων. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία των υπό κρίση αδικημάτων. Ο κατηγορούμενος ως εκ τούτου, κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο