← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αναστασία Γεωργιάδου, Αρ. Υπόθεσης: 1936/08, 26 Φεβρουαρίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αναστασία Γεωργιάδου, Αρ. Υπόθεσης: 1936/08, 26 Φεβρουαρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B28 Αρ. Υπόθεσης: 1936/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Αναστασία Γεωργιάδου, εκ Λεμεσού Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για την κατηγορουμένη: κος Κωμοδρόμος Κατηγορουμένη: Παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η 70 ετών κατηγορουμένη, αντιμετωπίζει κατηγορίες για επίθεση εναντίον αστυνομικού οργάνου και αντίστασης κατά της νομίμου συλλήψεως της (κατηγορίες 1 & 2) κατά παράβαση του άρθρου 244 του Ποινικού Κώδικα. Αντιμετωπίζει επίσης την 3η και 4η κατηγορία για τα αδικήματα της δημόσιας εξύβρισης και ανησυχίας αντίστοιχα κατά παράβαση των άρθρων 99 και 95 του Ποινικού Κώδικα. Το επεισόδιο που οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, διαδραματίστηκε στο γραφείο μικροπαραβάσεων του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Λεμεσού όπου η κατηγορουμένη προσήλθε προκειμένου να καταγγείλει γειτονικό της πρόσωπο. Σύμφωνα με την εκδοχή της αστυνομίας, η κατηγορουμένη επιτέθηκε και εξύβρισε τον επί καθήκοντι αστυνομικό (Μ.Κ.1), επειδή θεώρησε ότι δεν προωθούσε το παράπονο της. Όταν δε αυτός επεχείρησε να την συλλάβει, η κατηγορουμένη αντιστάθηκε στην σύλληψη και προκάλεσε θόρυβο και ανησυχία στον σταθμό. Η θέση της υπεράσπισης όπως προκύπτει από την ακροαματική διαδικασία, είναι ότι ο Μ.Κ.1 αναίτια επιτέθηκε στην κατηγορουμένη όταν αυτή επισκέφθηκε τον σταθμό για να προβεί στην καταγγελία και ότι η ίδια ουδέποτε του επιτέθηκε ή τον εξύβρισε. Μαρτυρία Ως M.K.1 κατέθεσε ο αστυφύλακας 3526 Γιάννης Ευθυμίου. Σύμφωνα με την κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ.1), υπηρετούσε κατά τους επίδικους χρόνους στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού. Στις 25.9.2007 γύρω στις 9:00 π.μ ενώ ήταν καθήκον, πήρε τηλεφώνημα από την κατηγορούμενη, η οποία του ανέφερε ότι κάποιο πρόσωπο βγάζει το σκύλο του για βόλτα και αφήνει τα κόπρια του σε διάφορα μέρη της πολυκατοικίας. Ο Μ.Κ.1 ρώτησε την κατηγορούμενη λεπτομέρειες σχετικά με το πρόσωπο που έχει το σκύλο, όπως το όνομα, διαμέρισμα και ποιές ώρες μπορεί να τον βρει. Η κατηγορούμενη τότε αντέδρασε και τον έβρισε με τη φράση «πεζεβέγκη» και «πουστοπεζέβεγκε». Ο μάρτυρας της ζήτησε να σταματήσει να βρίζει αλλά η κατηγορούμενη επανέλαβε τις πιο πάνω ύβρεις και του ανέφερε ότι θα έρθει στο σταθμό να τον βρει. Μετά από πάροδο 30 λεπτών ενώ ήταν στο γραφείο του Τμήματος Μικροπαραβάσεων μαζί με άλλο συνάδελφο του της ΥΚΑΝ, εισήλθε κάποια κυρία εντός του σταθμού και τον ρώτησε αν είναι το πρόσωπο που μίλησε στο τηλέφωνο προηγουμένως. Του ανέφερε ότι ονομάζεται Γεωργιάδου και ο μάρτυρας την ρώτησε γιατί τον έβρισε από το τηλέφωνο. Τότε η κατηγορούμενη του απάντησε φωναχτά «ναι ρε είσαι πουστοπεζέβεγκος, είσαστε άχρηστοι». Ο μάρτυρας την πληροφόρησε για τα αδικήματα που διαπράττει και ότι είναι υπό σύλληψη αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο. Η κατηγορούμενη όμως άρχισε να τον κλωτσά με το δεξί της πόδι και να τον τραβά με τα χέρια της από το πουκάμισο, συνεχίζοντας να φωνάζει και να τον βρίζει. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε στη συνέχεια ότι προέβαλε την ανάλογη βία για να την σταματήσει. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Μ.Κ.1 ανεγνώρισε την κατηγορούμενη ως το πρόσωπο το οποίο προσήλθε στο σταθμό και τον κτύπησε βρίζοντας τον με τις πιο πάνω φράσεις. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι με τον όρο «ανάλογη βία», εννοεί ότι έπιασε την κατηγορούμενη από τα δύο χέρια και την έσπρωξε για να κάτσει στην καρέκλα, προκειμένου να ηρεμήσει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι έβαλε χειροπέδες στην κατηγορούμενη, όχι όμως αμέσως αλλά μετά την πάροδο κάποιου χρόνου από την σύλληψη αφού δεν τις κρατούσε πάνω του από την αρχή. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο αστυφύλακας της Υ.ΚΑ.Ν Ανδρέας Αγαθοκλέους. Στην κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ.2), αναφέρει ότι ήταν παρών στον αστυνομικό σταθμό Λεμεσού όταν προσήλθε σε αυτόν η κατηγορουμένη. Στην συνέχεια, επαναλαμβάνει με την κατάθεση του την εκδοχή του Μ.Κ.1 ως προς τις ύβρεις που κατ' ισχυρισμό εκστόμισε η κατηγορουμένη και την επίθεση της προς τον Μ.Κ.

  1. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε επιπλέον ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η συμπεριφορά της κατηγορουμένης ήταν πολύ επιθετική αφού φώναζε και έβριζε μεγαλοφώνως τον Μ.Κ.1 μέσα στον αστυνομικό σταθμό. Στην αντεξέταση, ο μάρτυρας επανέλαβε ότι η κατηγορουμένη κλωτσούσε και τραβούσε από το πουκάμισο τον Μ.Κ.
  2. Παρά τις προσπάθειες του δε για να την ηρεμήσει, αυτή δεν σταματούσε. Στην συνέχεια όταν ο Μ.Κ.1 προσπάθησε να την συλλάβει, η κατηγορουμένη ήταν πολύ αντιδραστική και αντιστάθηκε στην σύλληψη. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης αστυφύλακας Ηλίας Αγιώτης. Κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορουμένη (τεκμ. 4), η οποία δεν παραδέχθηκε ενοχή. Διευκρίνισε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν ήταν παρών στο επεισόδιο. Με βάση όμως τις ενώπιον του καταθέσεις, διαπίστωσε την διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία κατηγόρησε την κατηγορουμένη. Μετά το πέρας της κατηγορίας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, η κατηγορουμένη κλήθηκε σε απολογία. Αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξε να δώσει ένορκη κατάθεση. Ανέφερε ότι τηλεφώνησε στην αστυνομία για να καταγγείλει τον γείτονα της που άφηνε την κοπριά του σκύλου του στην πολυκατοικία. Ο αστυνομικός με τον οποίο μίλησε, της είπε ότι αυτό δεν ήταν ευθύνη της αστυνομίας και ότι έπρεπε να αποταθεί στο υγειονομείο. Τότε η κατηγορουμένη του απάντησε ότι θα περάσει από το γραφείο του για να συζητήσουν το θέμα Φτάνοντας στο γραφείο μικροπαραβάσεων, είδε τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 τους οποίους καλημέρισε. Κανείς από τους δύο δεν της απάντησε. Αντί αυτού, ο Μ.Κ.1 σηκώθηκε από το γραφείο του και άρχισε να την κτυπά χωρίς λόγο. Η κατηγορουμένη στην προσπάθεια της να αμυνθεί, του ανταπέδωσε τα κτυπήματα. Ο Μ.Κ.1 που ήταν πολύ θυμωμένος, την έσπρωξε στην συνέχεια πάνω στο καλοριφέρ με αποτέλεσμα να κτυπήσει στο πόδι το οποίο αιμορραγούσε. Επενέβησαν τότε δύο κοπέλες αστυνομικοί που της περιποιήθηκαν την πληγή και της πρόσφεραν καφέ. Δεν πήγε στο νοσοκομείο ούτε κατήγγειλε την υπόθεση αφού μετά από παραινέσεις κάποιου αστυνόμου, θεώρησε όλο το επεισόδιο ως λήξαν. Η κατηγορουμένη αρνήθηκε στην συνέχεια ότι έβρισε ή κτύπησε τον Μ.Κ.
  3. Δέχθηκε όμως ακολούθως κατά την αντεξέταση της ότι κτύπησε τον Μ.Κ.1 μόνο για αυτοάμυνα χρησιμοποιώντας μάλιστα τα πόδια της. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι είναι και η ίδια ειδική αστυνομικός παρά τα 70 της χρόνια και ότι οι Μ.Κ. θα έπρεπε να την γνωρίζουν. Αγορεύσεις Η δημόσια κατήγορος στην αγόρευση της, αναφέρθηκε στην δοθείσα μαρτυρία. Εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία όλων των μαρτύρων κατηγορίας θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο αφού δεν κλονίστηκαν καθόλου κατά την αντεξέταση τους. Αντιθέτως, η κατηγορουμένη υπέπεσε κατά την κατήγορο σε σημαντικές αντιφάσεις που καθιστούν την μαρτυρία της ως αναξιόπιστη. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην δική του αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι η αστυνομία δεν απέδειξε την υπόθεση της. Οι Μ.Κ κατά τον συνήγορο, υπέπεσαν σε αντιφάσεις ως προς τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον αστυνομικό σταθμό και την κατ' ισχυρισμό επίθεση που δέχθηκε ο παραπονούμενος. Οι αντιφάσεις σχετίζονται τόσον ως προς το είδος της κατ' ισχυρισμό επίθεσης όσον και ως προς άλλα γεγονότα που περιβάλουν την υπόθεση όπως π.χ κατά πόσον ο παραπονούμενος πέρασε χειροπέδες στην κατηγορουμένη ή όχι. Ήταν επιπλέον η θέση του συνηγόρου ότι η οποιαδήποτε επίθεση εκ μέρους της κατηγορουμένης δεν ήταν απρόκλητη αλλά διενεργήθηκε ως αποτέλεσμα αυτοάμυνας. Η κατηγορουμένη προέβαλε την αναγκαία βία για να προστατεύσει τον εαυτό της. Τόσον η ηλικία όσον και η ευρωστία της δεν της επιτρέπουν κατά τον συνήγορο να αψιμαχήσει και να επιτεθεί σε πολύ νεώτερα της άτομα πόσον μάλλον να επιτεθεί σε αστυνομικό μέσα σε αστυνομικό σταθμό. Τέλος, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι η παρούσα υπόθεση καθυστέρησε αδικαιολόγητα να εκδικαστεί με αποτέλεσμα να επηρεαστούν τα δικαιώματα της κατηγορουμένης για δίκαιη δίκη. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου που στηρίζεται η πιο πάνω θέση αφού η υπόθεση εκδικάστηκε σε χρονικό διάστημα ενός περίπου έτους από την καταχώρηση της, ο συνήγορος επέμενε ότι το διάστημα αυτό είναι εξ' αντικειμένου υπερβολικό στον βαθμό που αφορά εκδίκαση ποινικής υπόθεσης Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Οι Μ.Κ.1 & 2 μου έκαναν θετική εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Αναφέρθηκαν με λεπτομέρεια στο περιστατικό που έλαβε χώρα στο γραφείο μικροπαραβάσεων του αστυνομικού σταθμού Λεμεσού χωρίς η μαρτυρία τους να κλονιστεί σε κανένα σημείο της αντεξέτασης. Επιπλέον, ήταν ιδιαίτερα πειστικοί όσον αφορά την θέση τους ότι η κατηγορουμένη κτύπησε και εξύβρισε τον Μ.Κ.1 με τις φράσεις που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η γενική εντύπωση που μου έδωσαν οι Μ.Κ.1 & Μ.Κ.2, είναι ότι είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Πολύ καλή εντύπωση μου έκανε και ο Μ.Κ.
  4. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις ενέργειες στις οποίες προέβηκε για διερεύνηση της υπόθεσης και ήταν αρκετά ειλικρινής αναφέροντας ότι δεν ήταν παρών στο επεισόδιο και κατηγόρησε την κατηγορουμένη μόνο από τις καταθέσεις που μελέτησε. Η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε είναι ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του για τους πιο πάνω λόγους, γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Αντιθέτως, η κατηγορουμένη δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν εμφανής η προσπάθεια της να ενισχύσει την δική της εκδοχή για τα γεγονότα παρά το να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Στην προσπάθεια της δε αυτή, υπέπεσε σε σειρά αντιφάσεων καθοριστικών στην κρίση της αξιοπιστίας της. Αναφέρω χαρακτηριστικά ότι ενώ στην αρχή κατέθεσε ότι κτύπησε τον Μ.Κ.1 για να αμυνθεί, στην συνέχεια αρνήθηκε ότι τον κτύπησε ή τον κλώτσησε σε οποιοδήποτε στάδιο. Για να δεχθεί στην συνέχεια ότι τον κτύπησε, χρησιμοποιώντας τα πόδια της όταν αυτός προσπαθούσε να την συλλάβει. Την ίδια θέση ότι δηλαδή η κατηγορουμένη εξάσκησε την ανάλογη βία για να αμυνθεί, εξέφρασε και ο συνήγορος υπεράσπισης στην τελική του αγόρευση, θέση που παραγνωρίζει το γεγονός ότι η κατηγορουμένη σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης της, αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι άσκησε οιανδήποτε μορφή βίας κατά του παραπονουμένου. Ούτε έδωσε κάποια λογική εξήγηση γιατί να της επιτεθεί ο Μ.Κ.1 μέσα στον αστυνομικό σταθμό μόλις τον καλημέρισε και χωρίς οποιανδήποτε άλλη πρόκληση. Καθόλου πειστική δεν υπήρξε και ως προς την δικαιολογία που έδωσε γιατί δεν πήγε στο νοσοκομείο και δεν κατήγγειλε τον Μ.Κ.1 επειδή θεώρησε ότι η υπόθεση είχε κλείσει. Έφτασε μάλιστα για σκοπούς εντυπωσιασμού μέχρι και του σημείου να ισχυριστεί ότι παρά την ηλικία της είναι ειδικός αστυνομικός, στοιχείο που βέβαια δεν υποστηρίχτηκε με άλλη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Γεγονός παραμένει ότι η κατηγορουμένη δεν έδωσε μια σαφή εκδοχή για το πώς διαδραματίστηκαν τα γεγονότα μέσα στον αστυνομικό σταθμό και η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε ήταν ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε περαιτέρω στην αγόρευση του ότι η κατηγορουμένη δεν θα μπορούσε να διαπράξει τα υπό κρίση αδικήματα λόγω της ηλικίας και της κατάστασης της υγείας της. Με όλο το σέβας δεν συμφωνώ με αυτή την άποψη. Αντιθέτως, η εντύπωση που μου έδωσε η κατηγορούμενη από το εδώλιο του μάρτυρα, είναι ότι πρόκειται για μια ευφυή και πολύ δυναμική γυναίκα παρά την ηλικία της, η οποία όμως κατά τα άλλα δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία της κατηγορουμένης απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα σημειώνω τα πιο κάτω: Η κατηγορουμένη τηλεφώνησε στις 25.9.07 στις 9.00 το πρωί στον Αστυνομικό σταθμό πόλης Λεμεσού για να καταγγείλει γειτονικό της πρόσωπο σε σχέση με ακαθαρσίες του σκύλου του. Το τηλέφωνο απάντησε ο Μ.Κ.1, ο οποίος εκτελούσε κατά τον χρόνο εκείνο, καθήκον στο τμήμα μικροπαραβάσεων του σταθμού. Όταν Ο Μ.Κ.1 ζήτησε κάποιες λεπτομέρειες από την κατηγορουμένη σε σχέση με την καταγγελία της, αυτή τον έβρισε με τις φράσεις «πεζεβέγκη» και «πουστοπεζέβεγκε». Ο Μ.Κ.1 της ζήτησε να σταματήσει να βρίζει αλλά η κατηγορούμενη επανέλαβε τις πιο πάνω ύβρεις και του ανέφερε ότι θα έρθει στο σταθμό να τον βρει. Μετά πάροδο 30 λεπτών, η κατηγορουμένη εισήλθε στο τμήμα μικροπαραβάσεων του σταθμού Λεμεσού, στο οποίο βρίσκονταν οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.
  5. Ανέφερε το όνομα της και ρώτησε τον Μ.Κ.1 αν είναι το πρόσωπο που μίλησε μαζί του προηγουμένως. Αυτός αφού απάντησε καταφατικά, την ρώτησε γιατί τον έβρισε από το τηλέφωνο. Τότε η κατηγορούμενη του απάντησε φωναχτά «ναι ρε είσαι πουστοπεζέβεγκος, είσαστε άχρηστοι». Ο Μ.Κ.1 την πληροφόρησε για τα αδικήματα που διαπράττει και ότι είναι υπό σύλληψη αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο. Η κατηγορούμενη όμως άρχισε να τον κλωτσά με το δεξί της πόδι και να τον τραβά με τα χέρια της από το πουκάμισο, συνεχίζοντας δε να φωνάζει και να βρίζει. Στην συνέχεια, ο Μ.Κ.1 έπιασε την κατηγορουμένη από τα δύο χέρια και την έσπρωξε για να κάτσει στην καρέκλα, προκειμένου να ηρεμήσει. Αυτή όμως συνέχισε να αντιδρά. Σε μεταγενέστερο στάδιο, ο Μ.Κ.1 πέρασε χειροπέδες στην κατηγορουμένη. Μετά από καταγγελία του Μ.Κ.1, την διερεύνηση της υπόθεσης ανέλαβε ο Μ.Κ.
  6. Αφού μελέτησε τις καταθέσεις του Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 αποφάσισε να κατηγορήσει γραπτώς την κατηγορουμένη για τα υπό κρίση αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση. Η κατηγορουμένη απαντώντας στην γραπτή κατηγορία (τεκμ. 4) δεν παραδέχθηκε ενοχή. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης έχει καθυστερήσει αδικαιολόγητα. Όμως μια προσεκτική μελέτη του φακέλου της υπόθεσης καταδεικνύει ότι η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Τα υπό κρίση αδικήματα διαπράχθηκαν σύμφωνα με το κατηγορητήριο στις 25.9.2007 και η κατηγορουμένη κατηγορήθηκε γραπτώς στον αστυνομικό σταθμό, την ίδια ημέρα. Το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε λίγους μήνες μετά στις 11.2.2008 και η υπόθεση ορίστηκε για απάντηση στις 12.3.
  7. Αναβλήθηκε όμως για τις 9.4.2008 λόγω μη επίδοσης. Στις 9.4.2008 η κατηγορουμένη μετά την επίδοση, εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και αρνήθηκε τις κατηγορίες οπόταν η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 23.5.
  8. Την ημερομηνία αυτή όμως η κατηγορουμένη δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον της. Το ένταλμα εκτελέστηκε τελικά στις 3.7.2008 και η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 27.10.2008 και 10.12.
  9. Ειδικότερα στις 10.12.2008 εμφανίζεται για πρώτη φορά εκ μέρους της κατηγορουμένης ο κος Κωμοδρόμος ο οποίος ζήτησε και πήρε αναβολή γιατί μόλις είχε διοριστεί δικηγόρος υπεράσπισης και δεν είχε χρόνο να προετοιμαστεί. Η υπόθεση ως εκ τούτου ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 11.2.
  10. Την ημερομηνία αυτή, ξεκίνησε η ακρόαση της υπόθεσης ενώπιον μου με την μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας και της κατηγορουμένης μετά που κλήθηκε σε απολογία. Ακολούθως, ορίστηκε για συνέχιση σε λίγες μέρες στις 19.2.08 μετά από αίτημα της υπεράσπισης προκειμένου να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία. Όμως στην 19.2.08, η κατηγορουμένη δεν προσκόμισε οιανδήποτε μαρτυρία και ως εκ τούτου η υπόθεση προχώρησε με τις τελικές αγορεύσεις των δικηγόρων και την επιφύλαξη της απόφασης η οποία δίδεται σήμερα μια βδομάδα μετά την επιφύλαξη της. Είναι εμφανές από τα πιο πάνω ότι όχι μόνον δεν υπήρξε καθυστέρηση της υπόθεσης αλλά αντίθετα η ακρόαση προχώρησε όσον το δυνατόν γρηγορότερα στα πλαίσια βέβαια του διαθέσιμου χρόνου του Δικαστηρίου. Προκύπτει επίσης ότι η οποίες αναβολές οφείλονται αποκλειστικά στην πλευρά της υπεράσπισης είτε γιατί η κατηγορουμένη παρέλειπε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο είτε γιατί ο Δικηγόρος της δεν ήταν προετοιμασμένος για την ακρόαση. Μόνον στις 27.10.08 η αναβολή αφορούσε λόγους που είχαν να κάνουν με το Δικαστήριο και αυτό χωρίς να επιβαρυνθεί σημαντικά ο χρόνος εκδίκασης αφού η υπόθεση ορίστηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Δεν νομιμοποιείται ως εκ τούτου η κατηγορουμένη να επικαλείται καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης από την στιγμή που η ίδια ευθύνεται αποκλειστικά για πολλές αναβολές που δόθηκαν πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ανεξαρτήτως τούτου, η περίοδος ενός σχεδόν έτους από την καταχώρηση μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, αντικειμενικά κρινόμενη δεν δικαιολογεί τον ισχυρισμό της υπεράσπισης για αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης, θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης με αναφορά στην νομική πτυχή των κατηγοριών σε συνδυασμό με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ούτως ώστε να διερευνηθεί κατά πόσον έχουν αποδειχθεί τα αδικήματα που αντιμετωπίζει η κατηγορουμένη. Το άρθρο 244 (α) & (β) που αφορά τις πρώτες δύο κατηγορίες έχει ως εξής: «244: -Όποιος (α) Επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα ή (β)επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης, .............................. Είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Ανάγνωση της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης, καταδεικνύει ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της 1ης κατηγορίας θα πρέπει να αποδειχθούν δύο στοιχεία, · ότι διενεργήθηκε επίθεση εναντίον άλλου προσώπου, και · ότι η επίθεση έγινε με σκοπό μεταξύ άλλων, την αντίσταση ή ματαίωση νόμιμης σύλληψης για ποινικό αδίκημα του ιδίου του κατηγορουμένου ή άλλου προσώπου. Όσον αφορά την 2η κατηγορία θα πρέπει και πάλιν να αποδειχθούν δύο στοιχεία, · ότι διενεργήθηκε επίθεση ή αντίσταση κατά οργάνου της τάξης ή κατά άλλου προσώπου που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο της τάξης, και · ότι η επίθεση ή αντίσταση έγινε κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου της τάξης. Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλο ενδιαφέρον να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα εξασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του.(Βλ. R v. Vienna

(1975)3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Τα αδικήματα της 1ης και 2ης κατηγορίας, είναι πανομοιότυπα με τα αδικήματα που καθορίζει το άρθρο 89 του Αγγλικού Police Act 1996. Ανάλυση των συστατικών στοιχείων αυτών των αδικημάτων, γίνεται στο σύγγραμμα Blacstone's Criminal Practice
(2003)page 172, par. B2.
  1. Ειδικότερα όσον αφορά τις έννοιες παρεμπόδιση (obstruction) και αντίσταση «resisting» κατά αστυνομικού οργάνου στην εκτέλεση του καθήκοντος του, αναφέρονται τα πιο κάτω στην παράγραφο Β2.
  2. «A defendant obstructs a police constable if he makes it more difficult for him to carry out his duty (Hinchcliffe v Sheldon [1955] 1 WLR 1207, obiter). While 'resisting' implies some physical action, no physical act is necessary to constitute obstruction. Simple refusal to answer questions does not constitute an obstruction (Rice v Connolly [1966] 2 QB 414), neither does advising another person not to answer (Green v DPP
(1991)155 JP 816). Answering questions incorrectly may, however, amount to obstruction, although the distinction is not always clear (see Ledger v DPP [1991] Crim LR 439).» Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των δύο πρώτων κατηγοριών. Η συμπεριφορά της κατηγορουμένης με το να κλωτσήσει τον παραπονούμενο και να τον τραβήξει από το πουκάμισο με τα δύο της χέρια, αποτελεί επίθεση με την έννοια που προσδίδει στον όρο η πιο πάνω νομολογία. Επιπλέον, η επίθεση διενεργήθηκε με σκοπό την ματαίωση της σύλληψης της κατηγορουμένης. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο παραπονούμενος πληροφόρησε την κατηγορουμένη ότι είναι υπό σύλληψη όμως αυτή συνέχισε να τον κλωτσά και να τον τραβά από το πουκάμισο μέχρι που ο ίδιος χρησιμοποίησε την αναγκαία βία για να την ακινητοποιήσει. Τέλος, η επίθεση διενεργήθηκε κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του παραπονουμένου, ο οποίος την δεδομένη στιγμή ήταν καθήκον στο τμήμα μικροπαραβάσεων του αστυνομικού σταθμού Λεμεσού. Κρίνω ως εκ τούτου ότι οι δύο πρώτες κατηγορίες έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης της 3ης κατηγορίας, ρυθμίζεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα που έχει ως ακολούθως: «99. Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος...» Από την ανάγνωση του κειμένου του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: · η εξύβριση άλλου προσώπου, · σε δημόσιο χώρο ή με τρόπο που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και, · κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297. "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it" Επίσης στην Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Βλ Γ. Ε ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 & Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Όσον αφορά την έννοια του δημόσιου χώρου, αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.» Στην υπόθεση Νετζιήν ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 1 έχει νομολογηθεί ότι τα γραφείο παραπόνων της αστυνομίας, αποτελεί δημόσιο χώρο με την έννοια που το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα καθορίζει. Αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα πιο κάτω στην σελίδα 6 της πιο πάνω απόφασης. «Το γραφείο παραπόνων της Αστυνομίας αποτελεί δημόσιο χώρο με την έννοια που ενέχει ο όρος στο Κεφ. 154 (Άρθρο 4), δεδομένου ότι επιτρέπεται η είσοδος του κοινού για την υποβολή παραπόνων. Η εισήγηση του εφεσείοντα περί του αντιθέτου, που είναι και ο μόνος λόγος αμφισβήτησης της καταδίκης στη δεύτερη κατηγορία, στερείται ερείσματος.» Παρομοίως στην παρούσα υπόθεση, το γραφείο του παραπονουμένου στο τμήμα μικροπαραβάσεων του αστυνομικού σταθμού Λεμεσού, αποτελεί δημόσιο χώρο αφού η πρόσβαση του κοινού ήταν ελεύθερη για την υποβολή παραπόνων, δικαίωμα που εξάσκησε άλλωστε και η ίδια η κατηγορούμενη. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι και το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης έχει επίσης αποδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή. Δεν υπάρχει αμφιβολία κατά την άποψη μου ότι η φράση «ναι ρε είσαι πουστοπεζέβεγκος, είσαστε άχρηστοι» που χρησιμοποίησε η κατηγορούμενη, αποτελεί εξύβριση εν τη εννοία του Νόμου. Κρίνω δε ότι η εκστόμιση αυτής της φράσης θα μπορούσε να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Η φράση δε εκστομίστηκε σε δημόσιο χώρο όπως είναι ο αστυνομικός σταθμός Λεμεσού σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία. Απομένει το αδίκημα της ανησυχίας της 4ης κατηγορίας. Αυτό ρυθμίζεται από το άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα που έχει ως ακολούθως: «95. Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία του περιοίκους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών.» Η υπόθεση Ηροδότου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 373, αφορούσε γεγονότα παρόμοια με αυτά της παρούσας. Υποστηρίχθηκε από την υπεράσπιση ότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της ανησυχίας γιατί ο θόρυβος και η ταραχή δεν ήταν δυνατόν να οδηγήσουν τους περίοικους σε ανησυχία ή να προκαλέσουν διασάλευση της ειρήνης δεδομένου ότι ο αστυνομικός σταθμός στον οποίο εξελίχθηκε το επεισόδιο δεν είναι δημόσιο μέρος. Το Εφετείο με παραπομπή στην απόφαση Νετζιήν (ανωτέρω), απέρριψε τις πιο πάνω θέσεις με το εξής σκεπτικό: «Δεν συμφωνούμε με τους πιο πάνω ισχυρισμούς του εφεσείοντα. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Με τα γεγονότα όπως απεδείχθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή προκύπτει σαφώς ότι ο εφεσείων φώναζε με έξαλλο τρόπο σε διάδρομο του αστυνομικού σταθμού έξω από το γραφείο παραπόνων όπου το κοινό έχει ελεύθερη πρόσβαση. Από τη μαρτυρία προέκυψε ότι από τις φωνές και την ανησυχία που προκάλεσε ο εφεσείων εξήλθαν από τα γραφεία τους οι παριστάμενοι ανήσυχοι. Περαιτέρω, είμαστε της γνώμης, ότι το γραφείο παραπόνων αστυνομικού σταθμού, όπου έχει ελεύθερη πρόσβαση το κοινό, αποτελεί δημόσιο χώρο με την έννοια που αποδίδεται στον Ποινικό Νόμο, Κεφ. 154.» Παρομοίως στην παρούσα υπόθεση, αντικειμενικά κρινόμενη η συμπεριφορά της κατηγορουμένης με το φωνάζει και να εξυβρίζει τους αστυνομικούς δεν μπορεί παρά να οδηγούσε σε πιθανότητα διασάλευσης της ειρήνης σε ένα δημόσιο χώρο όπως είναι ο αστυνομικός σταθμός Λεμεσού. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι και η 4η κατηγορία έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω την κατηγορουμένη ένοχη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.