← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεώργιος Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 18900/07, 4.3.2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεώργιος Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 18900/07, 4.3.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18900/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Γεώργιος Ανδρέου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 4.3.2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κα Στ. Αντωνίου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Η επίδικη οδική συμπεριφορά έλαβε χώρα στις 11.2.2007 στις 11:50 στον Πύργο της Επαρχίας Λεμεσού. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το φορτηγό με αρ. εγγραφής WK 954 (εφεξής «το φορτηγό») στην οδό Ρήγαινας με βόρεια κατεύθυνση, ενώ ο δεκαεξάχρονος Αντώνης Δημητρίου οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής ΚΚΖ 315 (εφεξής «το μοτοποδήλατο») στην ίδια οδό με αντίθετη κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, το μοτοποδήλατο αρχικά ανατράπηκε και ακολούθως συγκρούστηκε με το φορτηγό, το οποίο εκείνη την ώρα προσπερνούσε αυτοκίνητο σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως η πορεία του φορτηγού. Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι το φορτηγό, στην προσπάθειά του να προσπεράσει το σταθμευμένο αυτοκίνητο, εισήλθε εντός της πλευράς κυκλοφορίας του μοτοποδηλάτου και του ανέκοψε την πορεία. Ένεκα της σύγκρουσης, ο νεαρός μοτοσικλετιστής τραυματίστηκε και διακομίστηκε στο νοσοκομείο. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον Αρχιαστυφύλακα 719 Πέτρο Νικολάου (Μ.Κ.1), τον Αντώνη Δημητρίου (Μ.Κ. 2) και τον Αστυφ. 797 Νίκο Νεοκλέους (Μ.Κ. 3). Ο Μ.Κ. 1, εξεταστής της υπόθεσης, κατέθεσε ότι στις 11.2.2007 επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος και βρήκε τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα στην τελική τους θέση. Ο Μ.Κ. 2 είχε ήδη διακομιστεί στο νοσοκομείο. Στην παρουσία του Κατηγορουμένου ο Μ.Κ. 1 βοήθησε το συνάδελφό του Μ.Κ. 3 να προβεί στις αναγκαίες μετρήσεις για την ετοιμασία πρόχειρου σχεδίου της σκηνής. Μετά τη διερεύνηση του δυστυχήματος, ο Μ.Κ. 1 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για αμελή οδήγηση και ο τελευταίος παραδέχθηκε. Ο Μ.Κ. 1 αρνήθηκε την υποβολή ότι καθοδήγησε τον Κατηγορούμενο να παραδεχθεί, αναφέροντάς του ότι δεν έχει σημασία η απάντησή του στη γραπτή κατηγορία και ότι όφειλε να παραδεχθεί από τη στιγμή που συνέβη το δυστύχημα. Ο Μ.Κ. 1 κατέθεσε επιπλέον ότι δεν διενεργήθηκε έλεγχος υπολογισμού της ταχύτητας του μοτοποδηλάτου από τα ίχνη τριβής που διέγραψε στην άσφαλτο, καθότι τέτοιος έλεγχος δύναται να διενεργηθεί μόνο όταν εντοπιστούν ίχνη τροχοπέδησης. Τα ίχνη τριβής που εντοπίστηκαν υποδηλώνουν ότι κάποιο μέρος του μοτοποδηλάτου σύρθηκε στην άσφαλτο. Ο Μ.Κ. 2, 18 χρόνων (16 κατά τον επίδικο χρόνο), μαθητής, κατέθεσε ότι είχε πάρει το μοτοποδήλατο του πατέρα του όταν αυτός απουσίαζε στο εξωτερικό. Ανέφερε ότι καθώς οδηγούσε στην οδό Ρήγαινας γύρω στις 11:50 στις 11.2.2007 με ταχύτητα 40-45 χ.α.ω. και χωρίς κράνος, σε κάποιο σημείο του δρόμου είδε ξαφνικά ένα φορτηγό που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση να εισέρχεται στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Ο Μ.Κ. 2 τότε εφάρμοσε τα φρένα, αλλά λόγω της μικρής απόστασης και λόγω του ότι το μοτοποδήλατο δεν σταματούσε, το έγειρε προς τα αριστερά για να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση με το φορτηγό. Το μοτοποδήλατο σύρθηκε με την αριστερή του πλευρά στην άσφαλτο, προσέκρουσε στη δεξιά μπροστινή πλευρά του φορτηγού και σφηνώθηκε κάτω από αυτό. Ο Μ.Κ. 2 κτύπησε με το δεξιό ώμο στην μπροστινή δεξιά πλευρά του φορτηγού, εκτινάχθηκε και κατέληξε στην άσφαλτο λίγα μέτρα πιο κάτω. Ακολούθως, διακομίστηκε στο νοσοκομείο. Ο Μ.Κ. 2 πρόσθεσε ότι την ώρα που έγινε το δυστύχημα, υπήρχε ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως η πορεία του φορτηγού. Κατά την προφορική του μαρτυρία, ο Μ.Κ. 2 κατέθεσε ότι είδε το φορτηγό για πρώτη φορά σε απόσταση 15 μέτρων περίπου, δηλαδή όταν ο ίδιος περνούσε από το σταυροδρόμι που φαίνεται στο σχέδιο. Το φορτηγό ακόμη βρισκόταν πίσω από το σταθμευμένο αυτοκίνητο. Συνεπώς ο Μ.Κ. 2 προχώρησε κανονικά, αλλά το φορτηγό άρχισε να κατευθύνεται δεξιά ως η πορεία του, δηλαδή κατά πάνω του Μ.Κ. 2, για να αποφύγει το σταθμευμένο αυτοκίνητο. Τότε ο Μ.Κ. 2 εφάρμοσε τα φρένα και έχασε τον έλεγχο του μοτοποδηλάτου, με αποτέλεσμα το μοτοποδήλατο να ανατραπεί και ακολούθως να συγκρουστεί με το φορτηγό, το οποίο στη συνέχεια ακινητοποιήθηκε. Ανέφερε επιπλέον ότι το μοτοποδήλατο δεν μπορεί να αναπτύξει ταχύτητα πάνω από 60 χ.α.ω. Ο Μ.Κ. 2 ισχυρίστηκε ότι μετά το δυστύχημα και μέχρι να τον παραλάβει το ασθενοφόρο δεν μίλησε με οποιοδήποτε στη σκηνή, ενώ ο Κατηγορούμενος παρέμεινε εντός του φορτηγού και δεν τον πλησίασε για να τον βοηθήσει. Δεν θυμόταν αν υπήρχε χώρος για να περάσει δίπλα από το φορτηγό, αλλά ήταν σίγουρος ότι το φορτηγό καταλάμβανε το μέγιστο μέρος του δρόμου. Ήταν η θέση του ότι το δυστύχημα επήλθε καθότι το φορτηγό έκανε απότομο ελιγμό κατά πάνω του. Ο Μ.Κ. 3 κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Μονής και μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος, όπου με τη βοήθεια του Μ.Κ. 1 έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε σχετικό σχέδιο. Ο Μ.Κ. 3 επεξήγησε στο Δικαστήριο το σχέδιο της σκηνής, αναφέροντας ότι το «Χ» είναι το σημείο ανατροπής του μοτοποδηλάτου, ενώ το «Χ1» είναι το σημείο σύγκρουσής του με το φορτηγό. Ο δρόμος έχει πλάτος 7 μέτρων και δεν υπάρχει μεσαία διαχωριστική γραμμή. Το σταθμευμένο αυτοκίνητο «Γ» βρισκόταν λιγότερο από ένα μέτρο εντός της αριστερής πλευράς του δρόμου ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Ανέφερε επιπλέον ότι το πλάτος του φορτηγού είναι 2,50μ. και ότι υπήρχε χώρος 2,30 μ. από τη δεξιά πλευρά του φορτηγού μέχρι το ανατολικό πεζοδρόμιο. Προσδιόρισε την ορατότητα του μοτοποδηλάτη (Μ.Κ. 2) στα 40 μέτρα και συμφώνησε με τη θέση της Υπεράσπισης ότι ο μοτοποδηλάτης είχε ορατότητα προς την πορεία του φορτηγού πολύ πριν από το σημείο το οποίο υπέδειξε ο ίδιος ο μοτοποδηλάτης ότι μπορούσε να δει το φορτηγό. Ο Μ.Κ.3 πρόσθεσε ότι στη σκηνή τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και ο αυτόπτης μάρτυρας (Μ.Υ.) του εξήγησαν τις συνθήκες του δυστυχήματος και ότι ο Μ.Υ. ανέφερε στην κατάθεσή του ότι είδε το μοτοποδήλατο να οδηγείται επικίνδυνα, να ξεφεύγει της πορείας του και να πηγαίνει κατ' ευθείαν προς το φορτηγό. Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε ένα μάρτυρα, τον Μιχάλη Παπαχαριδήμου (Μ.Υ.). Ο Κατηγορούμενος, 52 ετών, μηχανοδηγός, κατέθεσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το φορτηγό βόρεια στην οδό Ρήγαινας με χαμηλή ταχύτητα, καθότι μετέφερε χώμα. Σε κάποιο σημείο αντιλήφθηκε ένα αυτοκίνητο σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου και συνεπώς άρχισε σιγά-σιγά να το προσπερνά, αφήνοντας όμως χώρο στα δεξιά του για να μπορεί να περάσει άλλο όχημα εξ αντιθέτου. Όταν είχε περάσει δίπλα από το μισό αυτοκίνητο περίπου, είδε το μοτοποδήλατο να έρχεται εξ αντιθέτου με μεγάλη ταχύτητα, περίπου στο «Χ» επί του σχεδίου. Δεν μπορούσε να το δει πιο πριν λόγω της μειωμένης ορατότητας ένεκα της στροφής του δρόμου προς τα δεξιά ως η πορεία του. Ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ακινητοποίησε το φορτηγό και είδε το μοτοποδήλατο να ανατρέπεται και ακολούθως να σέρνεται και να προσκρούει στο φορτηγό. Δεν μπορούσε να κινηθεί αριστερά για να αποφύγει το μοτοποδήλατο λόγω του σταθμευμένου αυτοκινήτου στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε επίσης ότι κατέβηκε από το φορτηγό και έτρεξε να βοηθήσει το μοτοποδηλάτη και μαζί με τον Μ.Υ. που βρισκόταν στο μέρος ειδοποίησαν την Αστυνομία και ασθενοφόρο. Ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε επιπλέον ότι όταν έφθασε ο Μ.Κ. 3 στη σκηνή, σχολίασε με απορία το γεγονός ότι ο μοτοποδηλάτης ανατράπηκε ενώ υπήρχε αρκετός χώρος για να περάσει. Όσον αφορά την απάντησή του στη γραπτή κατηγορία ότι παραδέχεται, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Κ. 1 του είχε αναφέρει ότι θα μπορούσε να διαφοροποιήσει τη θέση του στο Δικαστήριο και ο Κατηγορούμενος θεώρησε ότι από τη στιγμή που συνέβη το δυστύχημα ήταν υπόχρεος να το παραδεχθεί. Σημειώνω ότι στη γραπτή κατάθεση που έδωσε ο Κατηγορούμενος στην Αστυνομία τη μέρα του δυστυχήματος, αναφέρει ότι είδε ξαφνικά τον μοτοποδηλάτη να έρχεται εξ αντιθέτου από απόσταση 50 μέτρων περίπου με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Όταν το μοτοποδήλατο πλησίασε στα 30 μέτρα, ο μοτοποδηλάτης έχασε τον έλεγχο του μοτοποδηλάτου και συνεπώς ο Κατηγορούμενος ακινητοποίησε το φορτηγό λόγω του ότι δεν είχε άλλο δρόμο διαφυγής. Ακολούθως το μοτοποδήλατο ανατράπηκε στην άσφαλτο, σύρθηκε προς το φορτηγό και επήλθε η σύγκρουση με το δεξί μπροστινό μέρος του φορτηγού. Σε συμπληρωματική κατάθεση που έδωσε ο Κατηγορούμενος στην Αστυνομία δύο βδομάδες μετά το δυστύχημα, προσθέτει ότι είχε εισέλθει στο μέσο του δρόμου για να περάσει ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΤΝ 860 και αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορούσε να αντιδράσει όταν είδε το μοτοποδήλατο να έρχεται κατά πάνω του και ακινητοποίησε το φορτηγό. Ο Μ.Υ., αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος, 32 ετών, καπετάνιος, κατέθεσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν με το αυτοκίνητό του σταματημένος στο Αλτ της οδού Λειβαδιού (πάροδος δυτικά της οδού Ρήγαινας σε απόσταση λίγων μέτρων από το σημείο σύγκρουσης) και ανέμενε να ελευθερωθεί η οδός Ρήγαινας για να στρίψει αριστερά (βόρεια). Καθώς ανέμενε στο Αλτ, είδε ξαφνικά από απόσταση 30 μέτρων περίπου ένα μοτοποδήλατο το οποίο οδηγείτο από ένα νεαρό χωρίς κράνος στην οδό Ρήγαινας με νότια κατεύθυνση και ιλιγγιώδη ταχύτητα. Όταν το μοτοποδήλατο πέρασε μπροστά από τον Μ.Υ., ο τελευταίος αντιλήφθηκε το μοτοποδηλάτη να ξεφεύγει της πορείας του με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο και το μοτοποδήλατο να ανατραπεί, και να συρθεί στην άσφαλτο και να προσκρούσει στο δεξιό μπροστινό μέρος του φορτηγού, το οποίο εκείνη την ώρα ερχόταν εξ αντιθέτου και βρισκόταν περίπου στο μέσο του δρόμου. Ο μοτοποδηλάτης, κατά την ανατροπή του μοτοποδηλάτου, σύρθηκε στην άσφαλτο και κτύπησε ελαφριά με το δεξί πόδι στη δεξιά πλευρά του φορτηγού. Ο Μ.Υ. αμέσως προσέτρεξε στο μέρος για βοήθεια και ειδοποίησε την Αστυνομία και ασθενοφόρο. Κατά την προφορική του μαρτυρία στο Δικαστήριο, ο Μ.Υ. αναφέρθηκε σε στροφή βόρεια του δρόμου, η οποία δεν απεικονίζεται στο σχέδιο της Αστυνομίας και λόγω της οποίας περιορίζεται η ορατότητα τόσο του μοτοποδηλάτη όσο και του Κατηγορουμένου. Ο Μ.Υ. χαρακτήρισε την ταχύτητα του μοτοποδηλάτου πολύ ψηλή σε σχέση με το δρόμο, ενώ η ταχύτητα του φορτηγού ήταν πάρα πολύ χαμηλή. Η αντίδραση του Κατηγορουμένου, σύμφωνα με τον Μ.Υ., στην ανεξέλεγκτη πορεία του μοτοποδηλάτου, ήταν να ακινητοποιήσει το φορτηγό, με αποτέλεσμα να περιοριστεί σημαντικά η σοβαρότητα του τραυματισμού του μοτοποδηλάτη. Ο Μ.Υ. διευκρίνισε ότι ο Κατηγορούμενος σταμάτησε το φορτηγό όταν ο μοτοποδηλάτης άρχισε να εφαρμόζει τα φρένα του. Σύμφωνα με τον Μ.Υ., ο μοτοποδηλάτης ξέφυγε της πορείας του λόγω του ότι πήρε τη στροφή με μεγάλη ταχύτητα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελέγξει το μοτοποδήλατο και να το διατηρήσει εντός της λωρίδας του, και να ανατραπεί. Ο Μ.Υ. ανέφερε επίσης ότι υπήρχε χώρος να περάσει το μοτοποδήλατο δίπλα από το φορτηγό, καθότι το φορτηγό, παρά το ότι βρισκόταν περίπου στο μέσο του δρόμου, δεν απέκλειε ουσιαστικά την αντίθετη πλευρά του δρόμου. Ο Μ.Υ. συμπέρανε επιπλέον ότι το μοτοποδήλατο ήταν ενισχυμένο λόγω της μεγάλης ταχύτητας και της εξάτμισης του exhaust. Ανέφερε επίσης ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε δει το μοτοποδηλάτη να οδηγεί το συγκεκριμένο όχημα επικίνδυνα στο χωριό. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ο Μ.Κ. 1 μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση καθότι κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και μετέφερε, ως εξεταστής της υπόθεσης, με αντικειμενικότητα τα ευρήματά του από τη σκηνή του δυστυχήματος. Οφείλω, όμως, να σχολιάσω αρνητικά το γεγονός ότι δεν φρόντισε να ελεγχθεί μηχανικά το μοτοποδήλατο από ειδικό τεχνικό, παρά το ότι υπήρχε ισχυρισμός από ανεξάρτητο αυτόπτη μάρτυρα για ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο Μ.Κ. 2 (μοτοποδηλάτης) δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση και ήταν ξεκάθαρο από τον τρόπο που απαντούσε ότι ήρθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να πείσει ότι ο ίδιος δεν ευθύνεται καθόλου για το δυστύχημα. Απαντούσε με ειρωνικό και αλαζονικό τρόπο και γενικά δεν ήταν καθόλου πειστικός, αφού ήταν φανερό ότι προσπαθούσε να αποκρύψει τα πραγματικά γεγονότα - σε αρκετές περιπτώσεις απλώς απαντούσε ότι δεν θυμόταν. Σημειώνω επιπλέον ότι η εκδοχή του μοτοποδηλάτη συγκρούεται ουσιαστικά τόσο με την πραγματική μαρτυρία στη σκηνή όσο και με τη μαρτυρία του αυτόπτη Μ.Υ. Η θέση του μοτοποδηλάτη ήταν ότι το φορτηγό έκανε απότομο ελιγμό προς τα δεξιά (ως η πορεία του φορτηγού) και κατευθύνθηκε κατά πάνω του. Η πραγματική μαρτυρία και η τελική θέση του φορτηγού, όμως, καταδεικνύουν ότι το φορτηγό ήταν σε παράλληλη με το δρόμο θέση - δεν είχε κλίση προς τα δεξιά. Είναι συνεπώς παντελώς παράλογος ο ισχυρισμός του μοτοποδηλάτη ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει την πορεία του και να περάσει δίπλα από το φορτηγό, επειδή το φορτηγό δήθεν συνέχιζε να κατευθύνεται κατά πάνω του. Όπως εξάλλου δεν αμφισβητείται, το φορτηγό κατά τον επίδικο χρόνο περνούσε δίπλα από σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου αυτοκίνητο, το οποίο εμπόδιζε την πορεία του. Επιπλέον, ο ισχυρισμός του μοτοποδηλάτη ότι εκινείτο με ταχύτητα 40-45 χ.α.ω. έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του αυτόπτη Μ.Υ., ο οποίος αναφέρθηκε σε πολύ ψηλή ταχύτητα του μοτοποδηλάτη και πάρα πολύ χαμηλή ταχύτητα του φορτηγού, καθώς και για άμεση ακινητοποίηση του φορτηγού μόλις εμφανίστηκε ο κίνδυνος μπροστά του και ειδικότερα το μοτοποδήλατο. Άλλωστε, υπήρχε αρκετός χώρος στην πλευρά του μοτοποδηλάτη (2,30μ.) για να περάσει δίπλα από το φορτηγό και να συνεχίσει κανονικά την πορεία του χωρίς πρόβλημα. Προφανώς ο μοτοποδηλάτης, λόγω απειρίας στην οδήγηση (16 ετών, χωρίς άδεια οδήγησης) και υπερβολικής ταχύτητας πάνω στη στροφή, δεν ήταν σε θέση να ελέγξει το μοτοποδήλατο όταν αντιλήφθηκε το φορτηγό στο δρόμο. Συνεπώς ο νεαρός μοτοποδηλάτης σε καμία περίπτωση δεν με έπεισε για τη δική του εκδοχή. Η μαρτυρία του Μ.Κ. 3 ήταν κάπως συγκεχυμένη και ασαφής και δεν ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστική. Σε αρκετές περιπτώσεις δεν θυμόταν καλά τα γεγονότα και διόρθωνε συνεχώς τον εαυτό του- για παράδειγμα αρχικά κατέθεσε ότι υπήρχαν ανοικτά χωράφια αριστερά από το φορτηγό, ενώ στη συνέχεια θυμήθηκε ότι επρόκειτο για κατοικημένη περιοχή εφόσον το αυτοκίνητο «Γ» ήταν σταθμευμένο έξω από σπίτι. Σε κάποιες περιπτώσεις χρειαζόταν να του επεξηγηθούν δύο και τρεις φορές οι ερωτήσεις για να μπορεί να επιχειρήσει να τις απαντήσει (για παράδειγμα για το θέμα της ορατότητας) και διαφάνηκε ότι δεν ήταν βέβαιος για αυτά που κατέθετε. Επιπλέον, κατά την αντεξέταση, απέφευγε επιμελώς να απαντήσει σε αρκετές ερωτήσεις και παρέπεμπε συνεχώς στον εξεταστή της υπόθεσης Μ.Κ. 1, επαναλαμβάνοντας τη θέση ότι απλώς ετοίμασε το σχέδιο και εκεί τελειώνει η ανάμιξή του στην υπόθεση. Εν τούτοις, είχε επισκεφθεί τη σκηνή του δυστυχήματος και είναι λογικά αναμενόμενο να ήταν σε θέση να γνωρίζει κάποια πράγματα. Ειδικότερα, ο Μ.Κ. 3 αρνείτο πεισματικά να αναφέρει ευθέως κατά πόσο υπήρχε χώρος να περάσει όχημα δίπλα από το φορτηγό και τελικά κατέθεσε ότι θεωρεί ότι το φορτηγό έκλεισε το δρόμο, παρά το ότι υπήρχε χώρος 2,30μ. Όσον αφορά το σχέδιο που ετοίμασε, σημειώνω ότι όλοι ανεξαιρέτως οι μάρτυρες αναφέρθηκαν σε στροφή του δρόμου προς τα ανατολικά, η οποία όμως δεν απεικονίζεται στο σχέδιο του Μ.Κ. 3, παρά το ότι είναι ουσιώδες στοιχείο. Ο Κατηγορούμενος ήταν λογικός στη δική του εκδοχή σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος, η οποία γενικά συνάδει τόσο με την πραγματική μαρτυρία όσο και με τη μαρτυρία του ανεξάρτητου αυτόπτη μάρτυρα. Σημειώνω, όμως, ότι δεν παραγνωρίζω την αντίφαση μεταξύ της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία και της προφορικής του μαρτυρίας σε σχέση με το πότε είδε για πρώτη φορά το μοτοποδήλατο να έρχεται εξ αντιθέτου με υπερβολική ταχύτητα. Ο Κατηγορούμενος δικαιολόγησε την αντίφαση αυτή λέγοντας ότι οι μετρήσεις που ανέφερε στην κατάθεσή του ήταν κατά προσέγγιση και ότι τη στιγμή που αντιλαμβάνεσαι έναν τέτοιο κίνδυνο δεν μπορείς να υπολογίσεις σωστά τις αποστάσεις. Ανέφερε επιπλέον ότι πιέστηκε να δώσει κατάθεση παρά το ότι δεν ήταν σε θέση να το πράξει, καθότι βρισκόταν σε κατάσταση σοκ. Θεωρώ ότι όλα αυτά είναι υπερβολές και υποδηλώνουν τον υπερβάλλοντα ζήλο του Κατηγορουμένου κατά την ένορκή του μαρτυρία να καταδείξει ότι δεν φέρει ευθύνη για το δυστύχημα και ότι ακινητοποίησε έγκαιρα και χωρίς καμιά καθυστέρηση το φορτηγό του. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου σε σχέση με τα γεγονότα μετά το δυστύχημα (τι του ανέφερε ο Μ.Κ. 3 στη σκηνή, γιατί παραδέχθηκε τη γραπτή κατηγορία κ.ο.κ.) θεωρώ ότι αυτά αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις για να ενισχύσουν τις θέσεις του. Σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να δεχθώ ότι πιέστηκε να παραδεχθεί τη γραπτή κατηγορία που του προσήφθη. Προφανώς ο Κατηγορούμενος θεώρησε τη δεδομένη στιγμή ότι ενδεχομένως να έφερε κάποια ευθύνη για το δυστύχημα και συνεπώς παραδέχθηκε. Ήταν δικαίωμά του βεβαίως να διαφοροποιήσει τη θέση αυτή όταν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. Ο Μ.Υ. μου δημιούργησε εξαιρετική εντύπωση ως μάρτυρας. Υπήρξε ανεξάρτητος αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος και κατέθεσε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα ακριβώς τι είδε να διαδραματίζεται στο δρόμο από το σημείο που βρισκόταν σταματημένος σε αναμονή στο Άλτ της πορείας του. Δεν γνωρίζει τον Κατηγορούμενο και δεν είχε κανένα λόγο να καταθέσει ψευδώς υπέρ του. Ενδεικτικό του ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε προσυνεννόηση ή συμφωνία μεταξύ του Κατηγορουμένου και του Μ.Υ. ήταν το γεγονός ότι ο τελευταίος δεν προέβαλε πανομοιότυπη εκδοχή με τον Κατηγορούμενο. Για παράδειγμα, ο Μ.Υ. κατέθεσε με κάθε ειλικρίνεια ότι δεν θυμόταν το σταθμευμένο αυτοκίνητο «Γ». Αν είχε έρθει στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να καταθέσει για να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο, θα αναφερόταν στο αυτοκίνητο αυτό, το οποίο σύμφωνα με τη θέση του Κατηγορουμένου έφερε μεγάλο μέρος της ευθύνης για το δυστύχημα, και το οποίο άλλωστε βρισκόταν πάνω στο σχέδιο. Σημειώνω επιπλέον ότι θεωρώ πολύ λογική την εξήγηση του Μ.Υ. ότι θεώρησε υπερβολική την ταχύτητα του μοτοποδηλάτη, έχοντας λάβει υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες του συγκεκριμένου δρόμου (ότι είναι στενός δρόμος σε χωριό, ότι υπάρχει στροφή κ.ο.κ.). Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι εξ ολοκλήρου τη μαρτυρία του Μ.Υ. Ευρήματα Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 11.2.2007 και περί ώραν 11:50 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το φορτηγό με αρ. εγγραφής WK 954 στην οδό Ρήγαινας στον Πύργο με βόρεια κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου λίγα μέτρα πριν από τη διασταύρωση με τις οδούς Λειβαδιού και Ελαιομύλου, το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΤΝ 860 βρισκόταν σταθμευμένο στη δυτική πλευρά του δρόμου, δηλαδή στα αριστερά ως η πορεία του φορτηγού. Σχεδόν το μισό αυτοκίνητο βρισκόταν εντός του δρόμου, στην πλευρά κυκλοφορίας του φορτηγού. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος άρχισε να το προσπερνά με πολύ χαμηλή ταχύτητα για να μπορέσει να συνεχίσει την πορεία του. Την ίδια ώρα ο Αντώνης Δημητρίου, 16 ετών τότε, οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής ΚΚΖ 315 στην οδό Ρήγαινας με νότια κατεύθυνση. Ο μοτοποδηλάτης πέρασε την προαναφερόμενη διασταύρωση με υπερβολική ταχύτητα, απώλεσε τον έλεγχο του μοτοποδηλάτου και ανατράπηκε. Το μοτοποδήλατο σύρθηκε για λίγα μέτρα στην άσφαλτο και προσέκρουσε στο δεξιό μπροστινό μέρος του φορτηγού. Κατά την ανατροπή, ο μοτοποδηλάτης σύρθηκε επίσης στην άσφαλτο και κτύπησε με το δεξί πόδι στη δεξιά πλευρά του φορτηγού. Εν τω μεταξύ ο Κατηγορούμενος, όταν αντιλήφθηκε τον μοτοποδηλάτη να χάνει τον έλεγχο του μοτοποδηλάτου που ερχόταν εξ αντιθέτου, ακινητοποίησε το φορτηγό, το οποίο εκείνη την ώρα βρισκόταν στη μέση του δρόμου καθότι δεν είχε ολοκληρώσει το προσπέρασμα του σταθμευμένου αυτοκινήτου. Ειδοποιήθηκε Αστυνομία και ασθενοφόρο, το οποίο μετέφερε τον μοτοποδηλάτη στο νοσοκομείο. Όσον αφορά το θέμα της ορατότητας, τόσο του Κατηγορουμένου προς την πορεία του μοτοποδηλάτη όσο και του μοτοποδηλάτη προς το φορτηγό, ήταν περιορισμένη λόγω της δεξιάς, ως η πορεία του φορτηγού, στροφής που υπάρχει στο δρόμο από το σημείο της διασταύρωσης και πιο βόρεια. Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια».[1] Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ό,τι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378. Επιπλέον, όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν, δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Κουμής ν. Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι ένα σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου αυτοκίνητο εμπόδιζε μερικώς την ελεύθερη πορεία του φορτηγού. Για να συνεχίσει την πορεία του ο Κατηγορούμενος ήταν υποχρεωμένος να προσπεράσει το αυτοκίνητο αυτό. Ούτε και υπήρχε συνεχόμενη μεσαία διαχωριστική γραμμή στο δρόμο, η οποία να απαγορεύει το προσπέρασμα. Ο Κατηγορούμενος άρχισε να το προσπερνά με χαμηλή ταχύτητα και αφήνοντας χώρο στην αντίθετη πλευρά κυκλοφορίας 2,30 μέτρων. Δεν είναι ρεαλιστικό να αναμένεται από έναν οδηγό, όταν βρεθεί αντιμέτωπος με ένα αυτοκίνητο το οποίο εμποδίζει την ελεύθερή του πορεία, καθότι είναι σταθμευμένο το μισό μέσα στο δρόμο, να μην επιχειρήσει να το παρακάμψει προσεκτικά για να προχωρήσει. Ούτε και είναι λογικό να αναμένεται ότι ο Κατηγορούμενος θα έπρεπε να ακινητοποιήσει το φορτηγό του και να αρχίσει να ψάχνει τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, το οποίο του έφρασσε το δρόμο, για να του ζητήσει να το μετακινήσει. Δεν παραγνωρίζω, βεβαίως, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είχε περιορισμένη ορατότητα προς την αντίθετη πορεία, λόγω της δεξιάς στροφής. Συνεπώς όφειλε να περάσει από το σταθμευμένο αυτοκίνητο με προσοχή και ειδικότερα με πολύ χαμηλή ταχύτητα, για να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει πιθανό κίνδυνο. Αυτό ακριβώς έπραξε ο Κατηγορούμενος στην υπό κρίση υπόθεση. Απόδειξη αυτού είναι το γεγονός ότι, όπως κατέθεσε ο αυτόπτης Μ.Υ., ο Κατηγορούμενος αντέδρασε δεόντως και ακινητοποίησε το φορτηγό χωρίς δυσκολία όταν αυτό κατέστη αναγκαίο. Θεωρώ ότι ο μέσος λογικός οδηγός κατά πάσα πιθανότητα θα ενεργούσε ως ενήργησε ο Κατηγορούμενος. Έχω την άποψη, με βάση την ενώπιόν μου μαρτυρία σε συνάρτηση με την κοινή λογική, ότι ο νεαρός μοτοποδηλάτης, όταν είδε το φορτηγό στο δρόμο απέναντί του, έχασε τον έλεγχο του μοτοποδηλάτου του και ανατράπηκε λόγω απειρίας στην οδήγηση (16 ετών) και υπερβολικής ταχύτητας πάνω στη στροφή και όχι λόγω της συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου. Επαναλαμβάνω ότι, όπως δεν αμφισβητείται, υπήρχε ελεύθερος χώρος 2,30 μέτρων στην πλευρά κυκλοφορίας του μοτοποδηλάτη. Θα μπορούσε ενδεχομένως να περάσει και αυτοκίνητο τύπου σαλούν, πόσο μάλλον ένα μοτοποδήλατο. Ως εκ τούτου, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι το φορτηγό έφραξε το δρόμο και απέκοψε την ελεύθερη πορεία του μοτοποδηλάτου. Απόλυτα σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Ουλούπη ν. Χρίστου κ.α.,
(1999)1 Α.Α.Δ. 1508, στη σελ. 1514, το οποίο και υιοθετώ: «Είναι νομολογημένο ότι ο οδηγός αυτοκινήτου έχει καθήκο να διατηρεί κατά την οδήγηση την αριστερά πλευρά του δρόμου εφόσον εξ αντιθέτου κινούνται άλλα οχήματα. Όταν εξ αντιθέτου δεν κινούνται άλλα οχήματα και δεν ανακόπτεται η πορεία τους δεν έχει τέτοιο καθήκον, όπως στην παρούσα έφεση που ο εφεσίβλητος προσπερνούσε σταθμευμένο αυτοκίνητο στην αριστερά πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία του.» (Σημειώνω μάλιστα ότι σε εκείνη την υπόθεση το πλάτος του δρόμου ήταν πιο στενό από την οδό Ρήγαινας). Συναφώς, δεν έχει αποδειχθεί ότι η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου υπήρξε η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος. Τούτων δεδομένων, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας οποιαδήποτε αμελή οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου ή εκ μέρους του παράλειψη επίδειξης εύλογης μέριμνας για άλλα πρόσωπα τα οποία χρησιμοποιούσαν το δρόμο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την Κατηγορία που αντιμετωπίζει. ........................................... Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: Αμελής Οδήγηση) [1] Βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.