← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννης Μακρής @ Κουκουρίκου, Αρ. Υπόθεσης: 17595/08, 4 Μαρτίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννης Μακρής @ Κουκουρίκου, Αρ. Υπόθεσης: 17595/08, 4 Μαρτίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B35 Αρ. Υπόθεσης: 17595/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Ιωάννης Μακρής @ Κουκουρίκου, εκ Λεμεσού Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 4 Μαρτίου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο: κα Πιερούδη Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε 24 συνολικά κατηγορίες που αφορούν τια αδικήματα της πλαστογραφίας, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και της κλοπής υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς. Τα αδικήματα καλύπτουν την περίοδο από τις 4.6.2007 έως τις 30.11.2007 και αφορούν 6 περιπτώσεις όπου ο κατηγορούμενος έκλεψε ισάριθμες επιταγές που στέλνονταν σε δικαιούχους δημοσίου βοηθήματος. Στην συνέχεια, ο κατηγορούμενος πλαστογράφησε τις πιο πάνω επιταγές υπογράφοντας στο όνομα των δικαιούχων και τις εξαργύρωσε εισπράττοντας το ποσό των επιταγών προς όφελος του. Το συνολικό ποσό που ο κατηγορούμενος απέσπασε με τον πιο πάνω τρόπο, ανέρχεται σε £1585,

  1. Ο κατηγορούμενος δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου. Βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες. Στην πρώτη περίπτωση, καταδικάστηκε από το Ε.Δ. Λεμεσού στις 4.3.2005 στην υπόθεση 10199/04, σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ½ ετών για τα ίδια αδικήματα με αυτά που αντιμετωπίζει στην παρούσα. Στην δεύτερη περίπτωση, καταδικάστηκε για τα ίδια επίσης αδικήματα, από το Ε.Δ. Λεμεσού στις 11.5.2007 στην υπόθεση 850/07, σε ποινές φυλάκισης 9 και 2 μηνών με τριετή αναστολή. Παρόλα αυτά, ένα μήνα μετά την πιο πάνω καταδίκη του, ο κατηγορούμενος διέπραξε τα υπό κρίση αδικήματα. Με αίτημα της υπεράσπισης και συναίνεση της κατηγορούσας αρχής, στην επιβολή ποινής στην παρούσα λαμβάνονται υπόψη τα γεγονότα των υποθέσεων 21043/08, 19760/08 & 15575/08 του Ε.Δ. Λεμεσού καθώς και η μη καταχωρηθείσα υπόθεση με στοιχεία Π/Φ/666/
  2. Όλες αφορούν τα ίδια ακριβώς αδικήματα με αυτά που ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε στην παρούσα υπόθεση και καλύπτουν την περίοδο από τον Οκτώβριο του 2007 έως και τον Φεβρουάριο του
  3. Πρόκειται για την κλοπή τεσσάρων επιταγών, την πλαστογραφία τους και την εξασφάλιση του ποσού των £1203.74 με ψευδείς παραστάσεις. Η συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής παρότι δέχθηκε την σοβαρότητα των αδικημάτων, επικαλέστηκε την επιείκεια του Δικαστηρίου λόγω των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με την έκθεση του γραφείου ευημερίας, ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 55 ετών και κατάγεται από την Λεμεσό. Είχε δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω της δολοφονίας του πατέρα του όταν ήταν ηλικίας 8 ετών, η οποία έγινε στην παρουσία του. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, την φροντίδα του ανέλαβε η μητέρα του. Φοίτησε μέχρι Γ' τάξη Γυμνασίου και στην συνέχεια λόγω προβλημάτων συμπεριφοράς, εισήχθη στην σχολή Λάμπουσας. Στην συνέχεια εργάσθηκε ως εργάτης στις οικοδομές. Το 1977 μετά από ατύχημα που υπέστη και λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας, σταμάτησε να εργάζεται στις οικοδομές και εργαζόταν σποραδικά σε νυκτερινά κέντρα ως σερβιτόρος. Την ίδια χρονιά, τέλεσε τον πρώτο του γάμο από τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά. Ο γάμος όμως αυτός διαλύθηκε λόγω προβλημάτων στις σχέσεις του ζεύγους. Σήμερα ο κατηγορούμενος λαμβάνει δημόσιο βοήθημα ενόψει του γεγονότος ότι αδυνατεί να εργαστεί λόγω προβλημάτων υγείας. Η συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε περαιτέρω στην αγόρευση της ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει δεύτερο γάμο με αλλοδαπή και έχει γίνει πρόσφατα πατέρας ενός μικρού βρέφους. Ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τώρα αλλάξει ζωή και ζήτησε όπως το Δικαστήριο του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία έστω σε αυτή την ηλικία να αποδείξει ότι στο μέλλον θα σέβεται τον νόμο και δεν θα επαναλάβει τα ίδια αδικήματα. Η συνήγορος παρέδωσε επίσης στο Δικαστήριο, ιδιόχειρη επιστολή του ιδίου του κατηγορουμένου, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Σε αυτή αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε από ανάγκη στα αδικήματα για τα οποία ήδη καταδικάστηκε στο παρελθόν. Προσπάθησε όπως είπε να αλλάξει αλλά η αστυνομία δεν τον άφηνε ήσυχο και τον καταδίωκε συνέχεια. Ζήτησε τέλος όπως του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία αφού είναι σίγουρος ότι αν καταδικαστεί σε φυλάκιση, η δεύτερη σύζυγος του θα φύγει στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να μην ξαναδεί το μικρό παιδί του. Η σοβαρότητα των αδικημάτων. Τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι πάρα πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα προκύπτει κυρίως από τις αυστηρές ποινές που προβλέπει ο νόμος. Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το αδίκημα ο νομοθέτης όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δ/ντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α

(2002)2 ΑΑΔ 575,580). Σύμφωνα δε με την Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 637, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Σύμφωνα με το άρθρο 336 του Ποινικού Κώδικα, η πλαστογραφία τραπεζογραμματίου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 14 χρόνων. Η ίδια ποινή προβλέπεται και για την κυκλοφορία πλαστού τραπεζογραμματίου δυνάμει του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα. Επιπλέον, η απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, τιμωρείται από το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα με φυλάκιση πέντε χρόνων ενώ η κλοπή υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 264 του Ποινικού Κώδικα με ποινή φυλάκισης επτά χρόνων. Η σοβαρότητα των αδικημάτων προκύπτει επίσης από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο σε σειρά αποφάσεων του, υπογραμμίζει ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων των συγκεκριμένων κατηγοριών, έγκειται στο στοιχείο της απάτης, της υπονόμευσης των συναλλαγών και των δοσοληψιών μεταξύ των πολιτών. Σχετική μεταξύ άλλων είναι η απόφαση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης, είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Περικλέους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 397 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200, στην οποία τονίστηκε παράλληλα ότι η πλαστογράφηση επιταγών, υπονομεύει την χρήση τους ως μέσο συναλλαγής, ζήτημα μεγάλης σημασίας για το δημόσιο. Θεώρηση της νομολογίας, καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα παρόμοιας φύσης όπως αυτά που διέπραξε ο κατηγορούμενος, είναι η στερητική της ελευθερίας. Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 540, ποινή φυλάκισης 15 μηνών για το αδίκημα της πλαστογραφίας τραπεζικής επιταγής σε συνδυασμό με ενεργοποίηση ποινής φυλάκισης 4 μηνών που επιβλήθηκε στα πλαίσια άλλης υπόθεσης που αφορούσε παρόμοια αδικήματα, κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο παρά τις δύσκολες, όπως χαρακτηρίστηκαν, οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου πατέρα 4 παιδιών, ως επιεικείς. Υπογραμμίστηκε για άλλη μια φορά η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των αδικημάτων αυτής της μορφής. Στην υπόθεση Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), το Εφετείο επικύρωσε τις επιβληθείσες στις κατηγορούμενες ποινές φυλάκισης 3, 3 και 1 ετών ως επίσης 4 ½, 4 ½ και 2 ετών για τα αδικήματα πλαστογραφίας επιταγής, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, χαρακτηρίζοντας μάλιστα την ποινή ως επιεική, στην έκταση που λήφθηκαν υπόψη 263 όμοια αδικήματα. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χατζημιτσή
(2005)2 Α.Α.Δ 101 όπου ο κατηγορούμενος, όπως και στην υπό συζήτηση περίπτωση, πλαστογραφούσε επιταγές τις οποίες έκλεβε και οι οποίες αφορούσαν συντάξεις ή δημόσια βοηθήματα, χρησιμοποιώντας τις για να αγοράσει διάφορα εμπορεύματα, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε την επιβληθείσα πρωτοδίκως ποινή φυλάκισης 10 μηνών έκδηλα ανεπαρκή, με αποτέλεσμα να αυξήσει την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης σε 3 χρόνια για τις κατηγορίες της πλαστογραφίας και 2 χρόνια για τις κατηγορίες της εξασφάλισης εμπορευμάτων και χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Στην υπόθεση Mashvili ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ 482, ποινή φυλάκισης 18 μηνών που επιβλήθηκε πρωτόδικα για τα αδικήματα της πλαστογραφίας επιταγής και κυκλοφορίας της πλαστής επιταγής και 12 μηνών για το αδίκημα της απόπειρας απόσπασης χρημάτων για ψευδείς παραστάσεις κρίθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο καθόλα δικαιολογημένες. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στην παρούσα, επαυξάνεται από το γεγονός της συστηματικής περιφρόνησης του νόμου αφού στην επιβολή ποινής λαμβάνονται υπόψη και σωρεία άλλων υποθέσεων που αφορούν τα ίδια αδικήματα. Το γεγονός επίσης ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες για τα ίδια αδικήματα, καταδεικνύει ότι οι ποινές που του επιβλήθηκαν δεν ήταν αρκετές να τον συνετίσουν ούτως ώστε να μην παραβαίνει τον νόμο. Είναι ενδεικτικό ότι ένα μήνα μετά την καταδίκη σε φυλάκιση με αναστολή, διέπραξε τα υπό κρίση αδικήματα της παρούσας αλλά και των άλλων υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη στην επιβολή ποινής. Πρέπει βέβαια να τονίσουμε ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν λαμβάνονται υπόψη για να τιμωρηθεί εκ νέου ο κατηγορούμενος για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί και για τα οποία εξέτισε την ποινή του. Η σημασία των προηγουμένων καταδικών είναι ότι στην ουσία, μειώνουν την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί στον κατηγορούμενο από το Δικαστήριο. Αυτό γιατί οι προηγούμενες καταδίκες αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορουμένου στην τήρηση των νόμων, επισημαίνοντας κατά πόσον ο κατηγορούμενος είναι άτομο επικίνδυνο για την κοινωνία (Βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ 17). Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 565 όπου λέχθηκε ότι ως γενική αρχή, με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει την μείωση την οποία θα είχε ως κατηγορούμενος με λευκό μητρώο. Όμως από την άλλη, ανεξάρτητα από το πόσο βεβαρημένο είναι το μητρώο των προηγούμενων καταδικών του, αυτό δεν θα δικαιολογήσει την επιβολή ποινής φυλάκισης πέραν από την παραδεκτή οροφή για τα γεγονότα του υπό κρίση αδικήματος. Στην παρούσα περίπτωση, ο κατηγορούμενος, κατάφερε να δημιουργήσει ένα πλούσιο ποινικό μητρώο. Οι προηγούμενες ποινές δεν τον συνέτισαν ούτως ώστε να εγκαταλείψει την εγκληματική του συμπεριφορά. Να σημειώσω ότι στην τελευταία του καταδίκη στις 11.5.2007 και παρότι βαρυνόταν με προηγούμενη ποινή φυλάκισης, το Δικαστήριο αποφάσισε να του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία και του επέβαλε ποινές φυλάκισης όχι άμεσης αλλά με αναστολή. Ο κατηγορούμενος όμως δεν άρπαξε αυτή την ευκαιρία που του δόθηκε. Στις 4.6.2007, σε ελάχιστο δηλαδή χρονικό διάστημα μετά την καταδίκη του, ξεκίνησε ένα νέο εγκληματικό γύρο κλοπής επιταγών και πλαστογραφίας τους με αποτέλεσμα να βρίσκεται σήμερα και πάλιν ενώπιον της δικαιοσύνης. Επαναλαμβάνω ότι ο κατηγορούμενος δεν δικάζεται ξανά για τα ίδια αδικήματα. Όμως το πλούσιο ποινικό του μητρώο, και η συστηματική περιφρόνηση του Νόμου εκ μέρους του, μειώνουν σημαντικά την επιείκεια που θα μπορούσε να του επιδείξει το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση. Ελαφρυντικοί παράγοντες Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει ασφαλώς το Δικαστήριο να επιλέξει και να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τον αδικοπραγούντα θα δικαιολογούσαν. Αποτελεί αξίωμα πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής ατονεί. Παράλληλα βεβαίως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση θα λάβω υπόψη όλα όσα ανέφερε η συνήγορος υπεράσπισης για μετριασμό της ποινής. Ιδιαίτερα λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή του κατηγορουμένου και η συνεργασία του με την αστυνομία καθώς και η μεταμέλεια του όπως έχει εκφραστεί δια μέσου της συνηγόρου του. Λαμβάνω επίσης υπόψη, τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως εμφαίνονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας και ιδιαίτερα το γεγονός ότι είναι σήμερα πατέρας ενός μικρού βρέφους. Πρέπει όμως να τονίσω ότι τα πιο πάνω μετριαστικά στοιχεία δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, την σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και τους μετριαστικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, καταδικάζω τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλάκισης τριών χρόνων σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Οι ποινές να συντρέχουν και να αρχίζουν από 11.2.2009, ημερομηνία που τέθηκε υπό κράτηση ο κατηγορούμενος. Θα προχωρήσω στην συνέχεια να εξετάσω κατά πόσον δικαιολογείται η ενεργοποίηση των ανασταλείσων ποινών φυλάκισης 9 και 2 μηνών αντίστοιχα που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στις 11.5.2007 στην υπόθεση 850/07 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού αφού τα υπό κρίση αδικήματα διεπράχθησαν εντός της περιόδου αναστολής. Σύμφωνα με το άρθρο 4.1 του «Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτέλεσης Ποινής Φυλάκισης εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου» Ν.95/72όπως τροποποιήθηκε, όταν ο κατηγορούμενος διαπράξει αδίκημα ενώ βρίσκεται σε ισχύ διάταγμα αναστολής προηγούμενης ποινής φυλάκισης, το Δικαστήριο, μπορεί να διατάξει την εκτέλεση της ανασταλείσας ποινής για την περίοδο για την οποία επιβλήθηκε ή για μικρότερη περίοδο, την τροποποίηση του αρχικού διατάγματος όσον αφορά την περίοδο εφαρμογής του διατάγματος για αναστολή ή να μη λάβει κανένα μέτρο σχετικά με την ανασταλείσα ποινή. Στην υπόθεση Λουκά ν. Αστυνομίας,
(1986)2 ΑΑΔ 141, λέχθηκε ότι όταν γίνεται παράβαση όρων της αναστολής, το πρωταρχικό ζήτημα που πρέπει να μελετηθεί είναι κατά πόσο η παράβαση αυτή είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα μειώνεται εξαιτίας οποιωνδήποτε περιπτώσεων. Τονίστηκε δε ότι το Δικαστήριο δεν εκδικάζει εκ νέου την ορθότητα της ποινής φυλάκισης που είχε επιβληθεί. Επίσης, η ενεργοποίηση δεν συνδέεται με την ομοιότητα του πρώτου και του δεύτερου αδικήματος. Εκτός αν αυτό θα ήταν άδικο λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών, διατάσσεται κατά κανόνα η ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής. (Βλ. επίσης Ευαγγέλου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 52). Στην υπόθεση Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 546, λέχθηκε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει τους λόγους αναστολής της ποινής. Αυτό που πρέπει να λαμβάνει υπόψη του είναι όπως η συνολική τιμωρία, ήτοι η ποινή επί του κυρίως αδικήματος και η ενεργοποιημένη ποινή, να μην είναι υπερβολική. Στην υπόθεση Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ 148, κρίθηκε από το Εφετείο ότι υπό τας περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης, η ενεργοποίηση κάποιου μέρους της ποινής, καθίστατο επιβεβλημένη για να μην απολέσει η φυλάκιση με αναστολή το νόημά της και για να μην εξασθενήσει ή εξουδετερωθεί η αποτελεσματικότητά της. Ως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 409, η ποινή φυλάκισης με αναστολή είναι ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς. Η αναστολή αναβάλλει την εκτέλεση της ποινής αλλά δεν αλλοιώνει τη φύση της. Σε περίπτωση παράβασης των όρων αναστολής, το υπόβαθρο πάνω στο οποίο διατάχθηκε η αναστολή καταρρέει και ο πρωταρχικός λόγος για μη ενεργοποίηση της φυλάκισης εξαφανίζεται. Στην παρούσα δεν έχει δοθεί καμιά δικαιολογία για την παράβαση των όρων αναστολής από τον κατηγορούμενο ούτε έχω εντοπίσει από τα γεγονότα της υπόθεσης, οιαδήποτε περιστατικά που να μειώνουν την βαρύτητα της παράβασης ή να καθιστούν την ενεργοποίηση άδικη. Αντιθέτως, το γεγονός ότι η αναστολή φυλάκισης δόθηκε από το Δικαστήριο στις 11.5.2007 και ο κατηγορούμενος στις 4.6.2007, ένα δηλαδή μήνα μετά ξεκίνησε ένα νέο εγκληματικό γύρο διαπράττοντας τα υπό κρίση αδικήματα, καταδεικνύει ότι δεν αντιλήφθηκε καθόλου την ευκαιρία που του δόθηκε από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, το υπόβαθρο για την αναστολή και οι λόγοι μη ενεργοποίησης της αρχικής ποινής δεν υφίστανται πλέον. Έχω δε την ισχυρή πεποίθηση ότι μη ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης στην παρούσα περίπτωση θα έχει ως αποτέλεσμα, η φυλάκιση με αναστολή να χάσει το νόημά της και να εξουδετερωθεί η αποτελεσματικότητά της (Βλ. Χριστοφίδης ανωτέρω). Περαιτέρω και έχοντας υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, κρίνω ότι η συνολική τιμωρία του κατηγορουμένου δεν θα είναι υπερβολική με την ενεργοποίηση 6 μηνών από την ανασταλείσα ποινή φυλάκισης. Διατάσσω ως εκ τούτου, ενεργοποίηση 6 μηνών από την ανασταλείσα ποινή φυλάκισης των 9 και 2 μηνών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στις 11.5.2007 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην υπόθεση 850/07. Η πιο πάνω ποινή να εκτελεστεί μετά την εκτέλεση των συντρεχουσών ποινών φυλάκισης 3 ετών που επιβλήθηκαν στην παρούσα υπόθεση. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.