← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Mussaab Al Yasin, Αρ. Υπόθεσης: 4268/09, 5 Μαρτίου, 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Mussaab Al Yasin, Αρ. Υπόθεσης: 4268/09, 5 Μαρτίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4268/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Mussaab Al Yasin Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 5 Μαρτίου, 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κα Κ. Πιερούδη Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, μετά από δική του παραδοχή, στις ακόλουθες κατηγορίες: 1η Κατηγορία: Πρόκληση του θανάτου της Χρυσταλλένης Ανδρέου, 65 ετών, τέως από τη Λεμεσό, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 2η Κατηγορία: Εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, κατά παράβαση του άρθρου 235Α

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 3η Κατηγορία: Χρήση μηχ. οχήματος χωρίς ασφάλεια υπέρ τρίτου 4η Κατηγορία: Μη συμμόρφωση με φώτα τροχαίας (πέρασε με κόκκινο φως). 5η Κατηγορία: Οδήγηση μηχ. οχήματος χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης 6η Κατηγορία: Χρήση μηχ. οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας 7η Κατηγορία: Χρήση μηχ. οχήματος με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας. Σημειώνεται ότι στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη, μετά από σχετική συναίνεση της Κ.Α. και του Κατηγορουμένου, και η υπόθεση 4279/09 που αφορά κατηγορίες για οδήγηση του μοτοποδηλάτου με αρ. εγγραφής QK 671 στις 23.9.2007 χωρίς ασφάλεια, άδεια οδήγησης, άδεια κυκλοφορίας και προστατευτικό κράνος, στις οποίες έχει επίσης βρεθεί ένοχος ο Κατηγορούμενος μετά από παραδοχή. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν, έχουν ως ακολούθως: Στις 10.2.09 και περί ώραν 10:15 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το σαλούν αυτοκίνητο με αρ. εγγρ. YS 145 στη Λεωφ. Σπ. Κυπριανού στη Λεμεσό με δυτική κατεύθυνση τηρώντας τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του. Την ίδια ώρα ο κ. Λουκάς Λουκά οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγρ. EXZ 288 στον ίδιο δρόμο εξ αντιθέτου. Ο Λουκά, πλησιάζοντας σε φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών, αντιλήφθηκε ότι στην πορεία του άναψε το κόκκινο φως και άρχισε να ελαττώνει ταχύτητα. Τότε είδε την πεζή κα Χρυσταλλένη Ανδρέου, 65 χρονών, να διασταυρώνει τη λεωφόρο από βόρεια προς νότια, από την εν λόγω διάβαση. Ο Κατηγορούμενος δεν σταμάτησε στο κόκκινο φως της πορείας του και συνέχισε ευθεία πορεία, με αποτέλεσμα να κτυπήσει την πεζή με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του και να την εκτινάξει στην άσφαλτο. Ακολούθως το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου παρεξέκλινε δεξιά και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του Λουκά εξ αντιθέτου και ακινητοποιήθηκε. Ο Κατηγορούμενος κατέβηκε και άρχισε να τρέχει, εγκαταλείποντας το μέρος. Ο κ. Ευάγγελος Ευαγγέλου, ο οποίος βρισκόταν σε ανεγειρόμενη οικοδομή πλησίον της σκηνής και είχε ακούσει τη σύγκρουση, άρχισε να καταδιώκει τον Κατηγορούμενο. Τελικά ο Κατηγορούμενος επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του κ. Νίκου Ματθαίου που ήταν σε αναμονή στη συμβολή των οδών Βασίλη Τσιτσάνη και Κατσαντωναίων και του ζήτησε να τον φυγαδέψει. Εκείνη τη στιγμή κατέφθασε περιπολικό της Αστυνομίας και παρέλαβε τον Κατηγορούμενο. Η πεζή διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί πολλαπλά κατάγματα και βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Μεταφέρθηκε στη συνέχεια σε κωματώδη κατάσταση στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Την επόμενη μέρα η πεζή υπέκυψε στα τραύματά της στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Στις 12.2.09 η Ιατροδικαστής Δρ. Ελένη Αντωνίου διενήργησε νεκροψία επί της σωρού της θανούσας και κατέληξε ότι ο θάνατός της προήλθε από πολυτραυματισμό συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Από σχετικό έλεγχο που διενήργησε η Αστυνομία, διαπιστώθηκε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν κάτοχος άδειας οδηγού και ότι οδηγούσε χωρίς ασφαλιστική κάλυψη και χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας και ότι η άδεια κυκλοφορίας είχε λήξει στις 31.12.
  1. Συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος και τέθηκε υπό κράτηση. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο απάντησε ότι είχε κάνει λάθος. Στην ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι αντιλήφθηκε την πεζή για πρώτη φορά σε απόσταση 10 μέτρων πριν τη σύγκρουση και ότι ακολούθως προσέκρουσε σε άλλο αυτοκίνητο και τράπηκε σε φυγή επειδή βρισκόταν παράνομα στην Κύπρο. Από μηχανικό έλεγχο που διενεργήθηκε στο αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου διαπιστώθηκε ότι ήταν σε καλή λειτουργική κατάσταση. Σημειώνεται επιπλέον ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο έβρεχε ελαφρά ενώ ο δρόμος ήταν ασφαλτοστρωμένος και σε άριστη κατάσταση. Στο σημείο του δυστυχήματος υπήρχε φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών «Γρηγόρης - Σταμάτης» με διακόπτη. Η ορατότητα του Κατηγορουμένου ήταν πέραν των 300 μέτρων. Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και δεν έχει βαθμούς ποινής. Η κα Πιερούδη, στην αγόρευσή της προς μετριασμό της ποινής, υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο της Κοινωνικής Έρευνας του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας ως προς τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου και πρόσθεσε ότι πρόκειται για μια κακή στιγμή, καθότι ο Κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την πεζή και το κόκκινο φως της πορείας του. Αναφέρθηκε στη βροχόπτωση και στα οχήματα αριστερά και δεξιά από το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, τα οποία ενδεχομένως να διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο στην παράλειψή του αυτή, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν ήταν σκόπιμη. Όσον αφορά τις κατηγορίες 3,5,6 και 7, η κα Πιερούδη ανέφερε ότι αυτές οφείλονται στο λυπηρό γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, όντας οικονομικός μετανάστης ο οποίος ήρθε στην Κύπρο από τη Συρία για να εργαστεί και να εξασφαλίσει τα προς το ζην του ιδίου και της οικογένειάς του στη Συρία, δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει τα τέλη για όλες τις αναγκαίες άδειες ούτως ώστε να οδηγεί το αυτοκίνητο νόμιμα. Η προτεραιότητά του ήταν η εργασία του για να δύναται να επιβιώσει ο ίδιος και η οικογένειά του και συνεπώς συνέχισε να οδηγεί το αυτοκίνητο παράνομα για να μεταβαίνει στην εργασία του. Η ευπαίδευτη συνήγορος αναφέρθηκε και στην άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου και εξέφρασε τη βαθύτατη θλίψη και μεταμέλειά του για το τραγικό αποτέλεσμα των πράξεών του. Το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας της Δημοκρατίας ετοίμασε Κοινωνική Έρευνα σε σχέση με τον Κατηγορούμενο, στην οποία γίνεται αναφορά στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες. Όπως αναφέρεται σε αυτήν, πρόκειται για 26χρονο έγγαμο άνδρα από τη Συρία, ο οποίος διαμένει στην Κύπρο σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα με δύο άλλα άτομα. Η 18χρονη σύζυγος και ο τετράχρονος υιός τους διαμένουν στη Συρία. Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια και φοίτησε μόνο 5 χρόνια στο Δημοτικό. Από πολύ νεαρή ηλικία πηγαινοερχόταν στο Λίβανο όπου εργάστηκε για συνολική περίοδο δύο χρόνων σε οικοδομικές εργασίες. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και ακολούθως παντρεύτηκε αλλά δεν κατέστη δυνατό να εργοδοτηθεί στη χώρα του. Ήλθε στην Κύπρο, όπου βρίσκεται τα τελευταία 10 χρόνια ο αδελφός του, τον Νοέμβριο του 2006 μέσω των κατεχομένων και έκτοτε απασχολείται ως καλουψιής με ημερομίσθιο €
  2. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει ότι όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τέσσερα χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα € 4271 (Λ.Κ. 2500). Η σοβαρότητα που προσδίδεται από το νομοθέτη στο αδίκημα προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, το οποίο πάντα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιβολή της ποινής (βλ. Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527). Πέραν των προνοιών του πιο πάνω άρθρου, τα άρθρα 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να στερήσει από τον καταδικασθέντα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, καθώς και να επιβάλει 5-10 βαθμούς ποινής. Αποτελεί τραγικό γεγονός, το οποίο δεν αφήνει αδιάφορη τη Δικαιοσύνη, ότι τα θανατηφόρα ατυχήματα έχουν καταστεί μάστιγα για την Κυπριακή κοινωνία. Έχει επανειλημμένα επισημανθεί από τα Δικαστήρια ότι τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής του είδους της ποινής, όσο και του ύψους της. Τονίστηκε ακόμα ότι τα Δικαστήρια δεν μπορούν να αδιαφορούν μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο και ότι αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως στόχο την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που, στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας (Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232, στη σελ.238). Όπως προκύπτει από τη σχετική Νομολογία, σε αυτής της φύσεως υποθέσεις το Δικαστήριο καταλήγει στην αρμόζουσα ποινή ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του Κατηγορουμένου και έχοντας κατά νούν ότι η επικίνδυνη οδήγηση και τα σοβαρά επακόλουθά της στοιχίζουν και χρήμα και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής σχετίζεται άμεσα με την υφή της αμέλειας, με την έκτασή της, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του Κατηγορουμένου, οι οποίες οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση πάντοτε με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, οι οποίες ασφαλώς και ως καθιερωμένη αρχή δικαίου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη[1]. Καθοριστικός παράγοντας στην απόφαση του Δικαστηρίου ως προς το είδος της ποινής είναι το κατά πόσο πρόκειται για περίπτωση στιγμιαίας αβλεψίας ή για εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας άλλων προσώπων και αδιαφορία περί αυτής. Ειδικότερα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355: «Στις περιπτώσεις που το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδηγού, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός εάν υπάρχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Σε περιπτώσεις που το θανατηφόρο ατύχημα προξενείται από εγωϊστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών, ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορουμένου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού.».[2] Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του Κατηγορουμένου εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Ως επιβαρυντικός παράγοντας λογίζεται η ύπαρξη άλλων αδικημάτων που διαπράχθηκαν κατά τον ίδιο χρόνο, καθώς και σχετιζόμενων παραβάσεων[3]. Στην παρούσα περίπτωση διαπράχθηκαν ακόμη 6 αδικήματα, το σοβαρότερο από τα οποια είναι η εγκατάλειψη της σκηνής του ατυχήματος. Το άρθρο 235Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει ότι όποιος, αφού εμπλακεί σε ατύχημα το οποίο προκαλεί το θάνατο ή σωματική βλάβη σε άλλο πρόσωπο, εγκαταλείπει τον τόπο του ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες (€1708) ή και στις δύο αυτές ποινές. Επιπλέον, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι, πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται δυνάμει του εδαφίου
(1)στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν είναι μικρότερη του ενός χρόνου από της ημερομηνίας της καταδίκης. Η όλη συμπεριφορά ατόμου που, μετά από ατύχημα, εγκαταλείπει τη σκηνή χωρίς να ενδιαφερθεί για την τύχη των επηρεαζομένων, και χωρίς την παροχή σε αυτούς οιασδήποτε βοήθειας, αποτελεί αντικοινωνική και εγωιστική συμπεριφορά. Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής ώστε να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245). Η εξατομίκευση αυτή, όμως, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής, ειδικά σε περιπτώσεις όπως τα θανατηφόρα ατυχήματα. Όπως έχει αποφασιστεί, σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, άνκαι είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας.[4] Μελετώντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σημειώνω ότι η αμέλεια του Κατηγορουμένου έγκειται στο ότι απέτυχε να σταματήσει στο κόκκινο φως της πορείας του αλλά και να εντοπίσει έγκαιρα την πεζή στο δρόμο παρά το ότι είχε ορατότητα 300 μέτρων. Όπως φαίνεται από το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος Τεκμήριο Α, το αυτοκίνητο δεν άφησε καν ίχνη τροχοπέδησης πριν το σημείο σύγκρουσης, κάτι που θα καταδείκνυε ότι είχε εφαρμόσει τα φρένα σε μια προσπάθεια αποφυγής της σύγκρουσης. Όπως επίσης προκύπτει από το Τεκμήριο Α, η πεζή είχε διανύσει 8,50 μέτρα στο δρόμο πριν τη σύγκρουση και ειδικότερα είχε καλύψει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας για ανατολική κατεύθυνση και μέρος της πρώτης εκ των δύο λωρίδων για δυτική κατεύθυνση, όπου εκινείτο ο Κατηγορούμενος. Αφού κτύπησε την άτυχη πεζή, η οποία διασταύρωνε καθόλα νομότυπα από φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών με πράσινο φως στην πορεία της, προσέκρουσε στο αυτοκίνητο που βρισκόταν εξ αντιθέτου και ακολούθως τράπηκε σε φυγή, εγκαταλείποντας την πεζή αβοήθητη. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μετριαστικός παράγοντας το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος εγκατέλειψε τη σκηνή λόγω του ότι φοβήθηκε επειδή ήταν παράνομος. Όσον αφορά την ελαφριά βροχόπτωση, θα έπρεπε να ωθήσει τον Κατηγορούμενο να επιδείξει αυξημένη προσοχή, ιδίως καθώς οδηγούσε σε πολυσύχναστη λεωφόρο της Λεμεσού και πλησίαζε φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών, στην οποία είναι λογικά αναμενόμενο ότι θα υπάρχουν πεζοί οι οποίοι θα επιχειρούν τη διασταύρωση του δρόμου όταν το φως στην πορεία τους ανάψει πράσινο. Οι πεζοί θα πρέπει να αισθάνονται ότι μπορούν να διασταυρώνουν με ασφάλεια το δρόμο όταν πρόκειται για φωτοελεγχόμενη διάβαση. Ως επιβαρυντικό παράγοντα θεωρώ το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς άδεια οδηγού και χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης και καταλληλότητας. Δεν μπορώ να παραγνωρίσω τις ευνόητες σοβαρές επιπτώσεις στην οικογένεια του θύματος της ανασφάλιστης οδήγησης. Είναι σαφές ότι η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, σωρευτικά ιδωμένη, δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως αποτέλεσμα εγωιστικής οδήγησης και αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων και οι επιβαλλόμενες ποινές πρέπει να αντανακλούν την ανάγκη αποτροπής της. Σημειώνω επιπλέον ότι, όπως προκύπτει από την υπόθεση 4279/09, η οποία λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και στην οποία η ημερομηνία διάπραξης των εκεί αδικημάτων είναι 23.9.2007, τα διαδραματισθέντα στις 10.2.2009 προφανώς δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Κατηγορούμενος οδήγησε μηχανοκίνητο όχημα χωρίς άδεια και ασφάλεια. Δεν παραγνωρίζω ότι η περίπτωση εκείνη αφορούσε μοτοποδήλατο και όχι αυτοκίνητο. Παρομοίως, δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να εξασφαλίσει τις αναγκαίες άδειες. Σε καμία περίπτωση όμως δεν νομιμοποιείται, λόγω της οικονομικής αδυναμίας του, να οδηγεί χωρίς άδεια και ασφάλεια, αδιαφορώντας για τις ενδεχόμενες συνέπειες σε τρίτα πρόσωπα από ανασφάλιστη οδήγηση. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να στείλει το μήνυμα, ιδιαίτερα σε νεαρά πρόσωπα που χρησιμοποιούν τους δρόμους χωρίς τις αναγκαίες άδειες, ότι απερίσκεπτες συμπεριφορές που στοιχίζουν ζωές, πόνο και χρήματα, δεν μπορούν πλέον να γίνονται ανεκτές (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου, βλ. υποσημείωση). Λαμβάνω υπόψη όλα τα πιο πάνω, καθώς και όλους τους μετριαστικούς παράγοντες που έχουν αναφερθεί. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, την ηλικία του, τη μεταμέλειά του και την άμεση παραδοχή του τόσο ενώπιον των αστυνομικών αρχών όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Λαμβάνω επίσης υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες, όπως εκτέθηκαν ενώπιόν μου και διαφαίνονται λεπτομερώς και από την Κοινωνική Έρευνα. Είναι σαφές ότι πρόκειται για έναν άνδρα με χαμηλό επίπεδο μόρφωσης, σε άθλια οικονομική κατάσταση, ο οποίος έχει περάσει πολύ δύσκολα παιδικά και εφηβικά χρόνια και είχε ως προτεραιότητα την επιβίωση της οικογένειάς του στη Συρία. Όλοι οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί ειδικότερα σε σχέση με την 1η Κατηγορία. Δεδομένης όμως και της ανάγκης για αποτροπή τέτοιας οδικής συμπεριφοράς, έχοντας εξετάσει τα ενώπιόν μου πραγματικά και νομικά δεδομένα καθώς και τις συνθήκες οι οποίες περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων και καθοδηγούμενη από τη σχετική νομολογία όπως συνοψίζεται πιο πάνω, καταλήγω ότι η κατάλληλη ποινή δεν μπορεί να είναι άλλη από ποινή στερητική της ελευθερίας και στέρηση της άδειας οδήγησης για ορισμένο χρονικό διάστημα. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο στην 1η Κατηγορία ποινή φυλάκισης 2½ ετών αρχομένης από την ημερομηνία προφυλάκισής του. Ο Κατηγορούμενος αποστερείται περαιτέρω του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Έχοντας κατά νουν την αρχή της συνολικότητας των ποινών, δεν επιβάλλεται καμία ποινή στις Κατηγορίες 2-7. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής. Το άρθρο 3
(2)του Νόμου 95/72 αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι χωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της[5]. Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλάκισης έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου[6]. Όπως έχει σημειωθεί στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου (βλ. υποσημείωση) με αναφορά στη Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1976)2 J.S.C. 386, μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, θεωρώ ότι τα περιστατικά της υπόθεσης και οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων είναι τέτοιες που δεν επιτρέπουν την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, οι δε προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου έχουν ήδη ληφθεί υπόψη ως μετριαστικοί παράγοντες στην επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής και δεν είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή. ........................................... Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παμπακά κ.α. ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487 και επαναλήφθηκε μεταξύ άλλων στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331. Βλ. επίσης Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109. [2] Βλ. επίσης Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω), Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 115, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 453 . [3] Βλ. R. v. Boswell [1984] 3 All E.R. 353. [4] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου, πιο πάνω, Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ, 57, 62. [5] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94) [6] Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.