Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννης Ορθοδόξου, Αρ. Υπόθεσης: 7385/08, 9 Μαρτίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B37 Αρ. Υπόθεσης: 7385/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Ιωάννης Ορθοδόξου, εκ Λεμεσού Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 9 Μαρτίου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο: κος Σοφρονίου Κατηγορούμενος: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις δύο πρώτες κατηγορίες που αφορούν αδικήματα άσκησης βίας στην πρώην σύζυγο του και στην παρουσία ανηλίκων μελών της οικογένειας κατά παράβαση των άρθρων 2 & 3 του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου (Ν.119
(1)/2000). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 10 Νοεμβρίου 2007, άσκησε βία στην εν διαστάσει σύζυγο του, στην παρουσία τριών ανηλίκων μελών της οικογένειας με αποτέλεσμα να προκαλέσει άμεσα ψυχική βλάβη σε αυτή (1η κατηγορία) αλλά και με ενδεχόμενο πρόκλησης ψυχικής βλάβης στους ανηλίκους (2η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει επιπλέον την 3η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της επίθεσης εναντίον οργάνου της τάξης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος την ίδια ημερομηνία επιτέθηκε εναντίον του Λοχ. 4822 κατά την δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του. Μετά τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση, η δημόσια κατήγορος υπέβαλε αίτημα για τροποποίηση του κατηγορητηρίου με την προσθήκη 4ης κατηγορίας. Η προτεινόμενη νέα κατηγορία, αφορά αδίκημα για κατ' ισχυρισμό κοινή επίθεση του κατηγορουμένου κατά της εν διαστάσει συζύγου του, η οποία διενεργήθηκε την ίδια ημερομηνία με τις πρώτες τρεις κατηγορίες. Στηρίζεται όπως και οι άλλες κατηγορίες επίσης στον Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμο αλλά και στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα. Ο συνήγορος υπεράσπισης, έφερε ένσταση στην αιτούμενη τροποποίηση. Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορία της κοινής επίθεσης, εμπεριέχεται ήδη στην 1η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της άσκησης βίας στην οικογένεια και δεν έχει να προσθέσει οτιδήποτε το καινούργιο στο κατηγορητήριο. Σημείωσε δε ότι η 1η κατηγορία είναι από άποψη ποινής, σοβαρότερο αδίκημα από αυτό της κοινής επίθεσης που επιχειρείται να προστεθεί. Ήταν ως εκ τούτου η θέση του ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Υποστηρίχθηκε επίσης από τον συνήγορο υπεράσπισης ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος τροποποίησης αφού η υπόθεση έχει ήδη οριστεί για ακρόαση. Η δημόσια κατήγορος στην δική της αγόρευση, διευκρίνισε ότι η προτεινόμενη κατηγορία αφορά στο ίδιο επεισόδιο στο οποίο στηρίζονται και οι υπόλοιπες κατηγορίες. Ισχυρίστηκε όμως ότι πρόκειται για ένα εντελώς διαφορετικό αδίκημα που δεν συμπεριλήφθηκε στο κατηγορητήριο. Ανέφερε περαιτέρω ότι από την τροποποίηση δεν θα επηρεαστούν τα δικαιώματα της υπεράσπισης αφού η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη αρχίσει. Νομική πτυχή Το αίτημα στηρίζεται στο άρθρο 83.1 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου το οποίο έχει ως ακολούθως: «Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο . είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου . είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης». Στο σύγγραμμα των Λοϊζου και Πική "Criminal Procedure in Cyprus" στη σελίδα 71, αναφέρονται τα πιο κάτω σε σχέση με την τροποποίηση του κατηγορητηρίου: "The Criminal Procedure Law, Cap.155 confers wide powers on the court to amend a defective charge during the trial, where the charge or information is defective in substance or in form by the alteration of the charge i.e. by amending either the description of the offence, or the particulars thereto or both, or by substitution or addition of a new count, as the court thinks necessary to meet the circumstances of the case." Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η τροποποίηση κατηγορητηρίου, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που ασκείται με γνώμονα την απονομή δικαιοσύνης. Η ανάγκη για τροποποίηση μπορεί να εγερθεί για διάφορους λόγους, όπως: (α) για να διορθώσει ασυμφωνία μεταξύ των λεπτομερειών αδικήματος με τη μαρτυρία που ήδη προσφέρθηκε. (β) για να δοθούν περαιτέρω και ακριβέστερες λεπτομέρειες ώστε να καταστεί δυνατή η ετοιμασία της υπεράσπισης με βεβαιότητα. (γ) για να προστεθεί κατηγορία που να περιλαμβάνει αδίκημα που αποκαλύφθηκε από τη μαρτυρία. Ένας άλλος σχετικός παράγοντας σύμφωνα με το ίδιο σύγγραμμα, είναι κατά πόσο η τροποποίηση είναι ουσιαστικού χαρακτήρα ή αν σκοπός της είναι η διόρθωση λανθασμένης αναφοράς. Σκοπός των προνοιών των άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ. 155, είναι να παράσχουν στα Δικαστήρια τη δυνατότητα να απονέμουν δικαιοσύνη. Σχετική είναι μεταξύ άλλων η υπόθεση Fatma Mehmet v. The Police
(1970)2 C.L.R. 62, στην οποία λέχθηκε ότι σκοπός των πιο πάνω προνοιών του νόμου, είναι να παράσχουν στα Δικαστήρια τη δυνατότητα να απονέμουν δικαιοσύνη στην περίπτωση κατά την οποία απλές παρατυπίες μπορούσαν να οδηγήσουν στην αθώωση κατηγορούμενου παρά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, όπως είχε συμβεί σε πολλές υποθέσεις πριν τη θέσπιση των εν λόγω άρθρων. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι ένα κατηγορητήριο, μπορεί να θεωρηθεί ως ελαττωματικό όταν δεν περιέχεται σε αυτό κατηγορία για αδίκημα που αποκαλύπτεται στη μαρτυρία ή που το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου δεν συνάδει με τη μαρτυρία που δόθηκε στη δίκη. (Βλ. Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R. 96, Αttorney-General v. Kyprianou
(1988)2 C.L.R. 209, Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, 464). Ενδελεχής ανάλυση του όρου «ελαττωματικό κατηγορητήριο», δόθηκε στην υπόθεση Pouris v. The Rebublic
(1983)2 C.L.R 148. Έγινε από το Εφετείο εκτενής αναφορά στη Αγγλική Νομολογία και υιοθετήθηκε η ερμηνεία που έδωσαν στον όρο οι Αγγλικές αποφάσεις R v. Smith and others 34 Cr. App. R 168 και R v. Martin
(1962)1 Q.B 22. Είναι σημαντικό όμως να τονισθεί ότι κατά την εξάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιωθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν επηρεάζεται δυσμενώς από την τροποποίηση. Η υπεράσπιση ενός κατηγορούμενου, μπορεί να επηρεασθεί αν μια εντελώς νέα κατηγορία εμφανισθεί εναντίον του, την οποία δεν μπορούσε λογικά να προβλέψει. Στην πρακτική, άδεια για τροποποίηση δίνεται εύκολα στα αρχικά στάδια της δίκης, νοουμένου ότι το αντικείμενο της τροποποίησης σχετίζεται με τις κατηγορίες που ήδη περιέχονται στο κατηγορητήριο. Η πιθανότητα δυσμενούς επηρεασμού του κατηγορουμένου, καθίσταται μεγαλύτερη όσο πιο προχωρημένο είναι το στάδιο της δίκης αλλά ακόμα και τότε, μπορεί να εγκριθεί η τροποποίηση αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η υπεράσπιση του κατηγορούμενου δεν παραβλάπτεται. Τροποποίηση μπορεί να εγκριθεί στην κατάλληλη περίπτωση, ακόμα και στο στάδιο της συμπλήρωσης της υπόθεσης της κατηγορίας. Στην απόφαση Συμβούλιο Βελτιώσεως Ξυλοφάγου ν. Γιαννάκη Κούμα,
(1997)2 Α.Α.Δ 99, το Εφετείο δεν επενέβη στην εξάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που απέρριψε προσθήκη δεύτερης κατηγορίας λόγω της μεγάλης εκκρεμότητας της υπόθεσης για ένα μη σοβαρό αδίκημα όπως ήταν αυτό της πλανοδιοπώλησης. Τέτοια προσθήκη αδικήματος, άσχετου στο νομικό του περιεχόμενο με την αρχική κατηγορία, κρίθηκε ότι θα επηρέαζε τα δικαιώματα του κατηγορούμενου για εκδίκαση μιας μη σοβαρής υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές σε συνδυασμό με τα γεγονότα της υπόθεσης, κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί κατά του αιτήματος τροποποίησης. 'Όπως πολύ σωστά έχει επισημανθεί από τον συνήγορο υπεράσπισης, το αδίκημα της κοινής επίθεσης εμπερικλείεται στο αδίκημα της 1ης κατηγορίας που αφορά την άσκηση βίας στην οικογένεια. ηΗ Η έννοια της βίας, καθορίζεται για τους σκοπούς του Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου, στο άρθρο 3
(1)του ιδίου του νόμου. Απλή ανάγνωση της νομοθετικής αυτής διάταξης, καταδεικνύει ότι στην έννοια της βίας που απαιτείται για να αποδειχθεί αδίκημα βίας στην οικογένεια, συμπεριλαμβάνονται και τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κοινής επίθεσης όπως καθορίστηκαν στην νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων R v. Vienna
(1975)3 All E.R 788 και Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574). Η διαφορά μεταξύ των δύο, είναι ότι η βία στην οικογένεια ως εξειδικευμένο αδίκημα βίας, προϋποθέτει όπως η επίθεση ασκείται εναντίον μέλους της οικογένειας από άλλο μέλος της και όπως αυτή προκαλεί κάποιου είδους σωματική, σεξουαλική ή ψυχολογική βλάβη σε αυτό. Η έννοια της επίθεσης όμως όπως έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, εξακολουθεί να αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της βίας στην οικογένεια. Προς την κατεύθυνση αυτή, συνηγορούν και οι πρόνοιες του ιδίου του Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου (Ν.119(Ι) 2000). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(4), το αδίκημα της Βίας στην Οικογένεια τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέντε ετών εκτός των περιπτώσεων της κοινής επίθεσης όπου η ποινή καθορίζεται στα δύο έτη φυλάκισης. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι σε περίπτωση αδικήματος βίας στην οικογένεια όπου αυτό δεν συνοδεύεται από πραγματική σωματική βλάβη αλλά συνιστά κοινή επίθεση σε άλλο μέλος της οικογένειας τότε και πάλιν αποδεικνύεται το αδίκημα με την διαφορά ότι η προβλεπομένη ποινή μειώνεται στα δύο αντί στα πέντε έτη φυλάκισης. Θα πρόσθετα μάλιστα ότι στην περίπτωση που αποδειχθεί η επίθεση αλλά δεν αποδειχθούν τα επί μέρους στοιχεία του αδικήματος της βίας στην οικογένεια όπως π.χ η ιδιότητα του μέλους της οικογένειας, το Δικαστήριο θα μπορούσε στο τέλος της δίκης να καταδικάσει τον κατηγορούμενο χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου για το αδίκημα της κοινής επίθεσης. Αυτό δυνάμει του άρθρου 85
(1)του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο δύναται να καταδικάσει τον κατηγορούμενο χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου, στην περίπτωση που στο τέλος της Δίκης αποδεικνύεται μέρος μόνο του κατηγορητηρίου, το οποίο από μόνο του συνιστά ποινικό αδίκημα. Έχω ως εκ τούτου την πεποίθηση ότι η πρόσθεση της προτεινομένης 4ης κατηγορίας όχι μόνον δεν είναι αναγκαία για σκοπούς σωστής απονομής της δικαιοσύνης αλλά θα αποτελούσε και αδικαιολόγητο πλεονασμό όπως είναι σήμερα διατυπωμένο το κατηγορητήριο. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η τροποποίηση του κατηγορητηρίου με την προσθήκη 4ης κατηγορίας για το αδίκημα της κοινής επίθεσης. Το αίτημα της κατηγορούσας αρχής ως εκ τούτου, απορρίπτεται. ............ Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο