Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ευάγγελος Κωνσταντίνου, Αρ. Υπόθεσης: 245/08, 11 Μαρτίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B39 Αρ. Υπόθεσης: 245/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Ευάγγελος Κωνσταντίνου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 11 Μαρτίου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο: κος Παναούτας Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε πέντε συνολικά κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση των άρθρων 270(β) και 255 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος κατά τους επίδικους χρόνους εργαζόταν ως επιδότης σε ιδιωτική εταιρεία, η οποία ήταν επιφορτισμένη με την επίδοση ποινικών υποθέσεων. Μεταξύ των καθηκόντων του κατηγορουμένου στα πλαίσια της εργασίας του, ήταν και η επίδοση κατηγορητηρίων σε κατηγορουμένους για αδικήματα παράλειψης πληρωμής εισφορών στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Είναι παραδεκτό ότι ο κατηγορούμενος μεταξύ Ιουλίου και Αυγούστου 2007 σε πέντε περιπτώσεις με την επίδοση του κατηγορητηρίου, εισέπραξε ταυτόχρονα από πέντε διαφορετικούς κατηγορούμενους, τα ποσά που όφειλαν στις κοινωνικές ασφαλίσεις με την υπόσχεση ότι θα τα πληρώσει εκ μέρους τους ούτως ώστε να αποσυρθούν οι υποθέσεις και να μην χρειαστεί να εμφανιστούν στο Δικαστήριο. Με τον τρόπο αυτό, εισέπραξε από τους πέντε παραπονούμενους, το συνολικό ποσόν των £1362,
- Ο κατηγορούμενος όμως αντί να καταθέσει τα χρήματα αυτά στο ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων, τα οικειοποιήθηκε λόγω δικών του προσωπικών προβλημάτων. Θεώρησε δε ότι μέχρι την ημέρα της Δίκης θα μπορούσε να εξεύρει τα χρήματα και να τα καταθέσει στο ταμείο των κοινωνικών ασφαλίσεων. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε και τότε ο κατηγορούμενος αποφάσισε να αναφέρει από μόνος του στην αστυνομία την κατακράτηση των ποσών. Επισκέφθηκε στις 9.8.2007 το ΤΑΕ Λεμεσού και προέβη σε θεληματική κατάθεση με την οποία παραδέχθηκε όλα τα πιο πάνω. Μετά την παραδοχή του, αστυνομικός επισκέφθηκε τους πέντε παραπονουμένους, οι οποίοι επιβεβαίωσαν το γεγονός της πληρωμής στον κατηγορούμενο των πιο πάνω ποσών για να εξοφλήσει εκ μέρους τους, τις εισφορές που χρωστούσαν στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Ο κατηγορούμενος συνελήφθη και όταν κατηγορήθηκε γραπτώς, απάντησε ότι παραδέχεται τις κατηγορίες. Τέλος σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ισχυρίστηκε ότι ο πελάτης του έχει στην κατοχή του όλα τα χρήματα που οικειοποιήθηκε με τον πιο πάνω τρόπο και είναι διατεθειμένος να αποζημιώσει τους παραπονουμένους, καταθέτοντας όλο το ποσό στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Ο λόγος που δεν το έπραξε μέχρι τώρα, είναι γιατί δεν κατέστη δυνατόν όπως είπε να εξευρεθούν οι παραπονούμενοι. Όσον αφορά τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση οικειοποίησης των χρημάτων. Δυστυχώς όμως την συγκεκριμένη περίοδο, ένα από τα παιδιά του ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα και χρησιμοποίησε τα χρήματα αυτά για τα νοσήλια του. Όταν δε αντελήφθη ότι δεν ήταν σε θέση να τα επιστρέψει, προσήλθε από μόνος του στο ΤΑΕ και έδωσε κατάθεση για τα αδικήματα για τα οποία μέχρι τότε η αστυνομία δεν γνώριζε οτιδήποτε. Όσον αφορά τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ο συνήγορος με παρέπεμψε στην έκθεση του γραφείου ευημερίας. Σύμφωνα με αυτή, ο κατηγορούμενος είναι 58 ετών, ασθενής και λαμβάνει δημόσιο βοήθημα. Είναι σε διάσταση με την σύζυγο του με την οποία απέκτησε δύο υιούς ηλικίας σήμερα 35 και 33 ετών αντίστοιχα. Με τον μικρότερο του γιό δεν έχει καμία επικοινωνία ενώ διατηρεί περιορισμένη επικοινωνία και με τον μεγαλύτερο του γιό. Επίσης σύμφωνα με την έκθεση, ο κατηγορούμενος εργαζόταν για 35 χρόνια σε ιδιωτική εταιρία ως τεχνικός ηλεκτρικών συσκευών. Από το 2000 μετά από ατύχημα που υπέστη στην εργασία του, είναι ανίκανος για εργασία και συντηρείται με παροχή σύνταξης ανικανότητας. Έχασε όπως ανέφερε το αριστερό του μάτι και αντιμετωπίζει επίσης προβλήματα ψυχολογικής φύσης για τα οποία παίρνει φαρμακευτική αγωγή. Ο συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε περαιτέρω ότι μετά την σύνταξη της πιο πάνω έκθεσης, ο κατηγορούμενος υπέστη έμφραγμα και νοσηλεύτηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτός ήταν και ο λόγος που καθυστέρησε η παρούσα διαδικασία αφού εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του, το οποίο όμως δεν κατέστη δυνατόν να εκτελεστεί σε σύντομο χρονικό διάστημα λόγω του ότι βρισκόταν υπό νοσηλεία. Τέλος, ο συνήγορος αφού επανέλαβε την πρόθεση του πελάτη του να αποζημιώσει τα θύματα αν το Δικαστήριο ήθελε διατάξει την καταβολή του ποσού στο Πρωτοκολλητείο, εισηγήθηκε ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε επιβολή ποινής φυλάκισης, αυτή θα μπορούσε να ανασταλεί λόγω των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων Τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι αρκούντος σοβαρά. Η σοβαρότητα προκύπτει αρχικά από τις που του νόμου προβλεπόμενες ποινές. Το άρθρο 270 (β) του Ποινικού Κώδικα στο οποίο στηρίζεται η υπό κρίση κατηγορία, προβλέπει ποινή φυλάκισης 10 χρόνων. Η προβλεπόμενη για το υπό κρίση αδίκημα ποινή, αυξήθηκε με τον Περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Νόμο του 2000, (Ν.43(Ι)/2000)από 7 έτη σε 10 έτη φυλάκιση. Με τον τρόπο αυτό ο νομοθέτης θέλησε να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στο αδίκημα κλοπής υπό αντιπροσώπου αλλά και στο αδίκημα κλοπής εργοδότη από τους υπαλλήλους του στο οποίο επίσης αυξήθηκε η ποινή σε αντίθεση με άλλα αδικήματα κλοπής για τα οποία προβλέπεται ελαφρότερη ποινή φυλάκισης. Θεωρώ ως εκ τούτου ότι η νομολογία για το ομοειδές αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου δυνάμει του άρθρου 268 του Ποινικού Κώδικα, είναι ενδεικτική της σοβαρότητας του αδικήματος και της παρούσας υπόθεσης που αφορά κλοπή υπό αντιπροσώπου δυνάμει του άρθρου
- Στο σύγγραμμα G. M. Pikis Sentencing in Cyprus
(1978)στη σελ. 63, τονίζεται η σοβαρότητα αυτής της φύσεως των αδικημάτων και οι επιπτώσεις που προκαλούνται στην οικονομική ζωή του τόπου από τη διάπραξη τους. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «High standards of fidelity are expected of employees in the public and private sectors in the discharge of their duties and of persons acting in a fiduciary capacity, such as agents or trustees. Stealing by clerks, servants, company directors, agents and trustees is punishable with 7 years imprisonment. The decisions of the Supreme Court in this area indicate that a serious view is invariably taken of offences of this nature, because of their repercussions on the economic life of the country». Η σοβαρότητα των αδικημάτων τονίστηκε επίσης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις οποίες αναφέρεται ότι η αυτή προκύπτει κύρια από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύεται τη σχέση εμπιστοσύνης, η οποία υπάρχει μεταξύ του και του παραπονούμενου του και είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα εκεί όπου ο εργοδότης ή ο αντιπροσωπευόμενος βασίζεται στην αφοσίωση και ειλικρίνεια του κατηγορουμένου. Θα αναφερθώ στην συνέχεια σε μια σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με επιβολή ποινής στα πιο πάνω αδικήματα. Αυτό όχι βέβαια ως δεσμευτικό προηγούμενο αλλά για να καταδειχθεί η σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το Εφετείο αδικήματα αυτής της φύσης. Στην υπόθεση The Attorney General ν. Vasiliotis
(1967)2 CLR 20,25 "Stealing by servant tends to undermine the basis, upon which hundreds of people carry on their business as employers, or earn their living as employees. The relationship of trust and confidence which must always exist between them, is of great importance; and is entitled to adequate protection from the Law." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Η κλοπή υπό υπαλλήλου τείνει να υπονομεύσει τη βάση, πάνω στην οποία εκατοντάδες άνθρωποι ασκούν την επιχειρηματική δραστηριότητά τους ως εργοδότες, ή κερδίζουν τα προς το ζην ως υπάλληλοι. Ο σχέση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας που πρέπει πάντα να υπάρχει μεταξύ τους, είναι μεγάλης σημασίας και δικαιούται επαρκούς προστασίας από το νόμο. " Στην υπόθεση Πολυδώρου ν. Αστυνομίας
(1984)2 CLR 48, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για το αδίκημα της κλοπής από δημόσιο υπάλληλο με λευκό μητρώο που είχε επιστρέψει το κλαπέν ποσό. Στην υπόθεση Αριστοτέλους ν. Αστυνομίας
(1985)2 CLR 212 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών και τονίσθηκε και πάλι ότι η σχέση εμπιστοσύνης εργοδοτών-υπαλλήλων δικαιούται επαρκούς προστασίας από το Νόμο. Στην υπόθεση Κατσούρης ν. Αστυνομίας
(1988)2 CLR 180, η ποινή των 18 μηνών φυλάκισης μειώθηκε στους 12 μήνες για 58 χρόνο με λευκό μητρώο και προβλήματα υγείας και ο οποίος επέστρεψε το κλαπέν ποσό. Ωστόσο, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε το αναπόφευκτο της επιβολής σε τέτοιου είδους αδικήματα, ποινής άμεσης φυλάκισης με σημαντική διάρκεια υπογραμμίζοντας ότι η κατάχρηση της θέσης εμπιστοσύνης συνιστά σοβαρό ζήτημα που τείνει να υπονομεύσει τη βάση των οικονομικών δοσοληψιών. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την σελίδα 184 της απόφασης: «We have not the slightest and hesitation in adopting the view that offences of this nature are very serious and severe sentences should be imposed because mistrust of confidence is a serious matter which tends to undermine the foundations of commercial transactions». Στην υπόθεση Αργυρού ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 434, επικυρώθηκε από το Εφετείο ποινή φυλάκισης 12 μηνών που επιδικάστηκε πρωτόδικα. Επίσης στην υπόθεση Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 701 που αφορούσε αδίκημα κλοπής υπό αντιπροσώπου, επικυρώθηκε και πάλι ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Να σημειωθεί ότι στην υπόθεση αυτή λήφθηκε υπόψη το μεγάλο χρονικό διάστημα από την διάπραξη των αδικημάτων, η αποζημίωση του θύματος και η άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219, το Εφετείο υιοθέτησε τις αρχές που καθιέρωσαν οι Αγγλικές αποφάσεις Barrick
(1985)7 Cr. App. R. (S) 142 και Clark
(1998)2 Cr. App. R. (S) 95. Τέθηκαν με τις πιο πάνω αποφάσεις, κατευθυντήριες γραμμές στην επιβολή ποινής στα υπό κρίση αδικήματα με διαβάθμιση των περιπτώσεων σε επίπεδο ποινής. Η υπόθεση αφορούσε κλοπή υπό υπαλλήλου (7 κατηγορίες). Η ποινή φυλάκισης μειώθηκε από 2 ½ χρόνια σε 18 μήνες. Στην υπόθεση αυτή, Εφεσείων που παραδέχθηκε ενοχή, ήταν ηλικίας 31 ετών, οικογενειάρχης με τρία μικρά παιδιά και η απόλυση από την εργασία του (εργαζόταν στην Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών), θεωρήθηκε καταστροφικό πλήγμα και κατ' επέκταση ελαφρυντικός παράγοντας. Η υπόθεση Μιχάλης Χαραλαμπίδης v. Αστυνομίας
(1999)2 AAΔ 109, αφορούσε επίσης αδίκημα κλοπής υπό αντιπροσώπου. Ο κατηγορούμενος ήταν δικηγόρος και είχε οικειοποιηθεί ποσό £3000,00 που του εμπιστεύθηκε πελάτης του με σκοπό να το διαθέσει για τη διευθέτηση διαφοράς του με κάποια εταιρεία. Στην επιμέτρηση της ποινής, λήφθηκε σοβαρά υπόψη η πιθανή επαγγελματική καταστροφή του κατηγορούμενου και η δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν, έστω και με δική του ευθύνη. Παρόλα αυτά δωδεκάμηνη ποινή φυλάκισης επικυρώθηκε από το Εφετείο. Μετριαστικοί παράγοντες Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με δεδομένη πλέον τη σοβαρότητα του αδικήματος, διαπιστώνω πως υπάρχουν και εδώ ελαφρυντικοί παράγοντες οι οποίοι μπορούν να προσμετρήσουν υπέρ του κατηγορουμένου για μείωση της ποινής του. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του, τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τον αδικοπραγούντα θα δικαιολογούσαν. Αποτελεί αξίωμα πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσης της. Παράλληλα βεβαίως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση θα λάβω υπόψη όλα όσα ανέφερε ο συνήγορος υπεράσπισης για μετριασμό της ποινής. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, στοιχείο που του δίδει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου. Λαμβάνεται επίσης υπόψη η μεταμέλεια του όπως εκφράστηκε δια μέσου της άμεσης παραδοχής του και της αυτόβουλης μετάβασης του στην αστυνομία όπου ομολόγησε από μόνος του, την διάπραξη των αδικημάτων. Το στοιχείο βέβαια αυτό θα είχε μεγαλύτερη βαρύτητα στον μετριασμό της ποινής αν η αποκάλυψη του αδικήματος εξαρτάτο απόλυτα από την ομολογία του κατηγορουμένου. Όμως με την εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων των παραπονουμένων θα απεκαλύπτετο ούτως ή άλλως η οικειοποίηση των ποσών από τον κατηγορούμενο και η μη πληρωμή τους στο ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων. Ως εκ τούτου η αυτόβουλη ομολογία του κατηγορουμένου στην αστυνομία θα ληφθεί μεν υπόψη ως ελαφρυντικός παράγοντας αλλά δεν θα έχει εκείνη την μετριαστική βαρύτητα που έχει η θεληματική ομολογία αδικήματος που δεν θα μπορούσε να εξιχνιαστεί παρά μόνον με την ομολογία και η οποία καταδεικνύει στις περιπτώσεις αυτές και την γνήσια μεταμέλεια του κατηγορουμένου. Θα λάβω επίσης υπόψη για μετριασμό της ποινής την πρόθεση του κατηγορουμένου να αποζημιώσει τα θύματα των αδικημάτων όπως εκφράστηκε δια μέσου του συνηγόρου του με την συναίνεση του στην έκδοση διατάγματος αποζημίωσης. Επιπλέον, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως αναφέρονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας αλλά και στην αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης. Ιδιαίτερα λαμβάνονται υπόψη τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και το γεγονός ότι μετά από ατύχημα κατέστη ανίκανος για εργασία και συντηρείται με σύνταξη ανικανότητας ως επίσης και τα σοβαρά καρδιακά προβλήματα που αντιμετώπισε μετά την καταχώρηση της παρούσας. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής, η οποία πρέπει να είναι ποινή φυλάκισης. Έχω την αίσθηση ότι οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα. Συμπεράσματα Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταδικάζω τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Οι ποινές θα συντρέχουν και θα αρχίζουν από 9 Μαρτίου 2009, ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση. Θα εξετάσω στην συνέχεια την δυνατότητα αναστολής της ποινής που επιβλήθηκε αφού τέθηκε τέτοιο ζήτημα από τον συνήγορο υπεράσπισης. Το άρθρο 3.2 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186
(1)/03, προνοεί τα εξής: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την τελευταία αυτή τροποποίηση του νόμου, δίδεται στο Δικαστήριο πλατιά διακριτική ευχέρεια όταν επιλαμβάνεται του θέματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης. Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες όπως πιο πάνω αναφέρονται, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν τέτοια περιστατικά που δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Ένα σημαντικό στοιχείο που συνηγορεί στην πιο πάνω θέση, είναι οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, αφού πέραν των προβλημάτων αναπηρίας που αντιμετωπίζει μετά την καταχώρηση της παρούσας, η κατάσταση της υγείας του έχει επιδεινωθεί σημαντικά δεδομένου ότι υπέστη έμφραγμα του και χρειάστηκε να νοσηλευτεί αρκετό χρονικό διάστημα γι' αυτό. Ένα άλλο στοιχείο αποτελεί η άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου και η έμπρακτη μεταμέλεια του όπως εκφράστηκε με την πρόθεση του αποζημιώσει τα θύματα των παράνομων πράξεων του. Έχει νομολογηθεί ότι η παραδοχή και η μεταμέλεια, είναι στοιχεία που πρέπει να ενθαρρύνονται από τα Δικαστήρια δια μέσου της επίδειξης επιείκειας στην επιβολή της ποινής αλλά και της παροχής μιας δεύτερης ευκαιρίας στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται η αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο για χρονικό διάστημα 3 ετών από σήμερα δυνάμει του άρθρου 3 του νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε. (Επεξηγούνται στον κατηγορούμενο οι συνέπειες σε περίπτωση διάπραξης κατά την περίοδο αναστολής, οιουδήποτε αδικήματος τιμωρείται με φυλάκιση). Επιπρόσθετα με την πιο πάνω ποινή και ενόψει της δήλωσης του συνηγόρου υπεράσπισης ότι συγκατατίθεται στην έκδοση διατάγματος αποζημίωσης των θυμάτων, εκδίδω διάταγμα αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου 24 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)με το οποίο διατάσσεται ο κατηγορούμενος όπως καταθέσει στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εντός επτά ημερών από σήμερα, το ποσόν των €2328,40 που αντιστοιχεί στο ποσόν των £1362,75 που ο απέσπασε από τους παραπονουμένους με τον τρόπο που περιγράφεται ανωτέρω. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο