Αναφορικά με την Αίτηση της Ουκρανίας για την έκδοση του Sergiy M Schatnyy, Αρ. Αίτησης: 1/09, 12 Μαρτίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B41 Αρ. Αίτησης: 1/09 Αναφορικά με τον Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο 95/70 - ν - Αναφορικά με την Αίτηση της Ουκρανίας για την έκδοση του Sergiy M. Schatnyy, από την Ουκρανία Καθ' ου η Αίτηση Ημερομηνία: 12 Μαρτίου 2009 Για Αιτήτρια: κα Ελ. Λοϊζίδου Για Καθ' ου η Αίτηση: κος Αλ. Μαρκίδης με κκ Γ. Παπαϊωάννου και Μ. Ιωάννου Καθ' ου η Αίτηση: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα διαδικασία αφορά αίτημα της Ουκρανίας για την έκδοση του καθ' ου η αίτηση δυνάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων που η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με τον Νόμο 95/70 και του Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου 97/70 όπως τροποποιήθηκε. Ως μάρτυρας αρ. 2 για την αιτήτρια, καταθέτει η Έλλη Μορφάκη, λειτουργός του Υπουργείου Δικαιοσύνης σε θέματα Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας. Ζητήθηκε από την μάρτυρα να καταθέσει ως τεκμήριο, την δέσμη εγγράφων που παρελήφθησαν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης από την Ουκρανία με τα οποία ζητείται η έκδοση του καθ' ου η αίτηση δυνάμει της πιο πάνω σύμβασης. Τα έγγραφα αυτά, είναι μεταφρασμένα από τα Ρωσικά, στην Αγγλική γλώσσα. Η προσπάθεια κατάθεσης των εγγράφων, προσέκρουσε σε ένταση του συνηγόρου για τον καθ' ου η αίτηση. Η ένσταση αρχικά εδραζόταν σε δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν ότι δυνάμει του άρθρου 23 της σύμβασης, η γλώσσα επικοινωνίας του αιτούντος κράτους με το κράτος από το οποίο ζητείται η έκδοση δεν μπορεί να είναι άλλη από την επίσημη γλώσσα των δύο κρατών. Ο δεύτερος αφορά την διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να διεξάγεται κατά τον συνήγορο, στην επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας. Μετά από κάποιες επεξηγήσεις της συνηγόρου για την αιτήτρια, ο συνήγορος για τον καθ' ου η αίτηση, απέσυρε τον πρώτο λόγο ένστασης. Έγινε συγκεκριμένα αποδεκτό ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, ζήτησε από τις Ουκρανικές Αρχές να αποσταλούν τα έγγραφα στην Αγγλική γλώσσα. Αυτό έγινε γιατί η Ελληνική μετάφραση που στάλθηκε αρχικά ήταν όπως λέχθηκε πολύ κακή με αποτέλεσμα να μην γίνεται απόλυτα κατανοητό το κείμενο των εγγράφων. Σύμφωνα δε με το άρθρο 23 της σύμβασης, η χώρα από την οποία επιζητείται η έκδοση, δύναται να ζητήσει από την αιτούσα χώρα όπως η αλληλογραφία γίνεται σε μια από τις επίσημες γλώσσες του Συμβουλίου της Ευρώπης μεταξύ των οποίων είναι και η Αγγλική. Ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα παρατυπίας σε σχέση με την αλληλογραφία μεταξύ των δύο χωρών και την αποστολή των εγγράφων στην Αγγλική γλώσσα. Ο συνήγορος όμως, επέμενε στο δεύτερο σκέλος της ένστασης του. Εισηγήθηκε ότι ανεξαρτήτως της γλώσσας με την οποία επικοινωνούν τα δύο κράτη, ενώπιον του Δικαστηρίου η αιτήτρια οφείλει να συμμορφώνεται με τον Κυπριακό Νόμο Περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας (Ν.67/88), ο οποίος προβλέπει ρητά ότι στις Δικαστικές διαδικασίες, χρησιμοποιούνται μόνον οι επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας, δηλαδή η Ελληνική και η Τουρκική αλλά εν πάση περιπτώσει όχι η Αγγλική. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά πόσον το ζήτημα αυτό λύθηκε με την τροποποίηση του σχετικού Νόμου με τον Νόμο 154/90, ο κος Μαρκίδης εισηγήθηκε ότι η τροποποίηση αυτή, καλύπτει μεν τεκμήρια που μπορούν να κατατεθούν σε δικαστικές διαδικασίες, όχι όμως και τα υπό κρίση έγγραφα τα οποία είναι υλικό που χρειάζεται για να ξεκινήσει διαδικασία έκδοσης και αποτελούν ως εκ τούτου εξειδικευμένη μορφή εγγράφων δικαιοδοτικής φύσης. Η συνήγορος για την αιτήτρια, εισηγήθηκε ότι ο Περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμος, παρέχει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποδεχθεί ως τεκμήριο οιαδήποτε έγγραφα εφ' όσον αυτά δεν είναι στην Ελληνική γλώσσα. Παρέπεμψε δε σε νομολογία όπου το Εφετείο αποδέχθηκε την κατάθεση εγγράφων στην Αγγλική που έγιναν αποδεκτά από το πρωτόδικο Δικαστήριο σε παρεμφερείς με την παρούσα διαδικασίες. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Ο Περί Επισήμων γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμος 67/88, καθορίζει ως επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας, την Ελληνική και την Τουρκική, οι οποίες είναι και οι γλώσσες που θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε κάθε Δικαστική διαδικασία. Τροποποίηση όμως του πιο πάνω νόμου με τον νόμο 154/90, παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να επιτρέψει την προσαγωγή αποδεικτικού εγγράφου σε οποιανδήποτε ξένη γλώσσα. Παρόμοιο με το υπό εξέταση ζήτημα, τέθηκε στην υπόθεση Αστυνομία ν. Feras and others
(1990)2 Α.Α.Δ 14 που αφορούσε διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου που ζητήθηκε από τις Ιταλικές αρχές. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, παρέπεμψε νομικό ερώτημα προς το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 148
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155) όσον αφορά την αποδεκτότητα εγγράφου, το οποίο ήταν διατυπωμένο στην Ιταλική γλώσσα με ταυτόχρονη μετάφραση στην Αγγλική. Το θέμα εγέρθηκε γιατί σύμφωνα με το άρθρο 23 του Περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων Κυρωτικού Νόμου 95/70, τα δικαιολογητικά που προσάγονται σε διαδικασία έκδοσης, μπορούν να συντάσσονται είτε στην γλώσσα του αιτούντος μέρους είτε σε αυτή του μέρους από το οποίο ζητείται η έκδοση, το οποίο όμως μέρος μπορεί να ζητήσει μετάφραση τους σε μια εκ των επισήμων γλωσσών του Συμβουλίου της Ευρώπης που ήθελε διαλέξει. Υπήρξε επιχειρηματολογία εκ μέρους του δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση παρόμοια με αυτή που ο κος Μαρκίδης προέβαλε στην παρούσα περίπτωση. Υποστηρίχθηκε συγκεκριμένα ότι ο Περί των Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμος του 1988, καθορίζει τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στα Κυπριακά Δικαστήρια σε οποιαδήποτε διαδικασία. Αυτό αποτελεί εξέλιξη που εναρμονίζεται πλήρως με τις αντίστοιχες συνταγματικές επιταγές του Άρθρου 3
(4)του Συντάγματος που υπερισχύουν της νομοθετικής πρόνοιας του Άρθρου 23 του Νόμου 95/1970, μια και το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος Νόμος του Κράτους έστω και αν ο Κυρωτικός Νόμος 95/1970 υπερισχύει, σύμφωνα με το Άρθρο 169
(3)του Συντάγματος, του ημεδαπού Νόμου 67/1988. Τα επίδικα έγγραφα που στάλθηκαν από τις Ιταλικές αρχές σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί Εκδόσεως Φυγοδίκων, περιλάμβαναν έγγραφα στην Ιταλική γλώσσα, τα οποία είχαν κατατεθεί σε δικαστική διαδικασία στην Ιταλία με μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα που είναι μια από τις επίσημες γλώσσες του Συμβουλίου της Ευρώπης. Το Ανώτατο Δικαστήριο όμως δεν εξέτασε το θέμα. Αποφασίστηκε με παραπομπή στην απόφαση της ολομέλειας In Re Jamin
(1983)2 C.L.R 188 ότι η διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου δεν αποτελούσε ποινική διαδικασία ούτως ώστε να δικαιολογείται η παραπομπή νομικού ερωτήματος δυνάμει του άρθρου 148
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.155). Παρεμφερές θέμα αποφασίστηκε στην υπόθεση Scattergood v. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)1(Α) Α.Α.Δ 142. Στην υπόθεση αυτή, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου διέταξε την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και την παράδοση του εφεσείοντος στο Ηνωμένο Βασίλειο για να του επιβληθεί ποινή από Δικαστήριο, σε δύο κατηγορίες εισαγωγής απαγορευμένων φαρμάκων, στις οποίες είχε παραδεχθεί ενοχή. Σύμφωνα με το άρθρο 4
(3)του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Νόμου 113(Ι)/2004, το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης θα πρέπει να είναι διατυπωμένο σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας ή στην Αγγλική. Στην πιο πάνω υπόθεση, το Ευρωπαϊκό Ένταλμα ήταν συντεταγμένο στην Αγγλική και ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς να μεταφραστεί. Ο εφεσείων εισηγήθηκε ότι η πρόνοια του άρθρου 4
(3)είναι αντισυνταγματική, επειδή το ένταλμα είναι έγγραφο στο οποίο στηρίζεται η δικαιοδοσία του δικαστηρίου και σαν τέτοιο δεν επιτρέπεται να είναι σε γλώσσα άλλη από την επίσημη. Υπενθυμίζω ότι παρόμοιο επιχείρημα τέθηκε και από τον κον Μαρκίδη στην παρούσα αφού ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι τα υπό κρίση έγγραφα δεν αποτελούν τεκμήρια με την στενή έννοια του όρου αλλά υλικό στο οποίο στηρίζεται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για έναρξη της διαδικασίας έκδοσης φυγοδίκου. Στην υπόθεση Scattergood, οι πιο πάνω θέσεις δεν έγιναν αποδεκτές από το Ανώτατο Δικαστήριο. Λέχθηκε συγκεκριμένα ότι το άρθρο 4
(3)του Νόμου 133(Ι)/2004 δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και συνεπώς ορθά έγινε δεκτή η κατάθεση του εντάλματος στην Αγγλική. Το γεγονός ότι επίσημες γλώσσες είναι, σύμφωνα με το Σύνταγμα η Ελληνική και Τουρκική δεν σημαίνει ότι οποιοσδήποτε νόμος που επιτρέπει τη χρήση άλλης γλώσσας είναι και αντισυνταγματικός. Αποφασίστηκε επίσης ότι το ένταλμα σύλληψης είναι ένα προκαταρκτικό διάβημα ούτως ώστε να αποφασιστεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, κατά πόσο θα επιτραπεί η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Δεν παρέχει ως εκ τούτου δικαιοδοτική βάση στη διαδικασία. Οι ίδιες αρχές κρίνω ότι εφαρμόζονται και στην παρούσα υπόθεση. Τα έγγραφα που αποστέλλονται από την αιτήτρια χώρα, αποτελούν προκαταρκτικό διάβημα ούτως ώστε ο Υπουργός Δικαιοσύνης να εκδώσει εξουσιοδότηση για την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης δυνάμει του άρθρου 7
(1)του Νόμου 97/70. Εξάλλου, ακόμα και αυτή η ίδια η εξουσιοδότηση, μπορεί να συνιστά μεν ουσιαστική προϋπόθεση για την προώθηση της διαδικασίας δεν αποτελεί όμως δικονομικό μέσο έναρξης της υπόθεσης με την μορφή δικογράφου. Σχετική είναι η υπόθεση Περέλλα (αρ. 2)
(1996)1 Α.Α.Δ 1009, στην οποία λέχθηκαν τα πιο κάτω στην σελ. 1013. «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με την εισήγηση του εφεσείοντα πως η εξουσιοδότηση για την έναρξη διαδικασίας έκδοσης συνιστά τρόπο έγερσης "αγωγής". Το Άρθρο 7
(1)που επικαλέστηκε, δεν υποστηρίζει τέτοια εξομοίωση ή αναλογία. Καθορίζει πως, τηρουμένων των διατάξεων που αφορούν στα προσωρινά εντάλματα σύλληψης, οι διατάξεις του Νόμου "δεν θα τυγχάνωσιν εφαρμογής αναφορικώς προς οιονδήποτε πρόσωπον ειμή δυνάμει εντολής του Υπουργού" που περιγράφεται ως "εξουσιοδότησις προς έναρξιν της διαδικασίας της εκδόσεως". Η εξουσιοδότηση συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση για την ανάληψη δικαιοδοσίας είτε προς έκδοση εντάλματος σύλληψης από Επαρχιακό Δικαστή δυνάμει του Άρθρου 8
(1)(α) είτε, για την προώθηση της διαδικασίας εκδόσεως όταν εκδόθηκε προσωρινό ένταλμα σύλληψης δυνάμει του Άρθρου 8
(1)(β) [βλ.άρθρο 9
(4)] αλλά δεν είναι είδος δικονομικού μέσου έναρξης διαδικασίας, με την έννοια που της προσδίδει ο εφεσείων. Όπως καταδεικνύει και η ίδια η περιγραφή της, εξουσιοδοτεί την έναρξη της διαδικασίας εκδόσεως.» Παρομοίως, στην παρούσα υπόθεση τα έγγραφα που στάλθηκαν από την αιτήτρια χώρα, αποτελούν απλά προκαταρκτικό διάβημα για την έκδοση της εξουσιοδότησης του Υπουργού. Δεν παρέχουν ως εκ τούτου δικαιοδοτική βάση στη διαδικασία ούτε συνιστούν δικαιοδοτικό μέτρο, στο οποίο στηρίζεται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Αποτελούν με λίγα λόγια αποδεικτικό υλικό, το οποίο θα εξεταστεί από το Δικαστήριο μαζί με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας για να διαπιστωθεί κατά πόσον δικαιολογείται ή όχι η έκδοση του καθ' ου η αίτηση. Με την έννοια αυτή δεν είναι αναγκαίο τα υπό κρίση έγγραφα να κατατεθούν στο Δικαστήριο μεταφρασμένα σε επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας αφού επί του προκριμένου ισχύουν οι πρόνοιες του άρθρου 5 του Νόμου 67/88, σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί σε οιανδήποτε διαδικασία ως αποδεικτικό στοιχείο, έγγραφο που έχει συνταχθεί σε οιανδήποτε γλώσσα. Επιπλέον, τα έγγραφα αυτά είναι παραδεκτό ότι στάλθηκαν νομότυπα στην Αγγλική γλώσσα σύμφωνα με το άρθρο 23 του Νόμου 95/70 μετά από αίτημα της Δημοκρατίας προς την αιτήτρια χώρα Ουκρανία. Υπό τας περιστάσεις κρίνω ότι μπορούν να κατατεθούν στο Δικαστήριο ως τεκμήριο ως έχουν στην Αγγλική γλώσσα σύμφωνα με το άρθρο 5 του Περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου (Ν.67/88)όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 154/90. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η ένσταση του καθ' η αίτηση για την μη αποδοχή των εγγράφων αυτών ως τεκμήριο, απορρίπτεται. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο