ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ, Αρ. Υπόθεσης: 17396/08, 13 Μαρτίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2009:10 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Α. Πασχαλίδη, Π.Ε.Δ. Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Λ. Μάρκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17396/08 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 13 Μαρτίου 2009 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: Η κα Μ. Αναστασίου. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Ηλ. Στεφάνου. Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, είναι ένσταση που ήγειρε η υπεράσπιση αναφορικά με τη δεκτότητα σαν τεκμηρίων, των ναρκωτικών που προέκυψαν στα πλαίσια έρευνας που διενεργήθηκε από μέλος της Δίωξης Ναρκωτικών και συγκεκριμένα από τον ΜΚ1 στη δίκη εντός δίκης, Αστ. 479 Σάββα Θεοδοσίου. Συγκεκριμένα: Στις 8.9.2008 λίγο πριν τις 3:00 το απόγευμα και ενώ ο πιο πάνω αστυφύλακας ήταν συνεπιβάτης σε υπηρεσιακό αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο λοχίας της υπηρεσίας 4743, στον κύριο δρόμο Πάφου - Λεμεσού, είδε ένα πρόσωπο, τον κατηγορούμενο, να κάθεται σε μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού που ήταν ακινητοποιημένη κάτω από την αερογέφυρα Ερήμης. Αφού σταμάτησαν το αυτοκίνητο τους, ο μάρτυρας κατέβηκε και πλησίασε τον κατηγορούμενο. Ακολούθησε έρευνα στα πλαίσια της οποίας εντοπίστηκαν από τον μάρτυρα, μέσα σε σακίδιο που ο κατηγορούμενος έφερε στην πλάτη του, δυο συσκευασίες. Πρόκειται για κάνναβη συνολικού βάρους 995,27 γραμμαρίων από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Ακολούθησε η σύλληψη του κατηγορούμενου για αυτόφωρο αδίκημα. Όταν κατά τη διάρκεια της ακρόασης ζητήθηκε από τον μάρτυρα να αναφερθεί στα αποτελέσματα της εν λόγω έρευνας και παράλληλα η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εκδήλωνε πρόθεση να ζητήσει από τον μάρτυρα να καταθέσει σαν τεκμήριο τα ναρκωτικά, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ήγειρε ένσταση αμφισβητώντας το νομότυπο της έρευνας. Συγκεκριμένα ο κ. Στεφάνου υπεστήριξε ότι η έρευνα και στη συνέχεια η σύλληψη του κατηγορούμενου, ήταν παράνομη «καθότι αποτελούσε παραβίαση των σχετικών νομοθετικών διατάξεων όπως και των κατοχυρωμένων δυνάμει των άρθρων 11
(1)-
(5)και 13, συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου, δηλαδή του δικαιώματος της ελευθερίας και του δικαιώματος της μετακίνησης». Τις αντίθετες θέσεις υπεστήριξε η κα Αναστασίου. Για να διευκρινιστούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξήχθηκε η έρευνα και στη συνέχεια διενεργήθηκε η σύλληψη του κατηγορούμενου, διατάχθηκε δίκη εντός δίκης, στα πλαίσια της οποίας κατέθεσε ο Αστ. 479 Θεοδοσίου. Συνοψίζουμε τη μαρτυρία του. Στις 10:30 περίπου το πρωί της 8.9.2008, αυτός και ο λοχίας 4743 ανεχώρησαν με υπηρεσιακό αυτοκίνητο από το Αρχηγείο Αστυνομίας, για την περιοχή του χωριού Φασούλλα, στην επαρχία Πάφου, με σκοπό τη διερεύνηση πληροφοριών οι οποίες έφεραν συγκεκριμένο πρόσωπο να διακινεί στην περιοχή μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών, όπως και με σκοπό τον εντοπισμό των υποστατικών του εν λόγω προσώπου από τα οποία λάμβανε χώρα η διακίνηση. Μετά την ολοκλήρωση του σκοπού για τον οποίο είχαν μεταβεί στην περιοχή και γύρω στις 2:00 περίπου το απόγευμα, ο μάρτυρας και ο λοχίας 4743 ανεχώρησαν από την περιοχή με τελικό προορισμό τη Λευκωσία. Το αυτοκίνητο οδηγούσε ο λοχίας
- Τρία περίπου χιλιόμετρα πριν τη συμβολή του δρόμου που οδηγεί στο χωριό Φασούλλα με τον κύριο δρόμο Λεμεσού - Πάφου, είδαν μια μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού χρώματος μαύρου με γκρίζο να οδηγείται από την αντίθετη κατεύθυνση με χαμηλή ταχύτητα. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας φορούσε κράνος γκρίζου χρώματος και στην πλάτη του είχε στερεωμένη μια αθλητική τσάντα χρώματος άσπρου και μαύρου. Επειδή η τροχαία κίνηση στον συγκεκριμένο δρόμο, τον οποίο ο μάρτυρας χαρακτήρισε «όχι πολυσύχναστο», ήταν πολύ αραιή και η εν λόγω μοτοσικλέτα ήταν η μόνη μοτοσικλέτα που είδαν να κινείται στον εν λόγω δρόμο, «τους κίνησε την υποψία». Αφού έκαμαν επαναστροφή, κατευθύνθηκαν προς το χωριό Φασούλλα με σκοπό να εντοπίσουν τον μοτοσικλετιστή και να τον ακολουθήσουν. Ενώ κατευθύνοντο προς το χωριό Φασούλλα είδαν τη μοτοσικλέτα να επιστρέφει, αυτή τη φορά με μεγάλη ταχύτητα. Με την πρώτη ευκαιρία έκαμαν για δεύτερη φορά επαναστροφή με σκοπό αφού προλάβουν τον μοτοσικλετιστή να τον ακολουθήσουν, κάτι όμως που δεν κατέστη κατορθωτό, γιατί, όταν έφθασαν στη συμβολή του δρόμου με τον κύριο δρόμο Πάφου - Λεμεσού, διαπίστωσαν ότι ο μοτοσικλετιστής είχε εξαφανιστεί. Ο μάρτυρας και ο λοχίας μη γνωρίζοντας την πορεία που είχε ακολουθήσει ο μοτοσικλετιστής, απεφάσισαν να επιστρέψουν πίσω στη βάση τους. Γι' αυτό έστριψαν αριστερά και κατευθύνθηκαν προς Λευκωσία, μέσω του αυτοκινητόδρομου. Λίγο πριν τις 3:00 το απόγευμα και ενώ κατευθύνοντο προς Λευκωσία, είδαν κάτω από την αερογέφυρα του χωριού Ερήμης, ακινητοποιημένη μια μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού με τα ίδια χαρακτηριστικά όπως αυτά της μοτοσικλέτας που είχαν δει νωρίτερα στον δρόμο Φασούλλας - Πάφου. Ο οδηγός ο οποίος καθόταν στη μοτοσικλέτα είχε στερεωμένη στην πλάτη του μια αθλητική τσάντα με τα ίδια χρώματα όπως και τα χρώματα της τσάντας που έφερε ο οδηγός της μοτοσικλέτας που είχαν δει νωρίτερα. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε το κράνος του το οποίο ήταν χρώματος γκρίζου, ενώ στο δεξί του χέρι κρατούσε το κινητό τηλέφωνο του. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε στην κύρια εξέταση αναφορικά με τις ενέργειες στις οποίες προέβη, μετά που είδε τον μοτοσικλετιστή κάτω από την αερογέφυρα Ερήμης, ο μάρτυρας απάντησε: «Εμείς αποφασίσαμε να σταματήσουμε με σκοπό να εξακριβώσουμε την ταυτότητα του εν λόγω οδηγού και να κάνουμε εξετάσεις για το τι έκανε στα χωριά Φασούλλας - Πάφου. Κατέβηκα κάτω από το υπηρεσιακό όχημα, του υπέδειξα την αστυνομική ταυτότητα λέγοντας του «Αστυνομία», αυτός ενώ η μοτόρα ήταν ξεκινημένη, προσπάθησε, έκανε ένα ελιγμό προσπαθώντας να διαφύγει, όπου και τον σταμάτησα. Παίρνοντας προστατευτικά μέτρα ερεύνησα τη τσάντα που είχε στην πλάτη του όπου μέσα υπήρχαν δυο κυλινδρικές συσκευασίες τυλιγμένες με καφέ τέλα. Ερώτησα εκείνη την ώρα «Τι είναι αυτά, είναι κάνναβης;» και μου απάντησε «Ναι». Του επίστησα την προσοχή του στον νόμο ότι χρήση και κατοχή της κάνναβης απαγορεύεται, μου απάντησε «Ξέρω το». Ακολούθως του επίστησα την προσοχή του στον νόμο ότι θα συλληφθεί και μου απάντησε «Έκαμα λάθος». Σαν αποτέλεσμα, ο μάρτυρας συνέλαβε τον κατηγορούμενο για αυτόφωρο αδίκημα και συγκεκριμένα για το αδίκημα της κατοχής κάνναβης. Οι δυο συσκευασίες με την απαγορευμένη ουσία όπως και ο κατηγορούμενος, μεταφέρθηκαν, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα που έγιναν στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης, στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, όπου οι συσκευασίες φωτογραφήθηκαν από τον Αστ.
- Οι φωτογραφίες κατατέθηκαν ενώπιον μας σαν τεκμήριο 1 στη δίκη εντός δίκης. Στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης κατατέθηκαν επίσης σαν τεκμήρια, αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς της δίκης εντός δίκης, η αθλητική τσάντα, τεκμήριο 2, οι δυο συσκευασίες με τη ξηρή φυτική ύλη, τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα, όπως και τα χάρτινα περιτυλίγματα τους, τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι το υπηρεσιακό αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε δεν έφερε διακριτικά της αστυνομίας, αυτός δε όπως και ο λοχίας συνάδελφος του, ήταν με πολιτική περιβολή. Συμφώνησε ότι ο δρόμος Φασούλλας - Πάφου είναι δρόμος με στροφές. Ανέφερε ότι ο λόγος που έκαμαν επαναστροφή την πρώτη φορά, ήταν για να ακολουθήσουν την πορεία του μοτοσικλετιστή «για να δουν τις κινήσεις του ...... Απλώς για να δουν τι έκαμνε στην περιοχή ........ Θεωρήθηκε ότι ήταν μια απλή υποψία». Ανέφερε επίσης ότι δεν σκόπευαν να τον σταματήσουν εκτός και αν «έβλεπαν ότι συμβαίνει κάτι το ύποπτο ή κάτι το παράνομο». Έκαμαν επαναστροφή για δεύτερη φορά με σκοπό να εντοπίσουν τον μοτοσικλετιστή ο οποίος είχε στο μεταξύ προλάβει να απομακρυνθεί εκτός πεδίου ορατότητας τους, και αφού τον εντοπίσουν να τον ακολουθήσουν. Επειδή όμως τούτο δεν κατέστη δυνατό, εγκατέλειψαν τις προσπάθειες τους για εντοπισμό του και κατευθύνθηκαν προς Λευκωσία με σκοπό την επιστροφή στη βάση τους. Στα πρώτα στάδια της αντεξέτασης του, ανέφερε ότι ο λόγος που ο ίδιος και ο λοχίας του αποφάσισαν να σταματήσουν όταν είδαν τον μοτοσικλετιστή κάτω από την αερογέφυρα του χωριού Ερήμη, ήταν «για εξακρίβωση των στοιχείων του και να τον ρωτήσουν το τι έκαμνε στην περιοχή της Φασούλλας». Σε μεταγενέστερο στάδιο στην αντεξέταση, ανέφερε «τον ανέκοψα για να τον ερευνήσω. Για να εξακριβώσω τα στοιχεία του και να ερευνήσω τι είχε μέσα στη τσάντα του και τον ίδιο. Τι έχει η μοτοσικλέτα, να ερευνήσω την εκεί όλη κατάσταση». Όταν ρωτήθηκε «με ποια εξουσία μπορούσε να κάμει αυτά τα πράγματα», απάντησε «υπήρχε εύλογη υποψία ότι διέπραττε αδίκημα. Μπορούσα να τον ανακόψω και να ερευνήσω την εν λόγω μοτοσικλέτα και τον εν λόγω οδηγό». Όταν ρωτήθηκε αναφορικά με το είδος του αδικήματος για το οποίο είχε εύλογη υποψία έτσι ώστε να ανακόψει τον κατηγορούμενο, αρχικά ανάφερε «Εμένα στο μυαλό μου ήταν αδικήματα για τα ναρκωτικά, αλλά μπορούσε να είχε διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα». Αμέσως μετά όμως και συγκεκριμένα όταν ρωτήθηκε κατά πόσο κατά τον χρόνο που ανέκοψε τον κατηγορούμενο στην αερογέφυρα της Ερήμης, διατηρούσε εύλογη υπόνοια ότι ο κατηγορούμενος είχε σχέση με ναρκωτικά, απάντησε «Όχι. Όταν τον σταμάτησα ήταν για να εξακριβώσω τα στοιχεία του». Σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης του, ο μάρτυρας ανέφερε ότι του είχε δημιουργηθεί η εύλογη υποψία ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε ναρκωτικά κατόπιν που συνδύασε την προσπάθεια του κατηγορούμενου, όταν τον πλησίασε και απευθύνοντας του τον λόγο του είπε «Αστυνομία», να διαφύγει, με τη συμπεριφορά του μοτοσικλετιστή στην περιοχή της Φασούλλας. Όταν του υποδείχθηκε ότι το μόνο στοιχείο που σύμφωνα με τον ίδιο διαπίστωσε από την οπτική επαφή που είχε με τον μοτοσικλετιστή στην περιοχή της Φασούλλας ήταν η χαμηλή ταχύτητα με την οποία ο τελευταίος οδηγούσε την μοτοσικλέτα, συμπεριφορά που κάθε άλλο παρά δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης υποψίας για μεταφορά ναρκωτικών, απάντησε «Με το τι είδαμε στο χωριό Φασούλλα. Στο χωριό Φασούλλα υπήρχε πληροφορία για διακίνηση ναρκωτικών. Στο μυαλό μας ήταν και το ότι όπως είπα και προηγουμένως διακίνηση ναρκωτικών από πόλη σε πόλη γίνεται με μοτοσικλέτες μεγάλου κυβισμού και με σακίδιο στον ώμο. Με συνδυασμό όλων αυτών, είχαμε την εύλογη υποψία ότι έκαμε τον ελιγμό για να διαφύγει και τον ανακόψαμε και αυτό έγινε σε κλάσματα δευτερολέπτου». Συμφώνησε ότι το μόνο που ενδιαφέρθηκε να πληροφορηθεί από τον κατηγορούμενο, ενώ ήταν ακόμα στην περιοχή της αερογέφυρας και για το οποίο ρώτησε σχετικά τον κατηγορούμενο, ήταν το όνομα του τελευταίου και τίποτε άλλο. Επίσης συμφώνησε ότι ούτε μετά τη σύλληψη και μεταφορά του κατηγορούμενου στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, ενδιαφέρθηκε να πληροφορηθεί από τον κατηγορούμενο οποιαδήποτε άλλα προσωπικά του στοιχεία. Δεν τον απασχόλησε γι' αυτό και δεν επεδίωξε να πληροφορηθεί ούτε και ρώτησε τον κατηγορούμενο είτε πριν είτε μετά την έρευνα, σύλληψη και μεταφορά του στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, κατά πόσο το πρόσωπο που θεάθηκε να οδηγεί τη μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού στην περιοχή της Φασούλλας νωρίτερα την ίδια μέρα ήταν ο κατηγορούμενος, και αν ναι, τους λόγους για τους οποίους είχε μεταβεί στην περιοχή και για τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί, ή κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε οποιαδήποτε σχέση με το πρόσωπο από του οποίου τα υποστατικά, φερόταν, σύμφωνα με τις πληροφορίες, να γίνεται η διακίνηση ναρκωτικών. Δεν ενημέρωσε ούτε και ανέφερε στους συναδέλφους του της ΥΚΑΝ Λεμεσού που ανέλαβαν τη διερεύνηση της υπόθεσης, οτιδήποτε, είτε αναφορικά με την παρουσία μοτοσικλετιστή στην περιοχή Φασούλλας, είτε αναφορικά με τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος και ο συνάδελφος του λοχίας προέβησαν σε σχέση με την εκεί παρουσία του μοτοσικλετιστή, την οδική συμπεριφορά του τελευταίου και τους οποιουσδήποτε προβληματισμούς η εκεί παρουσία του μοτοσικλετιστή τους είχε δημιουργήσει. Ούτε στην κατάθεση του στην αστυνομία κάμνει οποιασδήποτε μορφής μνεία σε παρουσία μοτοσικλετιστή στην περιοχή Φασούλλας ή στο κατά πόσο η παρουσία μοτοσικλετιστή στην εν λόγω περιοχή συνέβαλλε στη διαμόρφωση της απόφασης του μάρτυρα και του λοχία του να σταματήσουν στην περιοχή της αερογέφυρας και ο μάρτυρας να ανακόψει αρχικά τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αναφορικά με τους λόγους που δεν περιέλαβε τόσο σημαντικά, όπως δέχθηκε ότι ήταν, στοιχεία στην κατάθεση του στην αστυνομία, ανέφερε ότι «Ήταν γιατί θέλαμε να προστατεύσουμε την πληροφορία που είχαμε για τον Παντελή Λαζάρου». Σημειώνουμε ότι πρόκειται, σύμφωνα με τον μάρτυρα, για το πρόσωπο που οι πληροφορίες έφεραν, σύμφωνα με τον μάρτυρα, να διακινεί ναρκωτικά από τα υποστατικά του στο χωριό Φασούλλα. Όταν επίσης του υποδείχθηκε ότι στην κατάθεση του στην αστυνομία, εξειδικεύοντας τις κινήσεις του μοτοσικλετιστή κάτω από την αερογέφυρα τις οποίες θεώρησε ύποπτες, αναφέρεται μόνο στο μέγεθος κυβισμού της μοτοσικλέτας, στη νεαρή ηλικία του οδηγού, στο γεγονός ότι ο τελευταίος είχε κοντά μαλλιά και κρατούσε στο αριστερό του χέρι το κράνος του χρώματος γκρίζου και στο άλλο το φορητό του τηλέφωνο και στην πλάτη είχε στερεωμένη μια αθλητική τσάντα χρώματος μαύρου με άσπρο, και του ζητήθηκε να σχολιάσει κατά πόσο τα εν λόγω στοιχεία ήταν τέτοια που δικαιολογούσαν τον χαρακτηρισμό των κινήσεων του μοτοσικλετιστή σαν «ύποπτες», ο μάρτυρας απάντησε «Ναι, αλλά και αυτά που είχαμε υπόψη μας για την περιοχή της Φασούλλας», για να προσθέσει αμέσως μετά σαν απάντηση στην παρατήρηση/σχόλιο του συνηγόρου υπεράσπισης «τα οποία εσείς βέβαια αποφασίσατε να μην αποκαλύψετε σε κανένα με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και εμμέσως», τα εξής: «Αποφασίσαμε να τα πούμε στο Δικαστήριο. Δεν μπορούσαμε εκείνη την υποψία να την πούμε τότε επειδή θα είχαμε πρόβλημα στην υπόθεση του Παντελή Λαζάρου .......». Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δέχθηκε ότι στην κατάθεση του στην αστυνομία δεν αναφέρει ότι, όταν στην περιοχή της αερογέφυρας ρώτησε τον κατηγορούμενο αν το περιεχόμενο των δυο συσκευασιών ήταν κάνναβης, ο τελευταίος απάντησε καταφατικά. Όταν του ζητήθηκε να δώσει τους λόγους που τον οδήγησαν να μην αναφέρει στην κατάθεση του ένα τόσο σημαντικό στοιχείο, δηλαδή την παραδοχή του κατηγορούμενου, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι, επειδή από το σχήμα των συσκευασιών και την έντονη μυρωδιά που ανέδυε το περιεχόμενο τους, ήταν σίγουρος ότι πρόκειται για ναρκωτικά, «δεν είχε σκοπό να λάβει υπόψη ότι και να του έλεγε», ο κατηγορούμενος, «είτε όχι είτε οποιαδήποτε άλλη απάντηση», γιατί «ήταν βέβαιος ότι ήταν κάνναβης». «Ότι απάντηση και να μου έδινε θα έκανα τις ενέργειες που θα έκανα επειδή ήμουν βέβαιος ότι ήταν κάνναβης ....... Δεν χρειαζόμουν την απάντηση του», ανέφερε χαρακτηριστικά. Προτού ρωτήσει τον κατηγορούμενο κατά πόσο γνώριζε ότι επρόκειτο για κάνναβη, δεν επέστησε την προσοχή του τελευταίου στον νόμο. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν το έπραξε εφόσον μάλιστα ήταν πεπεισμένος ότι πρόκειται για κάνναβη, επανέλαβε ουσιαστικά την ίδια δικαιολογία που πρόβαλε για τους λόγους που στην κατάθεση του δεν κάνει αναφορά στην ισχυριζόμενη παραδοχή του κατηγορούμενου, δηλαδή ότι δεν τον ενδιέφερε η απάντηση του κατηγορούμενου. Η υπεράσπιση δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα, ούτε και ζήτησε άδεια για να καταθέσει ο κατηγορούμενος ο οποίος επέλεξε να παραμείνει σιωπηλός. Στην αγόρευση του ο κ. Στεφάνου έκανε εκτενή αναφορά στη μαρτυρία και ανέπτυξε τις θέσεις που είχε προβάλει στα πλαίσια της ένστασης του κάνοντας παράλληλα αναφορά σε νομολογία. Στη δική της αγόρευση η κα Αναστασίου υπεστήριξε ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρξε ανακοπή του κατηγορούμενου μέσα στην έννοια του όρου «ανακοπή», που εισηγείται ο κ. Στεφάνου. Η αστυνομία, υπεστήριξε η κα Αναστασίου, ενήργησε εντός των πλαισίων που οριοθετούν οι διατάξεις του Περί Αστυνομίας Νόμο 73
(1)/2004, οι Διατάξεις του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 και οι Διατάξεις του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών. Κοντολογίς, οι περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβαν χώρα τα γεγονότα κάτω από την αερογέφυρα Ερήμης, δεν συνιστούν, σύμφωνα με την κα Αναστασίου, στέρηση της προσωπικής ελευθερίας του κατηγορούμενου, μέσα στην έννοια των συνταγματικών δικαιωμάτων του, όπως αυτά κατοχυρώνονται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Εξετάσαμε με προσοχή τις αντίστοιχες θέσεις. Κατ' αρχή θεωρούμε σκόπιμο να διευκρινίσουμε ότι στο στάδιο αυτό δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα που να επηρεάζουν το γενικότερο θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. Ιωαννίδης ν. Δημοκρατία
(1968)2 CLR 169). Θεωρούμε επίσης σκόπιμο να επισημάνουμε την αρχή σύμφωνα με την οποία, στις περιπτώσεις μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παράβαση των θεμελιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων του ατόμου, δεν γεννάται θέμα ούτε και παρέχεται περιθώριο άσκησης διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τη δεκτότητα τέτοιας μαρτυρίας. Μια τέτοια μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει δεκτή για οποιοδήποτε σκοπό (βλ. αποκλειστικά για σκοπούς παράθεσης της εν λόγω αρχής παραπέμπουμε στις υποθέσεις Αστυνομία ν. Γεωργιάδη
(1983)2 CLR 33, Αστυνομία ν. Γιάλλουρου
(1992)2 ΑΑΔ σελ. 147 και Υπόμνημα με αρ. 352 Δημοκρατία ν. Μαρίνας Αβρααμίδου κ.α.
(2004)2 ΑΑΔ σελ. 51). Τέλος θεωρούμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την αρχή ότι η πλευρά που φέρει το βάρος απόδειξης σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η πλευρά της κατηγορούσας αρχής η οποία υποχρεούται να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η προτιθέμενη μαρτυρία δεν λήφθηκε κατά παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου. Συνιστά κοινό έδαφος ότι το πρόσωπο που επέβαινε της μεγάλου κυβισμού μοτοσικλέτας, κάτω από την αερογέφυρα της Ερήμης, ήταν ο κατηγορούμενος. Συνιστά επίσης κοινό έδαφος ότι ο ΜΚ1 αφού κατέβηκε από το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε σαν συνεπιβάτης, πλησίασε τον κατηγορούμενο. Συνιστά επίσης κοινό έδαφος το γεγονός ότι ο ΜΚ1 ερεύνησε τον κατηγορούμενο στη σκηνή και στα πλαίσια της εν λόγω έρευνας, στο σακίδιο που είχε στερεωμένο στην πλάτη του ο κατηγορούμενος, εντοπίστηκαν δυο συσκευασίες οι οποίες περιείχαν κάνναβη. Πρόκειται για την κάνναβη αντικείμενο του κατηγορητηρίου, τεκμήριο στη δίκη εντός δίκης. Τέλος, συνιστά κοινό έδαφος ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε στη σκηνή για αυτόφωρο αδίκημα από τον ΜΚ1 και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού. Συνακόλουθα για σκοπούς της παρούσας δίκης εντός δίκης, υιοθετούμε τα εν λόγω γεγονότα. Το πρώτο ερώτημα που εγείρεται είναι αν ο ΜΚ1 νομιμοποιείτο να ανακόψει τον κατηγορούμενο με βάση οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια και σε περίπτωση που η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα είναι καταφατική, κατά πόσο η ανακοπή του κατηγορούμενου κάτω από την αερογέφυρα της Ερήμης ήταν προσωρινή, ως η θέση της κατηγορούσας αρχής ή συνιστούσε στέρηση της ελευθερίας του ως η θέση της υπεράσπισης. Έχει νομολογηθεί ότι η ανακοπή και η ακινητοποίηση οχήματος με σκοπό την έρευνα που διενεργείται μέσα στο πλαίσιο που οριοθετούν οι διατάξεις του Περί Αστυνομίας Νόμου, του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 και των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών «δεν συνιστά στέρηση της προσωπικής ελευθερίας όσο και αν ενδεχομένως συνεπάγεται, ανάλογα με τα περιστατικά, κάποιο περιορισμό των κινήσεων», (βλ. Δημοκρατία ν. Kirnouyan & another
(1996)2 AAΔ σελ. 126). Σημειώνουμε ότι στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις των συγκεκριμένων τριών νομοθετημάτων έκαμαν αναφορά και οι δυο συνήγοροι. Αναφορικά με τις πρόνοιες του άρθρου 26 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου περιοριζόμαστε να πούμε πως οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Είναι πιστεύουμε αρκετό να επισημάνουμε πως οι συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις τυγχάνουν εφαρμογής στις περιπτώσεις που η εύλογη υποψία που οδήγησε στην ανακοπή και έρευνα μεταφορικού μέσου, αφορούν μεταφορά «οποιασδήποτε εκρηκτικής ύλης, επιθετικού όπλου ή άλλου οργάνου βιαιότητας» κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση μας. Αναφορικά με τις διατάξεις του άρθρου 28 του Περί Αστυνομίας Νόμου 73
(1)/2004 οι οποίες είναι ουσιαστικά πανομοιότυπες με τις πρόνοιες του άρθρου 21 του Περί Αστυνομίας Νόμου Κεφ. 285 που ίσχυαν πριν την εφαρμογή του Περί Αστυνομίας Νόμου 73
(1)/2004 και οι οποίες απασχόλησαν το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kirnouyan (ανωτέρω) παρατηρούμε τα εξής. Και αυτές οι πρόνοιες παρέχουν δυνατότητα στην αστυνομία ανακοπής και έρευνας προσώπου ή μεταφορικού μέσου. Η εν λόγω δυνατότητα όμως τελεί υπό την προϋπόθεση ύπαρξης «εύλογης υποψίας», στην περίπτωση προσώπου είτε ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο «προβαίνει ή προτίθεται να προβεί σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη ή ενέργεια ή ότι έχει παράνομα στην κατοχή του οποιοδήποτε αντικείμενο», είτε στην περίπτωση μεταφορικού μέσου, ότι το μεταφορικό μέσο που ανακόπηκε, «χρησιμοποιείται ή εμπλέκεται στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου». Οι νομοθετικές διατάξεις του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 οι οποίες επίσης απασχόλησαν τις δυο πλευρές, είναι αυτές του άρθρου 29
(2). Και οι εν λόγω πρόνοιες επιβάλλουν σαν απαραίτητη προϋπόθεση για άσκηση της παρεχόμενης από αυτές εξουσίας, την ύπαρξη υποψίας η οποία να εδράζεται σε εύλογη αιτία, ότι κάποιος μεταφέρει ναρκωτικά. Διεξήλθαμε το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό με οδηγό τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση του σε ενδιάμεσες διαδικασίες όπως η παρούσα. Υπενθυμίζουμε ότι σ' αυτό το στάδιο δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα που να επηρεάζουν το γενικότερο θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων καθώς επίσης και ότι το βάρος απόδειξης ότι η προτιθέμενη μαρτυρία δεν λήφθηκε κατά παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου, το φέρει η κατηγορούσα αρχή η οποία υποχρεούται να το αποσείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατά συνέπεια θα πρέπει η κατηγορούσα αρχή να καταδείξει ότι ο ΜΚ1 είχε κατά νου συγκεκριμένες υποψίες οι οποίες δικαιολογούσαν την ανακοπή της μοτοσικλέτας κάτω από την αερογέφυρα της Ερήμης και πως αυτές οι υποψίες, κρινόμενες αντικειμενικά ήσαν εύλογες. Είναι πιστεύουμε αρκετό να διεξέλθει ένας τη μαρτυρία του ΜΚ1 για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι τοποθετήσεις του εν λόγω μάρτυρα αναφορικά με τους λόγους που τον οδήγησαν να σταματήσει τη μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου, είναι αντιφατικές. Από τη μια ο μάρτυρας υποστηρίζει ότι ανέκοψε τον κατηγορούμενο για να ελέγξει τα στοιχεία του και να διακριβώσει τους λόγους της παρουσίας του στην περιοχή Φασούλλας, νωρίτερα την ίδια μέρα. Από την άλλη, ισχυρίζεται ότι ανέκοψε τον κατηγορούμενο για εξακρίβωση στοιχείων, παράλληλα όμως τον ανέκοψε και για να τον ερευνήσει. Από τη μια δέχεται ότι όταν ανέκοψε τον κατηγορούμενο «στο μυαλό του ήταν για ναρκωτικά», από την άλλη αρνείται ότι όταν ανέκοψε τον κατηγορούμενο στην αερογέφυρα της Ερήμης, τον ανέκοψε για αδίκημα που σχετιζόταν με ναρκωτικά ή ότι διατηρούσε εύλογη υπόνοια ότι είχε σχέση με ναρκωτικά. Από τη μια ισχυρίζεται ότι βασικός λόγος για τον οποίο ανέκοψε τον κατηγορούμενο ήταν και η διερεύνηση των κινήσεων του τελευταίου στην περιοχή Φασούλλας. Από την άλλη καμιά ερώτηση δεν υποβάλει στον κατηγορούμενο έστω και μετά τη σύλληψη του για τα όσα έλαβαν χώρα στην περιοχή Φασούλλας. Από τη μια δέχεται ότι η παρουσία μοτοσικλετιστή στην περιοχή Φασούλλας όχι μόνο συνιστά σημαντικό στοιχείο αλλά και στοιχείο που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη λήψη απόφασης για ανακοπή της μοτοσικλέτας του κατηγορούμενου. Από την άλλη όμως, στην κατάθεση του στην αστυνομία, σιωπά για ένα τόσο σημαντικό στοιχείο, το οποίο μάλιστα δεν αποκαλύπτει ούτε και στους συναδέλφους του που ανέλαβαν τη διερεύνηση της υπόθεσης μετά την έρευνα, σύλληψη και μεταφορά του κατηγορούμενου στα γραφεία της ΥΚΑΝ στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού. Από τη μια ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος, στην περιοχή της αερογέφυρας, προέβη σε δήλωση παραδοχής όταν του υπέδειξε τα ναρκωτικά και τον ρώτησε αν είναι κάνναβης. Από την άλλη όμως στην κατάθεση του στην αστυνομία επίσης σιωπά και γι' αυτό το σημαντικό στοιχείο. Έχουμε την άποψη ότι δεν ήταν καθόλου δύσκολο για τον μάρτυρα να περιλάβει στην κατάθεση του τα τόσο σημαντικά, όπως και ο ίδιος αναγνώρισε στοιχεία, που δεν έχει περιλάβει, και παράλληλα να διασφαλίσει το απόρρητο των πληροφοριών του, το περιεχόμενο τους και την ταυτότητα του προσώπου στο οποίο οι εν λόγω πληροφορίες αφορούσαν. Και όμως δεν το έκαμε. Ενόψει όλων των πιο πάνω και έχοντας κατά νου το βάρος απόδειξης που απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις, διατηρούμε αμφιβολίες αναφορικά με τις συνθήκες ανακοπής του κατηγορούμενου και τους λόγους που οδήγησαν τον μάρτυρα να τον ανακόψει και κατ' επέκταση διατηρούμε αμφιβολίες αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξήχθη η επίμαχη έρευνα, στα πλαίσια της οποίας εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά. Ως εκ τούτου διατηρούμε σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο ο μάρτυρας έδρασε έχοντας κατά νου συγκεκριμένες υποψίες για διάπραξη αδικήματος από τον κατηγορούμενο και συνεπώς κατά πόσο η ανακοπή έχει νομικό έρεισμα. Ενόψει των πιο πάνω θεωρούμε ότι δεν θα ήταν ασφαλές να επιτραπεί η κατάθεση σαν τεκμήριο των ανευρεθέντων στα πλαίσια της εν λόγω έρευνας ναρκωτικών. Ως εκ τούτου η ένσταση επιτυγχάνει. (Υπ.) ............ Α. Πασχαλίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............ Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............ Λ. Μάρκου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΣΧ Subject: Criminal/Assize Court/Interim (Αναφορά: Ένσταση για δεκτότητα τεκμηρίων). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο