Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 14131/07, 19 Μαρτίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14131/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Ανδρέας Γεωργίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 19 Μαρτίου, 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Χατζηλοϊζου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση αφορά θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα το οποίο επεσυνέβη στις 2.12.2006 στην οδό Aκαδήμου στη Λεμεσό, όταν το όχημα τύπου πικ-απ το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος συγκρούστηκε με τον Παναγιώτη Σπανό, 49 ετών, τέως από τη Λευκωσία, ο οποίος εκείνη την ώρα εκτελούσε εργασία μέσα στο δρόμο. Ο Σπανός τραυματίστηκε σοβαρά από το δυστύχημα και στις 18.12.2006 υπέκυψε στα τραύματά του, στο νοσοκομείο. Συνεπεία του πιο πάνω δυστυχήματος, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα. Με βάση το χειρισμό της υπόθεσης από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορουμένου και όσα αυτός εισηγήθηκε αγορεύοντας, η υπεράσπιση συνοψίζεται στο ότι ο Κατηγορούμενος τυφλώθηκε από τον ήλιο, ο οποίος ήταν ακριβώς απέναντί του την ώρα του δυστυχήματος. Παραδεκτά γεγονότα Η ακροαματική διαδικασία διευκολύνθηκε με την εκ συμφώνου κατάθεση, ως τεκμηρίων, διαφόρων εγγράφων και τη δήλωση παραδεκτών γεγονότων ως ακολούθως: - Στις 2.12.2006 και περί ώραν 07:40 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα τύπου πικ-απ με αρ. εγγραφής YX 453 (εφεξής «το όχημα») στην οδό Ακαδήμου στη Λεμεσό με ανατολική κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου συγκρούστηκε με τον πεζό Παναγιώτη Σπανό, 49 ετών (εφεξής «το θύμα») ο οποίος εκείνη την ώρα βρισκόταν εντός του δρόμου. - Από το δυστύχημα το θύμα τραυματίστηκε σοβαρά και διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου εισήχθη στην εντατική μονάδα. - Στις 18.12.2006 το θύμα απεβίωσε και ο Δρ. Νίκος Άστρας εξέδωσε τη σχετική βεβαίωση θανάτου. - Στις 18.12.2006 ο ιατροδικαστής Δρ. Νίκος Χαραλάμπους διενήργησε νεκροψία επί της σωρού του θύματος και διαπίστωσε ότι αιτία θανάτου ήταν η βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Tην αναγνώριση της ταυτότητας του θύματος έκανε ο κ. Κυριάκος Κυριακίδης, ανεψιός του θύματος, ενώ η Αστυνομία έλαβε αριθμό φωτογραφιών. Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε τέσσερις μάρτυρες, τον Αν.Λοχία 3027 Ανδρέα Περικλέους (Μ.Κ.1), τον Αρχιαστυφύλακα 1872 Παναγιώτη Χριστοδούλου (Μ.Κ.2), τον κ. Κώστα Μαντζιάρη (Μ.Κ.3) και τον κ. Σταύρο Σωτηρίου (Μ.Κ.4). Ο Μ.Κ.1, ο οποίος υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού και ασχολήθηκε με τη διερεύνηση του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος, ανέφερε ότι πήρε αριθμό φωτογραφιών της νεκροψίας και ότι είχε πληροφορηθεί ότι ο Μ.Κ. 3 υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος. Ο Μ.Κ. 2, ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Τροχαίας στον κλάδο διερεύνησης δυστυχημάτων, υιοθέτησε γραπτή κατάθεση που ετοίμασε, στην οποία αναφέρει ότι μετέβη στη σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος μισή ώρα μετά που επεσυνέβη. Βρήκε το ενεχόμενο όχημα στην τελική του θέση και παρόντες τον Κατηγορούμενο και τον Μ.Κ.
- Το θύμα είχε ήδη διακομιστεί στο νοσοκομείο. Στη συνέχεια ο Μ.Κ. 2 προέβη στις απαραίτητες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, στο οποίο τοποθέτησε με «Χ» το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε ο Κατηγορούμενος και με «Χ1» το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε ο Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ. 2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 δέσμη φωτογραφιών της σκηνής. Επιπλέον, επειδή ο Κατηγορούμενος στην κατάθεσή του προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο ήλιος ήταν ακριβώς απέναντί του την ώρα του δυστυχήματος και του εμπόδιζε την ορατότητα, ο Μ.Κ. 2 μετέβη ξανά στη σκηνή στις 8.12.2006 και ήλεγξε τον ισχυρισμό αυτό. Διαπίστωσε ότι ο ήλιος πράγματι είναι σε τέτοιο ύψος που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την κατεύθυνση που εκινείτο το όχημα, χωρίς όμως να τυφλώνει εντελώς ένα μέσο οδηγό. Διαπίστωσε επίσης ότι δεν υπήρχαν σημάνσεις στο δρόμο ή πινακίδες για την εκτέλεση οδικών έργων. Ο Μ.Κ. 2 εξέτασε το όχημα και διαπίστωσε ότι τα συστήματα πέδησης και διεύθυνσης ήταν ικανοποιητικά, τα ελαστικά σε καλή κατάσταση, ενώ ο χιλιομετρητής, το χειρόφρενο και η κόρνα δεν λειτουργούσαν. Κατά την προφορική του μαρτυρία ο Μ.Κ. 2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 το σχέδιο επί κλίμακας της σκηνής το οποίο ετοίμασε βάσει του προχείρου και επεξήγησε τα όσα απεικονίζει. Το «Χ» απέχει 4,20μ. από την άκρη του νότιου πεζοδρομίου, ενώ το «Χ1» απέχει 2,70μ. Η κηλίδα αίματος «Δ» απέχει περίπου 10 μέτρα από το σημείο του δυστυχήματος. Το ίχνος από μπογιά spray που βρήκε στην άσφαλτο σημειώθηκε με «Β1» και προσδιορίζει το σημείο όπου βρισκόταν το θύμα και τοποθετούσε σημάδι στο δρόμο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Η τελική θέση του οχήματος απέχει περίπου 15 μέτρα από το σημείο του δυστυχήματος. Όσον αφορά τον έλεγχο που διενήργησε για την ορατότητα του οδηγού, ο Μ.Κ. 2 πρόσθεσε ότι μετέβη στο μέρος στις 8.12.2006 με αυτοκίνητο το οποίο ήταν περίπου του ιδίου ύψους με το όχημα του Κατηγορουμένου και την ίδια ώρα που επεσυνέβη το δυστύχημα. Ο Μ.Κ. 2 διαπίστωσε ότι ο ήλιος δεν τύφλωνε εντελώς τον οδηγό, ακόμη και χωρίς να κατεβάσει ο οδηγός το σκίαστρο. Ανέφερε επίσης ότι το όχημα του Κατηγορουμένου ήταν εφοδιασμένο με τέτοια σκίαστρα εσωτερικά του ανεμοθώρακα. Ο Μ.Κ. 2 προσδιόρισε την ορατότητα του Κατηγορουμένου στα 100 μέτρα περίπου και πρόσθεσε ότι ο καιρός ήταν ηλιόλουστος και το όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ω. Ο Μ.Κ. 3, 52 ετών, δημόσιος υπάλληλος, αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος, υιοθέτησε γραπτή κατάθεση που είχε δώσει στην Αστυνομία στις 22.12.2006, στην οποία αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητό του στην οδό Πάφου με δυτική κατεύθυνση και συνοδηγό τη σύζυγό του, Φρειδερίκη. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, ο Μ.Κ. 3 αντιλήφθηκε προς τα αριστερά του σε παράλληλο δρόμο (την οδό Ακαδήμου) έναν άντρα να βρίσκεται όρθιος στη μέση περίπου του δρόμου φορώντας φωσφορούχο γιλέκο, με το πρόσωπο προς την ανατολή. Την ίδια ώρα, ο Μ.Κ. 3 είδε ένα ημιφορτηγό να κατευθύνεται ανατολικά κρατώντας τη μέση του δρόμου. Το όχημα αυτό διήνυσε περίπου 80 μέτρα μέχρι το σημείο όπου βρισκόταν το θύμα και τον κτύπησε χωρίς να εφαρμόσει τα φρένα ή να κάνει οποιαδήποτε κίνηση προς αποφυγή της σύγκρουσης. Το θύμα εκτινάχθηκε μερικά μέτρα δεξιά της πορείας του οχήματος. Ο Μ.Κ. 3 αμέσως κατέβηκε στο μέρος καθότι είναι Πρώτος Βοηθός. Το θύμα ήταν ανάσκελα στο έδαφος με σοβαρό τραύμα στο κεφάλι αλλά είχε σφυγμό και ο Μ.Κ. 3 ειδοποίησε ασθενοφόρο. Ο οδηγός του οχήματος - Κατηγορούμενος - τους πλησίασε και ρώτησε τι είχε συμβεί. Στη σκηνή βρισκόταν ακόμη ένας άντρας ο οποίος εργαζόταν μαζί με το θύμα. Ο Μ.Κ. 3 πρόσθεσε ότι το όχημα δεν έτρεχε και ότι δεν γνωρίζει οποιοδήποτε από τους εμπλεκομένους. Κατά την προφορική του μαρτυρία, ο Μ.Κ. 3 διευκρίνισε ότι ο δρόμος του δυστυχήματος είναι πιο χαμηλός κατά μισό μέτρο από τον παράλληλο δρόμο στον οποίο εκινείτο ο ίδιος και ότι το δυστύχημα έγινε σε απόσταση 20 μέτρων από τον ίδιο. Ο Μ.Κ. 3 ανέφερε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος, όταν κατέβηκε από το όχημα και πλησίασε το θύμα, τον αναγνώρισε ως τον συνάδελφό του Πανίκκο. Η σύζυγος του Μ.Κ. 3, Φρειδερίκη, είπε στον Κατηγορούμενο ότι σκότωσε το θύμα και ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι είχε τυφλωθεί από τον ήλιο. Αμέσως πριν τη σύγκρουση το θύμα, σύμφωνα με τον Μ.Κ. 3, ήταν μισοκαθισμένος («τσουλοκαθιστός») για κάποια δευτερόλεπτα και τοποθετούσε ένα σημάδι στο δρόμο με spray. Όταν το όχημα πλησίασε και βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από το θύμα (αρχικά ο Μ.Κ. 3 το προσδιόρισε στα 20 μέτρα περίπου), το θύμα σηκώθηκε, έκανε 3-4 βήματα προς τα ανατολικά και ακολούθως κτυπήθηκε από το όχημα. Ο Μ.Κ. 3 κατέθεσε επιπλέον ότι δεν υπήρχαν άλλα οχήματα στο δρόμο του δυστυχήματος και αρνήθηκε την υποβολή της Υπεράσπισης ότι η σειρά από φοινικιές μεταξύ της οδού Πάφου και της οδού Ακαδήμου εμπόδιζε την ορατότητά του. Ανέφερε ότι αντιλήφθηκε το όχημα του Κατηγορουμένου για πρώτη φορά σε απόσταση περίπου 80 μέτρων από τον ίδιο, μόλις το όχημα πέρασε την ελαφριά στροφή της οδού Ακαδήμου και ο δρόμος έγινε ευθύς. Τοποθέτησε το σημείο αυτό στις φωτογραφίες με «Μ», λίγα μέτρα πριν από το σημείο που έθεσε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ως το σημείο όπου ο δρόμος γίνεται ίσιος. Δέχθηκε επιπλέον την εισήγηση ότι δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα σε ποια πλευρά του δρόμου εκινείτο το όχημα, καθότι ο Μ.Κ. 3 ήταν σε κίνηση όταν τον πρωτοείδε. Ο Μ.Κ. 4, εργάτης 49 ετών, αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος, υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση την οποία είχε δώσει στην Αστυνομία τη μέρα του δυστυχήματος. Στις 07:15 άρχισε εργασία μαζί με άλλα άτομα συμπεριλαμβανομένου και του θύματος. Η εργασία τους ήταν η τοποθέτηση σημαδιών στο κέντρο του δρόμου για να χαραχθεί αργότερα η μεσαία διαχωριστική γραμμή. Γύρω στις 07:40 και αφού μετρήθηκε ο δρόμος, ο Μ.Κ. 4 βρισκόταν στην άκρια του νότιου πεζοδρομίου, ενώ το θύμα βρισκόταν στο κέντρο του δρόμου και έβαζε σημάδι με σπρέι. Ο Μ.Κ. 4 του είπε να προσέξει καθότι είχε δει ένα ημιφορτηγό να έρχεται από δυτικά. Το θύμα έβαλε το σημάδι στο δρόμο και σηκώθηκε πάνω, έκανε βήμα προς τον Μ.Κ. 4 οπότε ήρθε το όχημα και τον κτύπησε, μάλλον στη δεξιά του πλευρά, με την μπροστινή δεξιά γωνία του οχήματος. Το θύμα εκτινάχθηκε 7-8 μέτρα και κατέληξε ανάσκελα στη νότια πλευρά του δρόμου. Το όχημα σταμάτησε λίγα μέτρα πιο ανατολικά από το θύμα, στη βόρεια πλευρά του δρόμου. Ο Μ.Κ. 4 υπολόγισε την ταχύτητα του οχήματος στα 30-40 χ.α.ω. και πρόσθεσε ότι δεν εφάρμοσε καθόλου φρένα, αλλά και ότι την ώρα του δυστυχήματος δεν υπήρχαν άλλα οχήματα στο δρόμο. Ο Μ.Κ. 4 ανέφερε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος, όταν κατέβηκε από το όχημα, φώναξε ότι δεν είχε δει καθόλου το θύμα. Ο Μ.Κ. 4 πρόσθεσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και το θύμα φορούσαν φωσφορούχα γιλέκα, ενώ το θύμα κρατούσε το σπρέι και το μέτρο. Κατά την προφορική του μαρτυρία, ο Μ.Κ. 4 κατέθεσε ότι πρωτοείδε το όχημα σε απόσταση περίπου 150 μέτρων και φώναξε στο θύμα να προσέχει στα 70 μέτρα περίπου. Όταν το θύμα σηκώθηκε πάνω, ήταν σε απόσταση 30-40 μέτρων περίπου από το όχημα. Το θύμα είχε ύψος 1,80-1,85μ. Κατά την αντεξέταση, ο Μ.Κ. 4 ανέφερε ότι διατηρούσε φιλικές σχέσεις με το θύμα. Όταν το θύμα ήταν σκυφτός για να τοποθετήσει σημάδι στο κέντρο του δρόμου, έβλεπε προς την ανατολή, δηλαδή είχε την πλάτη στραμμένη προς το όχημα. Κατέθεσε επιπλέον ότι το θύμα κτυπήθηκε στο πρόσωπο καθότι ο ανεμοθώρακας του οχήματος ήταν ελαφρώς ραγισμένος μετά το δυστύχημα (βλ. φωτογραφία 10 Τεκμήριο 7). Επέμεινε δε ότι η σύγκρουση επήλθε όταν το θύμα ήταν όρθιο. Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης, τον κ. Πάνο Αναστασίου (Μ.Υ.). Στη μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος, 49 ετών, τεχνικός, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης που είχε δώσει στην Αστυνομία τη μέρα του δυστυχήματος. Στην εν λόγω κατάθεση αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο οδηγούσε το όχημα με ανατολική κατεύθυνση και ταχύτητα 20-30 χ.α.ω. στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Δεν υπήρχε καθόλου τροχαία κίνηση. Σε κάποιο σημείο, υπήρχε μια ελαφριά στροφή του δρόμου και ακολούθως ο δρόμος γινόταν ευθύς. Τότε εμφανίστηκε ο ήλιος απέναντί του, στο ίδιο ύψος σχεδόν με το ύψος του ιδίου όπως καθόταν μέσα στο όχημα. Κατέβασε το προστατευτικό σκίαστρο που βρίσκεται πάνω από τη θέση του οδηγού και συνέχισε την πορεία του, πάντοτε τηρώντας την πλευρά του. Αφού προχώρησε ευθεία, ένοιωσε κτύπημα πάνω στο μπροστινό μέρος του οχήματος και είδε έναν άντρα να εκτινάσσεται μπροστά του και να καταλήγει στη νότια πλευρά του δρόμου. Ο Κατηγορούμενος αναφέρει περαιτέρω στην κατάθεσή του ότι δεν είδε το θύμα πριν τη σύγκρουση και δεν θυμάται αν είδε άλλο άνθρωπο πεζό στο δρόμο ή στο πεζοδρόμιο. Μόλις επήλθε η σύγκρουση, ο Κατηγορούμενος εφάρμοσε τα φρένα ενστικτωδώς και ακινητοποίησε το όχημα λίγο πιο κάτω. Κατέβηκε και πήγε στο θύμα, το οποίο ήταν αναίσθητο. Μαζί με το θύμα βρισκόταν ένας άλλος άντρας (ο Μ.Κ. 4) ο οποίος ρώτησε τον Κατηγορούμενο αν δεν είχε δει το θύμα και ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν τον είδε καθόλου πριν τη σύγκρουση. Ακολούθως έφτασε στο μέρος και άλλος κόσμος για βοήθεια και ειδοποιήθηκε ασθενοφόρο. Το θύμα αιμορραγούσε από το κεφάλι και φορούσε φωσφορούχο γιλέκο όπως φορούσε και ο Μ.Κ. 4 που ήταν μαζί του. Δεν υπήρχαν προειδοποιητικές πινακίδες για οδικά έργα. Η Αστυνομία διενήργησε αλκοτέστ στη σκηνή με μηδενική ένδειξη. Το όχημα υπέστη ελαφριές ζημιές και ειδικότερα έσπασε ο μπροστινός δεξιός δείκτης πορείας και ράγισε ο μπροστινός ανεμοθώρακας στη δεξιά πλευρά. Τέλος, ο Κατηγορούμενος αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή του ότι δεν φορούσε γυαλιά ηλίου και θεωρεί ότι οδηγούσε ασφαλισμένα. Κατά την προφορική του μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος υπέδειξε τόσο στις φωτογραφίες Τεκμήριο 7 όσο και στο σχέδιο Τεκμήριο 5 το σημείο όπου ο δρόμος έγινε ευθύς και τον τύφλωσε ο ήλιος. Μετά από αυτό το σημείο, το οποίο υπολόγισε ότι ήταν περίπου 20 μέτρα πριν από το σημείο σύγκρουσης, δεν μπορούσε να δει εντός του δρόμου. Συνεπώς κατέβασε το σκίαστρο και συνέχισε να κινείται στην πλευρά του με χαμηλή ταχύτητα. Δεν προχώρησε πολύ και επήλθε η σύγκρουση. Ανέφερε επιπλέον ότι παρά το ότι κατέβασε το σκίαστρο, και πάλι δεν έβλεπε καθότι είναι πολύ μικρό, και ότι η σύγκρουση επήλθε σχεδόν ταυτόχρονα με το κατέβασμα του σκιάστρου καθότι δεν προχώρησε πολύ. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, το θύμα, ο οποίος ήταν φίλος του, είχε ύψος 1,75μ. περίπου. Ο Μ.Υ., μηχανολόγος, εκτιμητής μηχανοκινήτων τροχοφόρων, διερευνητής τροχαίων δυστυχημάτων, κατέθεσε τα διπλώματα που κατέχει στον τομέα του καθώς και «Έκθεση-Πραγματογνωμοσύνη» που ετοίμασε για το επίδικο δυστύχημα, κατ'εντολήν του Κατηγορουμένου. Προέβη σε αυτοψία της σκηνής ακριβώς 2 χρόνια μετά το δυστύχημα σε ώρα αντίστοιχη με την ώρα του δυστυχήματος, όταν επικρατούσαν οι ίδιες καιρικές συνθήκες. Προέβη σε αναπαράσταση της πορείας του οχήματος χρησιμοποιώντας το ίδιο το εμπλεκόμενο όχημα. Ο Μ.Υ. κατέθεσε ότι ο επίδικος δρόμος δεν ακολουθεί από την αρχή ευθεία πορεία και υπέδειξε στη φωτογραφία αρ.1 του Τεκμηρίου 7 το σημείο μετά το ύψος της συμβολής του δρόμου με την πάροδο Ατρισίου όπου ο δρόμος, μετά από ελαφριά στροφή, αρχίζει ευθεία πορεία. Ο Μ.Υ. κατέθεσε επίσης ότι κατά τη συγκεκριμένη ώρα ο ήλιος βρίσκεται σε χαμηλό ύψος και απέναντι από τον οδηγό ως η πορεία του Κατηγορουμένου, από το σημείο όπου ξεκινά η ευθεία πορεία του δρόμου, έτσι που ο οδηγός δεν μπορεί να δει καθόλου το δρόμο μπροστά του. Το σκίαστρο του οχήματος δεν παρέχει προστασία από τις ακτίνες του ηλίου όταν ο ήλιος βρίσκεται στο συγκεκριμένο υψόμετρο. Με βάση την ειδικότητά του, ο Μ.Υ. ανέφερε ότι όταν ένας οδηγός τυφλωθεί από τον ήλιο με αυτόν τον τρόπο, χρειάζεται χρόνο 3-4 δευτερολέπτων να το συνειδητοποιήσει, να ελέγξει κατά πόσο υπάρχει όχημα πίσω του και να ακινητοποιήσει το όχημά του. Το ψηλότερο σημάδι ζημιάς στο όχημα από τη σύγκρουση βρίσκεται σε ύψος 1,50μ. από το έδαφος. Με βάση αυτή τη διαπίστωση, ο Μ.Υ. κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, αν το θύμα είχε ύψος 1,80μ., πιθανόν να κτυπήθηκε ενόσω προσπαθούσε να σηκωθεί όρθιος από καθιστή θέση. Ο Μ.Υ. ανέφερε περαιτέρω ότι δεν μπορεί να γνωρίζει ποιο μέρος του οχήματος είχε την πρώτη επαφή με το σώμα του θύματος, αλλά το φυσιολογικό είναι να ήταν με την μπροστινή κάτω δεξιά γωνία (φανάρι) όπου επίσης υπήρχε ζημιά, εφόσον το κάτω μέρος του οχήματος προεξέχει του υπόλοιπου μπροστινού μέρους. Δεν μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο η ζημιά στο ύψος 1,50μ να προκλήθηκε όταν το θύμα εκτινάχθηκε προς τα πάνω μετά από την αρχική σύγκρουση με την κάτω δεξιά γωνία (φανάρι) του οχήματος, όπου επίσης υπήρχε ζημιά. Επιπλέον, ο Μ.Υ. παρατήρησε ότι ο ανεμοθώρακας βρίσκεται σχεδόν κάθετα ως προς τον οδηγό και όχι υπό γωνία, με αποτέλεσμα η ορατότητα του οδηγού να επηρεάζεται καθοριστικά, επειδή οι ακτίνες του ηλίου περνούν κατ' ευθείαν προς το πρόσωπο του οδηγού και δεν αντανακλώνται, όπως συμβαίνει σε οχήματα τύπου σαλούν όπου ο ανεμοθώρακας είναι τοποθετημένος με κλίση. Στην Έκθεσή του Τεκμήριο 14, ο Μ.Υ. υπολόγισε ότι αν το όχημα εκινείτο με ταχύτητα 30 χ.α.ω. θα χρειαζόταν 8,39' να διανύσει μία απόσταση 70 μέτρων και 9,49' για 80 μέτρα. Εάν εκινείτο με 40 χ.α.ω., θα χρειαζόταν 6,29' για απόσταση 70 μέτρων και 7,19' για 80 μέτρα. Επιπλέον, ο Μ.Υ. υπολόγισε ότι ο πεζός, αν είχε ύψος 1,80μ., θα μπορούσε να διανύσει με κανονικό βηματισμό απόσταση μεταξύ 9,60μ. και 15,50μ. στους χρόνους αυτούς. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Συμπεράσματα Η μαρτυρία του Μ.Κ. 1 είναι περιορισμένης σημασίας καθότι αφορούσε κυρίως τη λήψη φωτογραφιών της νεκροψίας και την πληροφόρηση ότι ο Μ.Κ. 3 (και όχι η σύζυγός του Φρειδερίκη) υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος. Ο Μ.Κ. 2 μου δημιούργησε την εντύπωση ενός ευσυνείδητου αστυνομικού που εκτελεί με αντικειμενικότητα τα καθήκοντά του. Κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του και ειδικότερα την ορθότητα των μετρήσεων που διενήργησε και το περιεχόμενο του σχεδίου Τεκμήριο 5, καθώς και τα όσα ανέφερε σε σχέση με τη διερεύνηση του δυστυχήματος. Όσον αφορά τον έλεγχο που διενήργησε για να διαπιστώσει κατά πόσο ο ήλιος πράγματι τύφλωσε τον Κατηγορούμενο, σημειώνω ότι ο Μ.Κ. 2 δεν διενήργησε τον έλεγχο αυτό με το όχημα του Κατηγορουμένου, αλλά με άλλο αυτοκίνητο, το οποίο είχε περίπου το ίδιο ύψος, και διαπίστωσε ότι ο ήλιος δεν τύφλωνε εντελώς ένα μέσο οδηγό. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αυτά που διαπίστωσε ο Μ.Κ. 2 με το αυτοκίνητο που χρησιμοποίησε ευσταθούν απόλυτα. Εφόσον, όμως, δεν χρησιμοποιήθηκε το όχημα του Κατηγορουμένου ή όχημα του ιδίου τύπου, και λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη σημασία που έχει το ακριβές ύψος του οχήματος σε σχέση με το ύψος του ηλίου, αλλά και την ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου τύπου οχήματος, όπου ο ανεμοθώρακας είναι σχεδόν κάθετος (βλ. φωτογραφία αρ. 10 του Τεκμηρίου 7), θεωρώ ότι θα ήταν επισφαλές να καταλήξω, με βάση τον έλεγχο που διενήργησε ο Μ.Κ. 2, στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος, κατά τον επίδικο χρόνο, δεν είχε τυφλωθεί εντελώς από τον ήλιο. Αυτό βεβαίως ουδόλως επηρεάζει την εν γένει αξιοπιστία του Μ.Κ. 2 και την ορθότητα του σχεδίου που ετοίμασε. Γενικότερα όσον αφορά το σχέδιο επί κλίμακας που κατέθεσε ο Μ.Κ.2 ως Τεκμήριο 5, αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος[1]. Ο Μ.Κ. 3 μου έκανε καλή εντύπωση, υπήρξε ανεξάρτητος αυτόπτης μάρτυρας της πορείας του Κατηγορουμένου λίγο πριν το δυστύχημα, καθώς και της σύγκρουσης με το θύμα και κατέθεσε με ειλικρίνεια τι είδε να διαδραματίζεται στον παράλληλο δρόμο στα αριστερά του. Επιπλέον, η μαρτυρία του συνάδει με την πραγματική μαρτυρία στη σκηνή. Ενδεικτικά, σημειώνω το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός τοποθέτησε στη φωτογραφία αρ. 3 του Τεκμηρίου 7 το σημείο σύγκρουσης όπως ο ίδιος το αντιλήφθηκε κατά τον επίδικο χρόνο και το θυμόταν, το οποίο, όταν συγκριθεί με το σχέδιο της Αστυνομίας, αλλά και το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας, φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, όμως, σημειώνω πως δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η μαρτυρία του Μ.Κ. 3 δεν συνάδει απόλυτα με τη μαρτυρία του άλλου αυτόπτη, Μ.Κ. 4, αναφορικά με ένα μόνο σημείο. Ειδικότερα, ο Μ.Κ. 3 κατέθεσε ότι το θύμα, την ώρα της σύγκρουσης, βημάτιζε προς τα ανατολικά, ενώ ο Μ.Κ. 4 κατέθεσε ότι βημάτιζε προς το πεζοδρόμιο, δηλαδή νότια. Θεωρώ ότι είναι ασφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Κ. 4 για τη λεπτομέρεια αυτή, καθότι ο Μ.Κ. 4 ήταν πολύ κοντά στο θύμα την ώρα της σύγκρουσης ενώ ο Μ.Κ. 3 οδηγούσε σε παράλληλο δρόμο και πιθανότατα να μην είχε καθαρή εικόνα της ακριβούς κατεύθυνσης του θύματος καθώς βημάτιζε. Άλλωστε, είναι λογικό το θύμα να βημάτιζε προς το πεζοδρόμιο. Αυτό όμως που έχει σημασία, είναι ότι ο Μ.Κ. 3 ήταν απόλυτα σίγουρος ότι το θύμα, την ώρα της σύγκρουσης, ήταν όρθιος και βημάτιζε. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Κ. 4, τον παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή, όπως και όλους τους μάρτυρες, και δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι υπήρξε απόλυτα ειλικρινής. Την ώρα της σύγκρουσης, στεκόταν στην άκρη του δρόμου ελάχιστα μέτρα από το θύμα και κατέθεσε με ειλικρίνεια και σαφήνεια ακριβώς ό,τι είδε να διαδραματίζεται στο δρόμο μπροστά του. Σε κανένα σημείο δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Εάν ο σκοπός του ήταν να μαρτυρήσει ψευδώς για να βοηθήσει την οικογένεια του θύματος, ο οποίος ήταν φίλος και συνάδελφός του, δεν θα τόνιζε το γεγονός ότι είχε προειδοποιήσει το θύμα για το ότι το όχημα κατευθυνόταν κατά πάνω του. Εξάλλου, το θύμα και ο Κατηγορούμενος ήταν επίσης συνάδελφοι. Σημειώνω ότι ο Μ.Κ. 4 τοποθέτησε στο συμμετρικό σχέδιο Τεκμήριο 5 με «Λ» το σημείο σύγκρουσης, το οποίο απέχει ελαφρώς από το σημείο «Χ1» που είχε υποδείξει στην Αστυνομία επί τόπου. Πέραν του ότι η διαφορά είναι μικρή, θεωρώ ότι είναι λογικό, δύο χρόνια μετά από ένα δυστύχημα, ένας μάρτυρας να μην είναι σε θέση να τοποθετήσει με απόλυτη ακρίβεια ένα σημείο σε ένα σχέδιο. Αυτό που έχει σημασία είναι η περιγραφή των γεγονότων που έδωσε ο Μ.Κ. 4 ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία συνάδει πλήρως με τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία τη μέρα του δυστυχήματος, αλλά και με την πραγματική μαρτυρία. Σημειώνω ότι ο αυτόπτης μάρτυρας αυτός ήταν απόλυτα σίγουρος ότι το θύμα την ώρα της σύγκρουσης ήταν όρθιο και βημάτιζε προς το πεζοδρόμιο. Όσον αφορά την ταχύτητα του Κατηγορουμένου, σύμφωνα με τη μαρτυρία των δύο αυτοπτών μαρτύρων Μ.Κ. 3 και 4, δεν ήταν μεγάλη. Ο Μ.Κ. 4 την υπολόγισε γύρω στα 30-40 χ.α.ω. ενώ ο ίδιος ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε σε 20-30 χ.α.ω. Συνεπώς δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμεος οδηγούσε με ταχύτητα κάτω από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χ.α.ω. Ο Κατηγορούμενος ήταν σταθερός στη θέση του ότι δεν αντιλήφθηκε το θύμα στο δρόμο καθότι τυφλώθηκε από τον ήλιο. Λαμβάνοντας υπόψη τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα Μ.Υ. και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ανέφερε από την πρώτη στιγμή τον ισχυρισμό αυτό, μόλις δηλαδή κατέβηκε από το όχημα μετά το δυστύχημα, θεωρώ ότι πράγματι τυφλώθηκε από τον ήλιο από το σημείο που ο δρόμος γίνεται ευθύς μέχρι και τη σύγκρουση. Εν τούτοις, ο Κατηγορούμενος σε καμία περίπτωση δεν με έπεισε ότι έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για να αντιμετωπίσει την κατάσταση αυτή. Ειδικότερα, σε καμία περίπτωση δεν με έπεισε ότι κατέβασε το σκίαστρο όπως ισχυρίστηκε. Αυτό προκύπτει και από τις φωτογραφίες αρ. 9 και 10 του Τεκμηρίου 7, οι οποίες απεικονίζουν την τελική θέση του οχήματος. Οι φωτογραφίες καταδεικνύουν ότι το σκίαστρο δεν ήταν κατεβασμένο. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δεν ισχυρίστηκε ότι ανέβασε το σκίαστρο μετά το δυστύχημα- κατέβηκε αμέσως από το όχημα χωρίς να ανεβάσει το σκίαστρο. Ούτε και η Αστυνομία επενέβη με οποιοδήποτε τρόπο πριν ληφθούν οι φωτογραφίες στη σκηνή. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Κατηγορούμενος, παρά το ότι τυφλώθηκε από τον ήλιο, συνέχισε κανονικά την πορεία χωρίς καμία αντίδραση για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με τον ήλιο. Η εξήγηση-δικαιολογία που έδωσε στο Δικαστήριο για την αδράνειά του αυτή είναι ότι εκινείτο στην πλευρά του με την ίδια χαμηλή ταχύτητα και ότι δεν προχώρησε και πολύ πριν επέλθει η σύγκρουση. Προς το τέλος της αντεξέτασης δε, όταν προφανώς αντιλήφθηκε το μέγεθος του σφάλματός του, διαφοροποίησε τη θέση του, αναφέροντας ότι η σύγκρουση επήλθε σχεδόν ταυτόχρονα με το κατέβασμα του σκιάστρου. Προσπάθησε, δηλαδή, να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να δώσει την εικόνα ότι όλα έγιναν αστραπιαία και δεν είχε χρόνο να αντιδράσει, παρά το ότι τόσο στη γραπτή του κατάθεση όσο και στην προφορική του μαρτυρία είχε ήδη αναφέρει ότι μετά που τυφλώθηκε από τον ήλιο συνέχισε κανονικά την πορεία του. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε καμία εξήγηση γιατί δεν αντιλήφθηκε τους εργάτες στο δρόμο πριν τυφλωθεί από τον ήλιο. Παρά την ελαφριά στροφή του δρόμου, ο Κατηγορούμενος είχε ορατότητα προς το σημείο όπου βρισκόταν το θύμα πριν από το σημείο όπου ο δρόμος γίνεται ευθύς και ο ήλιος βρέθηκε απέναντί του. Ειδικότερα όσον αφορά την ορατότητα του Κατηγορουμένου προς το σημείο του δυστυχήματος, σύμφωνα με τον εξεταστή Μ.Κ. 2, ήταν περίπου 100 μέτρα. Δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση αυτής της διαπίστωσης, πέραν μίας αναφοράς της Υπεράσπισης ότι η στροφή περιορίζει κάπως την ορατότητα. Είναι γεγονός ότι υπάρχει στροφή πριν ο δρόμος γίνει ευθύς, αλλά πρόκειται, όπως φαίνεται σαφώς τόσο στο σχέδιο Τεκμήριο 5 όσο και στις φωτογραφίες Τεκμήριο 7 και ειδικότερα στη φωτογραφία αρ. 1, για ελαφριά στροφή. Δηλαδή η ορατότητα του Κατηγορουμένου προς το σημείο όπου βρισκόταν ο πεζός δεν αρχίζει από το σημείο όπου ο δρόμος γινόταν εντελώς ευθύς- υπάρχει ορατότητα από πριν. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από τη φωτογραφία αρ. 1 και τη μαρτυρία του εξεταστή Μ.Κ. 2. Συνεπώς το θύμα και ο Μ.Κ. 4, οι οποίοι έφεραν φωσφορούχα γιλέκα, θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτοί μέσα στο δρόμο πριν γίνει ευθύς ο δρόμος, δηλαδή πριν τυφλωθεί ο Κατηγορούμενος από τον ήλιο. Ερχόμενη τώρα στη μαρτυρία του Μ.Υ., σημειώνω ότι κλήθηκε ως ειδικός στη διερεύνηση και αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων. Όπως έχει νομολογηθεί, η εμπειρογνωμοσύνη δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά. Η υποχρέωση, όμως, ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορεί να σχηματίσει ιδίαν ανεξάρτητη γνώμη[2]. Τα δε γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με αποδεκτή από Δικαστήριο μαρτυρία. Αναφέρω ότι ο Μ.Υ μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση και σημειώνω το γεγονός ότι τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Όσον αφορά την έκθεση Τεκμήριο 14 που παρουσίασε, βασίστηκε στην υπάρχουσα μαρτυρία, αλλά και σε αναπαράσταση της πορείας του οχήματος που διενήργησε στη σκηνή χρησιμοποιώντας το συγκεκριμένο όχημα, ακριβώς 2 χρόνια μετά το δυστύχημα, όταν οι καιρικές συνθήκες ήταν οι ίδιες (ηλιόλουστη μέρα). Συνεπώς αποδέχομαι τις διαπιστώσεις του σε σχέση με το ύψος του ηλίου και το αποτέλεσμα που έχει αυτό στην ορατότητα του οδηγού ως η πορεία του Κατηγορουμένου, δηλαδή ότι δεν μπορεί να δει μπροστά του από το σημείο όπου ο δρόμος γίνεται ευθύς. Όσον αφορά τους υπολογισμούς του σε σχέση με την ταχύτητα και απόσταση, αυτοί βασίζονται σε γνωστές και αποδεδειγμένες μαθηματικές φόρμουλες. Σε καμία περίπτωση δεν ισχυρίστηκε, βεβαίως, ο Μ.Υ. ότι γνωρίζει με ποια ταχύτητα εκινείτο το όχημα κατά τον επίδικο χρόνο. Απλώς έκανε τους υπολογισμούς του ως απάντηση σε ερωτήματα που του έθεσε η Υπεράσπιση, η οποία του είχε αναθέσει την ετοιμασία της συγκεκριμένης έρευνας/έκθεσης. Οι υπολογισμοί αυτοί αφορούν το κατά πόσο το θύμα, αφότου προειδοποιήθηκε από τον Μ.Κ. 4 για το όχημα, είχε το χρόνο να αποφύγει τη σύγκρουση. Σημειώνω, όμως, ότι για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου, είναι αδιάφορο κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη του πεζού (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Σημειώνω επιπλέον ότι ο Μ.Υ. στην ουσία επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν έκανε χρήση του σκιάστρου κατά τον επίδικο χρόνο, καθότι, έχοντας εξετάσει το επίδικο όχημα, ήταν σε θέση να καταθέσει με βεβαιότητα ότι οι φωτογραφίες αρ.9 και 10 του Τεκμηρίου 7, οι οποίες απεικονίζουν το όχημα στην τελική του θέση αμέσως μετά το δυστύχημα, καταδεικνύουν ευκρινώς ότι το σκίαστρο ήταν ανεβασμένο. Εν πάση περιπτώσει, ο Μ.Υ. κατέθεσε ότι το συγκεκριμένο σκίαστρο δεν ήταν ικανό να προσφέρει οποιαδήποτε προστασία από τον ήλιο κατά τον επίδικο χρόνο, λόγω του μικρού του μεγέθους και του ύψους του ηλίου. Όσον αφορά τη θέση του Μ.Υ. ότι την ώρα της σύγκρουσης το θύμα πρέπει να ήταν στο μέσο προσπάθειας να σηκωθεί καθότι το πιο ψηλό σημείο του οχήματος όπου εντόπισε ζημιά βρίσκεται σε ύψος 1,50μ. από το έδαφος, σημειώνω ότι αυτή η θέση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να γίνει αποδεκτή. Κατ'αρχάς, όπως ο ίδιος ο Μ.Υ. κατέθεσε, δεν μπορεί να γνωρίζει ποιο ήταν το πρώτο σημείο επαφής του οχήματος με το σώμα του θύματος. Εφόσον υπήρχε ζημιά στην κάτω δεξιά μπροστινή γωνία, η οποία προεξέχει του υπολοίπου οχήματος, είναι φυσιολογικό, όπως κατέθεσε ο ίδιος ο Μ.Υ., αυτό να ήταν το πρώτο σημείο επαφής. Ο Μ.Υ. κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το θύμα πρέπει να ήταν στο μέσο προσπάθειας να σηκωθεί, εφόσον προκλήθηκε ζημιά στο όχημα σε ύψος 1,50μ. από το έδαφος, και το θύμα είχε ύψος 1,80μ. Αυτό όμως θεωρεί ως δεδομένο ότι η ζημιά στο 1,50μ. προκλήθηκε από το κεφάλι του θύματος, ενώ τέτοιο στοιχείο δεν υπάρχει στην υπόθεση. Δεν γνωρίζουμε ποια κλίση ή πορεία πήρε το σώμα του θύματος μετά την πρώτη επαφή με το όχημα, η οποία κατά πάσαν πιθανότητα ήταν με το κάτω δεξί μπροστινό μέρος του οχήματος, ούτε και ποιο μέρος του σώματος του θύματος συγκρούστηκε με το όχημα σε ύψος 1,50μ. και προκάλεσε τη συγκεκριμένη ζημιά. Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία των αυτοπτών Μ.Κ. 3 και 4 αλλά και του ιδίου του Κατηγορουμένου, το θύμα εκτινάχθηκε λόγω της σύγκρουσης. Σημειώνω επιπλέον ότι κατά το χρόνο που ο Μ.Υ. εξέτασε το όχημα, η ζημιά στον ανεμοθώρακα, η οποία ενδεχομένως να επηρέαζε τα συμπεράσματά του, είχε ήδη επιδιορθωθεί. Επισημαίνω επιπλέον ότι, εξ όσων προκύπτει από το σχέδιο επί κλίμακας και το σύνολο της μαρτυρίας, ο δρόμος ως η πορεία του Κατηγορουμένου γίνεται ευθύς μετά την ελαφριά στροφή, σε απόσταση περίπου 20 μέτρων από το σημείο όπου βρισκόταν το θύμα. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο όπως αναφερθώ στο θέμα που ήγειρε η Υπεράσπιση στο στάδιο των αγορεύσεων για το γεγονός ότι η Κ.Α. δεν κάλεσε ως μάρτυρα τη σύζυγο και συνοδηγό του Μ.Κ. 3. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ. 2, ο Μ.Κ. 4 τον είχε πληροφορήσει ότι η κα Φρειδερίκη Μαντζιάρη υπήρξε μάρτυρας του δυστυχήματος και ότι του είχε δώσει τα στοιχεία της. Κατά τη διερεύνηση του δυστυχήματος, διαφάνηκε ότι μάρτυρας της σύγκρουσης υπήρξε ο σύζυγός της, Μ.Κ. 3 (βλ. μαρτυρία του Μ.Κ. 1) και συνεπώς λήφθηκε κατάθεση από αυτόν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου αυθαίρετα υπέθεσε ότι η κυρία αυτή είχε αντιληφθεί τη σύγκρουση, απλά και μόνο επειδή θεωρητικά είχε μεγαλύτερη ευχέρεια, ως συνοδηγός, να κοιτάζει προς τη σκηνή του δυστυχήματος απ'ό,τι είχε ο σύζυγός της. Η κυρία αυτή δεν έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία ενώ ο σύζυγός της, ο οποίος δήλωσε αυτόπτης μάρτυρας της σύγκρουσης, έδωσε κατάθεση και κλήθηκε στο Δικαστήριο. Συνεπώς δεν υπάρχει κανένα κενό και καμία παράλειψη. Ευρήματα Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 2.12.2006 και περί ώραν 07:15 ο Παναγιώτης Σπανός (το θύμα) και ο Μ.Κ. 4 μετέβησαν μαζί με άλλα άτομα στην οδό Ακαδήμου στη Λεμεσό για την εκτέλεση εργασίας και ειδικότερα την τοποθέτηση σημαδιών στο κέντρο του δρόμου, ούτως ώστε σε μεταγενέστερο στάδιο να τοποθετηθεί ορθά η μεσαία διαχωριστική γραμμή. Περί ώραν 07:40 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα τύπου πικ-απ με αρ. εγγραφής YX 453 στην εν λόγω οδό με ανατολική κατεύθυνση και με ταχύτητα κάτω από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χ.α.ω. Την ίδια ώρα, το θύμα βρισκόταν εντός του δρόμου περίπου στο σημείο Β1 στο σχέδιο Τεκμήριο 5 και, μισοκαθισμένος, τοποθετούσε σημάδι με σπρέι μπογιάς. Ο Μ.Κ. 4 βρισκόταν στο νότιο πεζοδρόμιο πλησίον του θύματος. Όταν το όχημα ήταν σε απόσταση περίπου 70 μέτρων από το θύμα, ο Μ.Κ. 4 προειδοποίησε το θύμα, ο οποίος τοποθέτησε το σημάδι στο δρόμο και ακολούθως σηκώθηκε όρθιος και βημάτισε προς το νότιο πεζοδρόμιο. Εν τω μεταξύ, όταν το όχημα πλησίασε σε απόσταση περίπου 20 μέτρων από το θύμα, ο ήλιος βρέθηκε απέναντι από τον Κατηγορούμενο σε τέτοιο ύψος και τον επηρέασε σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούσε να δει μπροστά του. Ο Κατηγορούμενος συνέχισε κανονικά την πορεία του χωρίς να δύναται να βλέπει το δρόμο μπροστά του με αποτέλεσμα να επέλθει σύγκρουση μεταξύ της δεξιάς μπροστινής γωνίας του οχήματος και του θύματος, ο οποίος όπως προαναφέρθηκε βημάτιζε προς το νότιο πεζοδρόμιο. Το θύμα εκτινάχθηκε και κατέληξε ανάσκελα στη νότια πλευρά του δρόμου 10 περίπου μέτρα από το σημείο σύγκρουσης. Ο Κατηγορούμενος, αμέσως μετά τη σύγκρουση, εφάρμοσε τα φρένα και ακινητοποίησε το όχημα περίπου 14 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης. Την ώρα του δυστυχήματος δεν υπήρχαν άλλα οχήματα στο δρόμο. Τόσο το θύμα όσο και ο Μ.Κ. 4 έφεραν φωσφορούχα γιλέκα, ενώ δεν υπήρχαν προειδοποιητικές πινακίδες στο δρόμο για την εκτέλεση οδικών έργων. Η ορατότητα του Κατηγορουμένου προς το σημείο όπου βρισκόταν το θύμα στο δρόμο ήταν περίπου 100 μέτρα- δηλαδή υπάρχει ορατότητα προς το εν λόγω σημείο παρά την ελαφριά στροφή, πριν γίνει ευθύς ο δρόμος. Κατά τον επίδικο χρόνο, όμως, από το σημείο απ'όπου ο δρόμος γίνεται ευθύς μέχρι και το σημείο σύγκρουσης (απόσταση περίπου 20 μέτρων), ο ήλιος ήταν απέναντί του με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να βλέπει το δρόμο μπροστά του. Από το δυστύχημα το θύμα τραυματίστηκε σοβαρά και διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου εισήχθη στην εντατική μονάδα. Στις 18.12.2006 το θύμα απεβίωσε. Αιτία θανάτου, σύμφωνα και με τα ευρήματα του ιατροδικαστή Δρα. Νικόλα Χαραλάμπους, ήταν η βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Νομική Πτυχή Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει ότι όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, απαιτείται η απόδειξη ότι ο Κατηγορούμενος προκάλεσε το θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409) ). Ως «αλόγιστη» νοείται κάθε μη λελογισμένη πράξη ή συμπεριφορά, δηλαδή κάθε ενέργεια η οποία δεν απορρέει από την κοινή λογική (βλ. Ζυπίτης κ.α. ν. Αστυνομίας, πιο πάνω). Όσον αφορά τον όρο «απερίσκεπτη», όπως έχει νομολογηθεί δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά μόνο με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης που εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, και υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, και στην προκειμένη περίπτωση την οδήγηση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 473). Στη βασική αγγλική αυθεντία επί του θέματος R v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974 (η οποία επιβεβαιώθηκε στη R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 και στην οποία αναφέρθηκε κατ'επανάληψιν και το Ανώτατο Δικαστήριο) διατυπώθηκαν οι παράμετροι του όρου απερίσκεπτη οδήγηση. Πρώτον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης σε κάποιον άλλον, ο οποίος θα τύγχανε να χρησιμοποιεί το δρόμο, ή πρόκλησης ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία. Δεύτερον, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τον τρόπο, χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του στην πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, παρά το ότι αναγνώρισε ότι υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε διακινδυνεύοντας. Όσον αφορά την «επικίνδυνη» πράξη ή συμπεριφορά, έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 115). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στη μία περίπτωση αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση, κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απλή απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 Α.Α.Δ. 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στη συνήθη της γραμματική έννοια σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους. Βασική προϋπόθεση αποτελεί πάντοτε η θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, δηλαδή το θάνατο άλλου προσώπου. Θέματα τα οποία έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τέτοια θέματα, εκτός βέβαια στις περιπτώσεις όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή (Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 120, 125). Στην υπό κρίση περίπτωση, η αλόγιστη και επικίνδυνη πράξη του Κατηγορουμένου ήταν ότι, παρά το ότι τυφλώθηκε από τον ήλιο, συνέχισε κανονικά την πορεία του. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 9η έκδοση, σελίδα 279, 280: «When a driver finds himself unexpectedly blinded by headlights or the sun or for any other reason he cannot see properly or control the car., then, unless the loss of vision or control immediately cease, he should stop at once. If during the literal second or two while he has not proper vision or control, an accident occurs which is due entirely to that loss of vision or control, it is submitted that he is not guilty of careless driving.» Το εν λόγω σύγγραμμα εισηγείται ότι αν το δυστύχημα δεν επέλθει κυριολεκτικά στο πρώτο ή δεύτερο δευτερόλεπτο μετά την τύφλωση αλλά μεταγενέστερα, ο οδηγός θα πρέπει να κριθεί ένοχος τουλάχιστον για αμέλεια, όχι τόσο για το λόγο ότι συγκρούστηκε με κάτι το οποίο δεν μπορούσε να δει, αλλά για το λόγο ότι συνέχισε να οδηγεί παρά το ότι δεν είχε τη δυνατότητα να βλέπει μπροστά του και να ελέγχει δεόντως το αυτοκίνητο. Ο Κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος ανέφερε από την πρώτη στιγμή, τυφλώθηκε από τον ήλιο και δεν μπορούσε να δει καθόλου εντός του δρόμου. Εν τούτοις, δεν ελάττωσε ταχύτητα, δεν επιχείρησε να σταματήσει, δεν αντέδρασε καθόλου και συνέχισε κανονικά την πορεία του επειδή, όπως ο ίδιος κατέθεσε, η ταχύτητά του ήταν χαμηλή και κρατούσε την πλευρά του. Διήνυσε απόσταση περίπου 20 μέτρων στο δρόμο μέχρι τη σύγκρουση με το θύμα χωρίς να λάβει οποιοδήποτε μέτρο για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με τον ήλιο και χωρίς καμία αντίδραση. Συνεπώς δεν μπορεί να λεχθεί ότι η σύγκρουση επήλθε αμέσως μόλις τυφλώθηκε από τον ήλιο, υπό την αγωνία της στιγμής ή καθώς επιχειρούσε να λάβει μέτρα (π.χ. να ελαττώσει, να σταματήσει κ.ο.κ.). Κατά την κρίση μου, είναι σαφές ότι η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, ο οποίος συνέχισε την πορεία του παρά το ότι δεν μπορούσε να δει εντός του δρόμου, εγκυμονούσε πολλούς κινδύνους και αποτελεί αλόγιστη, απερίσκεπτη και επικίνδυνη πράξη εντός της εννοίας του άρθρου 210 όπως έχει αναλυθεί πιο πάνω. Κανένας λογικός και συνετός οδηγός υπό τις ίδιες συνθήκες δεν θα το θεωρούσε ασφαλές να συνεχίσει την πορεία του χωρίς να λάβει το παραμικρό μέτρο για αντιμετώπιση του κινδύνου. Ο Κατηγορούμενος είχε την υποχρέωση να λάβει αμέσως τα δέοντα μέτρα για να ακινητοποιήσει το όχημά του με ασφάλεια - και εν πάση περιπτώσει τουλάχιστον να ελαττώσει σημαντικά ταχύτητα - παρά να συνεχίσει την πορεία του χωρίς να βλέπει μπροστά του. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος έπεσε κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού και διέπραξε αυτή την παράλειψη για περιορισμένο χρονικό διάστημα εφόσον η απόσταση που διήνυσε χωρίς να βλέπει το δρόμο μέχρι τη σύγκρουση δεν ήταν μεγάλη. Αυτό, όμως, είναι κάτι που θα ληφθεί υπόψη στο κατάλληλο στάδιο, κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355) και δεν επηρεάζει την ποινική του ευθύνη. Παρενθετικά, αναφέρω ότι δεν διαφεύγει της προσοχής μου το γεγονός ότι δεν υπήρχαν προειδοποιητικές πινακίδες για την εκτέλεση οδικών έργων. Αυτό όμως δεν επηρεάζει την ποινική ευθύνη του Κατηγορουμένου. Από τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος διαπίστωσε ότι η ορατότητά του εμποδιζόταν σημαντικά από τον ήλιο, όφειλε να σταματήσει και εν πάση περιπτώσει να μη συνεχίσει κανονικά την πορεία του, μέχρι να βρει κάποιο τρόπο να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το πρόβλημα. Εάν έπραττε αυτό, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα ήταν απόλυτα εφικτός ο εντοπισμός του θύματος, ο οποίος ήδη βρισκόταν εντός του δρόμου φορώντας μάλιστα φωσφορούχο γιλέκο. Όσον αφορά το κατά πόσο το θύμα, αφότου προειδοποιήθηκε από τον Μ.Κ. 4 για το όχημα, είχε το χρόνο να αποφύγει τη σύγκρουση, επαναλαμβάνω ότι για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου, είναι αδιάφορο κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη του πεζού. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. ........................................... Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: Θανατηφόρο) [1] Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388. [2] Davie v. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 361, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο