← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σάββας Σκορδής, Αρ. Υπόθεσης: 18918/07, 20.3.2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σάββας Σκορδής, Αρ. Υπόθεσης: 18918/07, 20.3.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18918/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Σάββας Σκορδής Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20.3.2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι στις 23.2.2007 και περί ώραν 17:50 ο Κατηγορούμενος, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΜΑ 979 (εφεξής «το αυτοκίνητο»), εισήλθε στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου στη Λεμεσό κάνοντας δεξιά στροφή από την πάροδο Αχαΐας και συγκρούστηκε με τον κ. Παναγιώτη Πανάρετο (εφεξής «ο πεζός»), τον οποίο παρέλειψε να αντιληφθεί έγκαιρα και ο οποίος εκείνη την ώρα επιχειρούσε να διασταυρώσει το δρόμο από αριστερά προς δεξιά ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Αστυφύλακα 3100 Σταύρο Κυριάκου (ΜΚ1) και τον κ. Παναγιώτη Πανάρετο (ΜΚ2). Ο ΜΚ1, εξεταστής της υπόθεσης, κατέθεσε ότι στις 23.2.07 και ώραν 19:30 πληροφορήθηκε ότι στις 17:50 είχε συμβεί το επίδικο δυστύχημα. Ο ΜΚ1 κάλεσε τον Κατηγορούμενο στο Σταθμό, ο οποίος του ανέφερε ότι ο πεζός είχε εισέλθει στο δρόμο τρέχοντας. Ο πεζός διακομίστηκε στο νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε κάταγμα δεξιού βραχίονα και κάταγμα αριστερής πηχειοαρπής. Το αυτοκίνητο είχε «σκούπισμα» της σκόνης στη μπροστινή δεξιά πλευρά (καπό, προφυλακτήρα, δεξιό φτερό) καθώς και ελαφρύ γδάρσιμο στο φανάρι και στο φτερό. Ο ΜΚ1 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχηματος και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, στο οποίο τοποθέτησε με «Χ» το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε ο Κατηγορούμενος και με «Χ1» αυτό που του υπέδειξε ο πεζός. Ο ΜΚ1 κατέθεσε περαιτέρω ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν σούρουπο, ο καιρός αίθριος, η άσφαλτος ξηρή και η τροχαία κίνηση αραιή. Πρόκειται για κατοικημένη περιοχή με όριο ταχύτητας 50 χ.α.ω. Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης ότι από το Αλτ της οδού Αχαΐας, απ'όπου εξήλθε ο Κατηγορούμενος, υπήρχε ορατότητα προς το πεζοδρόμιο, απ'όπου ξεκίνησε να διασταυρώνει ο πεζός, καθότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε εμπόδιο. Ο ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 συμμετρικό σχέδιο της σκηνής, το οποίο ετοίμασε με βάση το πρόχειρο και το επεξήγησε στο Δικαστήριο. Η απόσταση από το Αλτ της παρόδου μέχρι το «Χ», σε ευθεία γραμμή, είναι 8,60μ., ενώ από το «Χ1» 9,60μ. Ο δρόμος έχει πλάτος 8,80μ. και το «Χ» απέχει 5,40μ. από το δυτικό πεζοδρόμιο, ενώ το «Χ1» απέχει 2,30μ. Ο ΜΚ1 ανέφερε επιπλέον ότι πλησίον του σημείου του δυστυχήματος, νότια, υπάρχει διάβαση πεζών. Επεξήγησε ότι το «σκούπισμα» στη μπροστινή δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου πρέπει να προκλήθηκε από τον πεζό όταν έπεσε πάνω στο αυτοκίνητο - δεν δημιουργήθηκε βούλωμα. Όσον αφορά το ελαφρύ γδάρσιμο, πιθανό να προκλήθηκε από το ρολό του πεζού όπως του ανέφερε ο ίδιος ο πεζός. Το σκούπισμα ήταν φρέσκο, ενώ για το γδάρσιμο δεν μπορεί να γνωρίζει. Ο ΜΚ2 (ο πεζός), 67 ετών, ο οποίος διατηρεί φροντιστήριο στην ανατολική πλευρά της οδού Βασιλέως Κωνσταντίνου, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που είχε δώσει στην Αστυνομία 2 βδομάδες μετά το δυστύχημα. Στην εν λόγω κατάθεση, ο ΜΚ2 αναφέρει ότι στις 23.2.2007 γύρω στις 17:45 έφυγε από το φροντιστήριο για να πάει στο αυτοκίνητό του, το οποιο είχε σταθμεύσει σε χώρο στάθμευσης στη δυτική πλευρά του δρόμου. Στάθηκε στο ανατολικό πεζοδρόμιο και έλεγξε το δρόμο δεξιά και αριστερά και διαπίστωσε ότι δεν έρχονταν αυτοκίνητα. Τότε ξεκίνησε να διασταυρώνει με γρήγορο βάδισμα. Είχε ακόμη φως και ο καιρός ήταν αίθριος. Ξαφνικά, σύμφωνα με την κατάθεση του ΜΚ2, ένα αυτοκίνητο ήρθε από τα δεξιά του και τον κτύπησε με τη δεξιά μπροστινή πλευρά (φανάρι) στο δεξιό πόδι. Ο ΜΚ2 έπεσε στην άσφαλτο μπροστά και δεξιά από το αυτοκίνητο. Ειδοποιήθηκε ασθενοφόρο το οποίο τον μετέφερε στο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε κατάγματα στα δύο χέρια και κρατήθηκε για πέντε μέρες. Προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΚ2 προσθεσε ότι δεν υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα στο σημείο απ'όπου ξεκίνησε να διασταυρώνει το δρόμο. Υπήρχαν μόνο δέντρα στο πεζοδρόμιο κλαδεμένα πολύ ψηλά και με λεπτό κορμό, τα οποία δεν αποτελούν εμπόδιο στην ορατότητα. Διασταύρωνε για να πάει στο αυτοκίνητό του, καθότι στις 18:00 έπρεπε να επιστρέψει στο φροντιστήριο για μάθημα. Όταν έλεγξε το δρόμο, είχε ορατότητα 100-200μ. τόσο αριστερά όσο και δεξιά, επειδή ο δρόμος είναι ευθύς. Επιπλέον, είχε ορατότητα και προς την πάροδο απ'όπου εξήλθε το αυτοκίνητο, αλλά την ώρα που έλεγξε το δρόμο για να διασταυρώσει δεν υπήρχαν οχήματα στο Αλτ. Αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο για πρώτη φορά τη στιγμή της σύγκρουσης, όταν είχε ήδη διανύσει λίγο περισσότερο από το μισό του δρόμου. Ο ΜΚ2 κατέθεσε επιπλέον ότι υπάρχει διάβαση πεζών 100 μέτρα νότια από το φροντιστήριό του. Ανέφερε ότι με το κτύπημα, προσπάθησε να προστατεύσει την κεφαλή του με τα δύο χέρια και τα τοποθέτησε στην άσφαλτο και γι'αυτό είχε κατάγματα και στα δύο χέρια. Το ρολόι το οποίο φορούσε στο αριστερό χέρι έσπασε με το πέσιμο στην άσφαλτο. Ο πεζός κατέθεσε περαιτέρω ότι καθώς διασταύρωνε, έβλεπε το δρόμο μπροστά του, ότι δεν ήταν σούρουπο και τα αυτοκίνητα δεν είχαν ανάψει τα φώτα τους, ενώ δεν θυμόταν κατά πόσο υπήρχε πάσσαλος της ΑΗΚ στο πεζοδρόμιο. Ο ΜΚ2 ανέφερε επιπλέον ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε αμέσως μετά τη σύγκρουση ότι δεν τον είχε δει καθόλου και ότι τον επισκέφθηκε στο νοσοκομείο. Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του και επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, με την οποία υιοθέτησε το Τεκμήριο 3 (γραπτή κατάθεση την οποία είχε δώσει στην Αστυνομία) καθώς και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 (σύντομη κατάθεση σε έντυπο της Αστυνομίας). Στη γραπτή κατάθεση που είχε δώσει στην Αστυνομία δύο μέρες μετά το δυστύχημα, ο Κατηγορούμενος αναφέρει ότι στις 23.2.2007 στις 17:50 οδηγούσε το αυτοκίνητό του στην οδό Αχαΐας με ανατολική κατεύθυνση και τα φώτα αναμμένα. Όταν έφθασε στη συμβολή με την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου σταμάτησε στο Αλτ και ανέμενε. Όταν ελευθερώθηκε ο δρόμος έδειξε με το δείκτη του και εκκίνησε για να κάνει δεξιά στροφή και να κατευθυνθεί νότια, με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, μόλις ευθυγραμμίστηκε το αυτοκίνητο στην οδό Β. Κωνσταντίνου, είδε ξαφνικά έναν άνθρωπο να τρέχει στο δρόμο, επιχειρώντας να διασταυρώσει από αριστερά προς τα δεξιά ως η πορεία του Κατηγορουμένου. Ο τελευταίος εφάρμοσε αμέσως τα φρένα και ακινητοποίησε το αυτοκίνητο, ενώ ο πεζός έπεσε στην άσφαλτο κοντά στο μπροστινό δεξιό φτερό του αυτοκινήτου. Ο Κατηγορούμενος αναφέρει ότι δεν είχε καταλάβει αν το αυτοκίνητο κτύπησε πάνω στον πεζό ή το αντίστροφο. Ο πεζός, σύμφωνα με την κατάθεση του Κατηγορουμένου, εκινείτο με γρήγορο βηματισμό. Προηγουμένως, ο Κατηγορούμενος δεν είχε προσέξει οποιοδήποτε πεζό στο πεζοδρόμιο ούτε και αντιλήφθηκε ότι κάποιος πεζός είχε πρόθεση να διασταυρώσει. Το Τεκμήριο 5, το οποίο υιοθέτησε Κατηγορούμενος με την ανώμοτη δήλωσή του, περιέχει σύντομη κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία τη μέρα του δυστυχήματος, στην οποία ουσιαστικά αναφέρει περιληπτικά τα όσα δήλωσε στη συνέχεια στη γραπτή κατάθεση Τεκμήριο 3. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ο ΜΚ1, εξεταστής της υπόθεσης, γενικά μου έκανε καλή εντύπωση, αφού μετέφερε με αντικειμενικότητα τα ευρήματά του από τη διερεύνηση του δυστυχήματος. Δεν ήταν όμως σε θέση να διαφωτίσει πλήρως το Δικαστήριο όσον αφορά τις συνθήκες του δυστυχήματος και το πραγματικό σημείο σύγκρουσης, καθότι τα σημεία «Χ» και «Χ1» τοποθετήθηκαν στο σχέδιο με βάση τις υποδείξεις των εμπλεκομένων και όχι κάποιων ευρημάτων στη σκηνή. Όσον αφορά το συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ως Τεκμήριο 3, αποτελεί την πραγματική μαρτυρία και, ως έχει νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος[1]. Όσον αφορά τη μαρτυρία του πεζού, σημειώνω ότι ήταν έκδηλη η προσπάθειά του να πείσει ότι έλεγξε δεόντως το δρόμο και δεν ευθύνεται καθόλου για το δυστύχημα. Η προσπάθειά του αυτή φανερώθηκε από τον τρόπο που κατέθετε, αλλά και από την υπερβολική έμφαση που έδινε συνεχώς στο ότι ο δρόμος ήταν καθαρός όταν επιχείρησε να διασταυρώσει. Σε κάποια σημεία προσπαθούσε εμφανώς να προσαρμόσει την εκδοχή του ούτως ώστε να συνάδει με τη μαρτυρία του αστυνομικού. Για παράδειγμα, ενώ αρχικά δήλωσε ότι το ρολόι το οποίο φορούσε στο αριστερό χέρι έσπασε με το πέσιμο στην άσφαλτο (το οποίο είναι λογικό), όταν αντιλήφθηκε ότι ο αστυνομικός κατέθεσε ότι ο πεζός του είχε αναφέρει ότι το ρολόι έσπασε λόγω επαφής με το δεξιό μπροστινό φτερό του αυτοκινήτου, άλλαξε εκδοχή, ισχυρίστηκε ότι τελικά έτσι πρέπει να είχε συμβεί και προώθησε ένα παράλογο σενάριο ότι πιθανό να τοποθέτησε το αριστερό χέρι στο δεξιό φανάρι ενστικτωδώς για να προστατευτεί. Σημειώνω επιπλέον ότι ο ΜΚ2 επέμεινε ότι υπήρχε φως ημέρας, ότι οπωσδήποτε δεν ήταν σούρουπο και ότι τα οχήματα δεν είχαν ανάψει τα φώτα τους, ενώ ο ΜΚ1 κατέθεσε ότι ήταν σούρουπο και ο Κατηγορούμενος ανέφερε στη κατάθεσή του ότι είχε τα φώτα αναμμένα. Περαιτέρω, το σημείο σύγκρουσης το οποίο υπέδειξε ο πεζός στον ΜΚ1 («Χ1» στο σχέδιο) είναι στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, το οποίο, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση της παρόδου και την πορεία του Α όπως φαίνεται στο σχέδιο, δεν είναι λογικό. Προφανώς το υπέδειξε για να καταδείξει ότι διήνυσε μεγάλη απόσταση στο δρόμο πριν κτυπηθεί από το αυτοκίνητο. Συνεπώς κρίνω πως τα όσα ανέφερε ο ΜΚ2 δεν χαρακτηρίζονται από την απαιτούμενη σταθερότητα και συνοχή έτσι ώστε να είναι σε θέση το Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία του με ασφάλεια σε σχέση με τις πραγματικές συνθήκες του δυστυχήματος. Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της μαρτυρίας του ΜΚ2, κατά την κρίση μου, ήταν η αναφορά του ότι είχε τελειώσει ένα μάθημα στο φροντιστήριο και σε λίγα λεπτά θα άρχιζε άλλο. Συνεπώς δεν είχε πολύ χρόνο να πάει στο αυτοκίνητό του και να επιστρέψει για το επόμενο μάθημα. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου για τρέξιμο ή γρήγορο βηματισμό του πεζού - ο οποίος στην ουσία επιβεβαιώθηκε από τη μαρτυρία του πεζού ότι παρέμεινε στο πεζοδρόμιο για ελάχιστο χρόνο πριν εισέλθει με γρήγορο βηματισμό, κοιτάζοντας μόνο μπροστά του- οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο πεζός να εισήλθε στο δρόμο βιαστικά χωρίς να ελέγξει δεόντως το δρόμο. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπόψη ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα, εάν και εφόσον αυτό επιτρέπεται από τη δοθείσα μαρτυρία[2]. Παρόλον ότι δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Δεν πρέπει, βεβαίως, να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής από την επιλογή αυτή. Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση του Κατηγορουμένου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να προσδώσει στην κατάθεση ενός Κατηγορουμένου[3]. Σημειώνω ότι ο Κατηγορούμενος, τόσο στη γραπτή κατάθεσή του όσο και στο έντυπο της Αστυνομίας Τεκμήριο 5, το οποίο συμπληρώθηκε τη μέρα του δυστυχήματος, αναφέρει ότι έλεγξε το δρόμο δεόντως πριν εξέλθει από την πάροδο, ότι εισήλθε στον κύριο δρόμο με χαμηλή ταχύτητα και ότι ακινητοποίησε το αυτοκίνητο μόλις αντιλήφθηκε τον πεζό να εισέρχεται ξαφνικά μέσα στο δρόμο. Παρατηρώ επίσης ότι το σημείο σύγκρουσης «Χ» το οποίο υπέδειξε στην Αστυνομία, λαμβάνοντας υπόψη την πορεία του αυτοκινήτου, συνάδει πλήρως με τη λογική, σε αντίθεση με το σημείο «Χ1» που υπέδειξε ο πεζός, και το οποίο θα σήμαινε ότι ο Κατηγορούμενος εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια».[4] Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 378). Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ'εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν μέτρα προφύλαξης. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει το δρόμο (βλ. Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 στις σελ. 223-4). Συμπεράσματα Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει καταδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με θετική και αξιόπιστη μαρτυρία και στο βαθμό που απαιτείται ότι δεν ευσταθεί η εξήγηση που έδωσε ο Κατηγορούμενος στην κατάθεσή του σε σχέση με τις κινήσεις και αντιδράσεις του κατά τον ουσιώδη χρόνο - ότι δηλαδή εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα και ακινητοποίησε το αυτοκίνητο μόλις αντιλήφθηκε τον πεζό να εισέρχεται ξαφνικά μέσα στο δρόμο. Εφόσον δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο πεζός να εισήλθε στο δρόμο βιαστικά, με γοργό βήμα και χωρίς να ελέγξει δεόντως το δρόμο, και εφόσον ο Κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι εφάρμοσε τα φρένα και ακινητοποίησε το αυτοκίνητο αμέσως, συνεπάγεται ότι δεν έχει αποδειχθεί περάν πάσης αμφιβολίας οποιαδήποτε έλλειψη της δέουσας παρατηρητικότητας ή αμελούς οδικής συμπεριφοράς εκ μέρους του Κατηγορουμένου. Επαναλαμβάνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία ο κίνδυνος προκύπτει αφότου ο πεζός επιχειρήσει να διασταυρώσει το δρόμο. Τα κενά στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι, και η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή[5]. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές και υπό το φως των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την Κατηγορία που αντιμετωπίζει. ........................................... Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: Αμελής Οδήγηση) [1] Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388. [2] Βλ.. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν.Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). [3] Βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 A.A.D. 109 στην οποία γίνεται αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359. [4] Βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86. [5] Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.