Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ieman Rahmatinia, Αρ. Υπόθεσης: 2053/09, 23 Μαρτίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B47 Αρ. Υπόθεσης: 2053/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Ieman Rahmatinia, από τη Λεμεσό Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 23 Μαρτίου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο: κος Σπηλιοτόπουλος. Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες 1 & 4 που αφορούν τα αδικήματα της διάρρηξης καταστήματος και κλοπής κατά παράβαση του άρθρου 294(α) του Ποινικού Κώδικα. Οι κατηγορίες 2 & 3 που αφορούσαν τα ίδια επίσης αδικήματα, έχουν διακοπεί από την κατηγορούσα αρχή. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος στις 8 και 10 Νοεμβρίου 2008 στην Λεμεσό, διέρρηξε και εισήλθε στο κατάστημα ηλεκτρικών ειδών «Αιμίλιος Ηλιάδης» και διέπραξε κακούργημα σε αυτό, δηλαδή έκλεψε μια τηλεόραση αξίας €900,
- Επίσης, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 4ης κατηγορίας, στις 16 Νοεμβρίου 2008 στην Λεμεσό, διέρρηξε και εισήλθε στο κατάστημα ηλεκτρικών ειδών «Ανδρέας Χαραλάμπους» και διέπραξε κακούργημα σε αυτό, δηλαδή έκλεψε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή αξίας €1000,
- Τα γεγονότα όπως εκτέθηκαν από την δημόσια κατήγορο, είναι συνοπτικά τα πιο κάτω: Μετά την διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων και συγκεκριμένα στις 24 Νοεμβρίου 2009, δόθηκε πληροφορία στο Τ.Α.Ε ότι το πρόσωπο που διέπραξε τις πιο πάνω διαρρήξεις, είναι ο κατηγορούμενος. Μετά την σύλληψη του κατηγορουμένου, αυτός συνδέθηκε δακτυλοσκοπικώς με τα υπό κρίση αδικήματα. Επιπλέον, παραδέχθηκε στις αστυνομικές αρχές την διάπραξη των πιο πάνω διαρρήξεων και κλοπών. Παρόλα αυτά δεν κατέστη δυνατόν να ανευρεθούν τα κλοπιμαία αντικείμενα. Τέλος, αναφέρθηκε από την δημόσια κατήγορο ότι ο κατηγορούμενος που είναι 32 ετών, κατάγεται από την Περσία και δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην δική του αγόρευση, ζήτησε όπως το Δικαστήριο λάβει υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου όπως αυτές εμφαίνονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, την οποία υιοθέτησε. Σύμφωνα με την πιο πάνω έκθεση, ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στο Ιράν και είναι το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας του. Έχει άλλους δύο αδελφούς και μια μικρότερη αδελφή 15 ετών. Μετά το διαζύγιο τον γονιών του, η οικογένεια αντιμετώπιζε διάφορα οικονομικά προβλήματα λόγω αυξημένων χρεών του πατέρα του. Το τελευταίο χρονικό διάστημα, η μητέρα του αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας για την αντιμετώπιση του οποίου, χρειάζεται η καταβολή ενός σημαντικού ποσού. Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την έκθεση, έφτασε στην Κύπρο τον Αύγουστο του 2009 και εργάστηκε στις οικοδομές. Βοηθούσε όπως ανέφερε στην κοινωνική λειτουργό, συχνά την οικογένεια του αποστέλλοντας διάφορα χρηματικά ποσά. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο λόγος που διέπραξε τα υπό κρίση αδικήματα, είναι τα προβλήματα υγείας της μητέρας του, γεγονός που τον έχει επηρεάσει συναισθηματικά. Ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε στην συνέχεια ότι η παραδοχή του κατηγορουμένου θα πρέπει να θεωρηθεί ως άμεση αφού αυτή έγινε μετά την σχετική τροποποίηση του κατηγορητηρίου, στην οποία διορθώθηκαν από την κατηγορούσα αρχή οι λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας Η παραδοχή αυτή υποδηλώνει κατά τον συνήγορο, την έμπρακτη μεταμέλεια του πελάτη του. Τέλος, ο συνήγορος υπεράσπισης, αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου ως ένα επιπλέον παράγοντα για μετριασμό της ποινής που θα επιβάλει το Δικαστήριο. Η σοβαρότητα των αδικημάτων Τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος, είναι ιδιαιτέρως σοβαρά. Αυτό προκύπτει πρώτιστα στις υπό του νόμου προβλεπόμενες ποινές. Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το αδίκημα ο νομοθέτης όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δ/ντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α
(2002)2 ΑΑΔ 575,580). Σύμφωνα δε με την Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 637, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Η σοβαρότητα των αδικημάτων της διάρρηξης και κλοπής, τονίζεται με έμφαση και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565, το Εφετείο με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία, σημειώνει ότι τα αδικήματα αυτά είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας, η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η αυστηρότητα των ποινών είναι κατά την πιο πάνω απόφαση, ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου. Σχετική είναι επίσης η απόφαση Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 47, όπου υπογραμμίστηκε ότι η διάπραξη διαρρήξεων έχει εξελιχθεί σε κοινωνική μάστιγα γι' αυτό και πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση David Piliev v Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587, λέχθηκαν τα εξής: « Τα αδικήματα των διαρρήξεων και κλοπών είναι αδικήματα τα οποία απασχολούν τα δικαστήρια σχεδόν καθημερινά. Αυτό επιβάλλει αντιμετώπιση των παραβατών κατά τρόπο που να συμβάλλει στην αποτροπή διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Η ανάγκη αυτή τονίστηκε κατ' επανάληψη.» Ακολούθως γίνεται αναφορά στην Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138 όπου το θέμα της ποινής σε αδικήματα διαρρήξεων, προσεγγίστηκε ως εξής: «Η ανάγκη για την αυστηρή αντιμετώπιση των πιο πάνω αδικημάτων λόγω κυρίως της συχνότητας τους έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ. 194, Dirazo ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 197, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 113, Al-Awar κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 160). Μάλιστα πολύ πρόσφατα (βλ. Παναγίδης ν. Δημοκρατίας Ποινική ΄Εφεση 6239/18.4.97), η απόφαση του Εφετείου αρχίζει με τη θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Καταλήγει δε με τη διακήρυξη της υποστήριξης του Εφετείου σε αυστηρές ποινές για τέτοιου είδους συμπεριφορά. Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται τα πιο κάτω: 'οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται αντίθετα έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη'.» Τέλος θα πρέπει να αναφέρω την απόφαση Dos Santos v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ 297. Η υπόθεση σχετίζεται με την παρούσα παρότι αφορούσε προμήθεια ναρκωτικών, στο γεγονός ότι εκφράζει την ανησυχία του Εφετείου για την ολοένα αυξανόμενη εγκληματικότητα και την ανάγκη όπως μη γίνεται ανεκτή, εγκληματική συμπεριφορά που αναγκάζει τους πολίτες να αλλάξουν συνήθειες που χαρίζουν καλή ποιότητα ζωής στον τόπο μας. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα: « Μας προκαλεί θλίψη και ανησυχία η συνεχής εκμετάλλευση από εγκληματίες των συνθηκών και συνηθειών ζωής που επικρατούν στη χώρα μας, όπου οι άνθρωποι επιθυμούν να ζουν μέσα σε συνθήκες ασφάλειας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Οι κάτοικοι θέλουν να έχουν τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους ανοιχτά, επιθυμούν να εισέρχονται στη χώρα μας εκατομμύρια τουρίστες, χωρίς να υποβάλλονται στις συνήθεις ταλαιπωρίες τελωνειακού ελέγχου. Οι άνθρωποι έμαθαν να αφήνουν ενίοτε εκτεθειμένη την περιουσία τους, πιστεύοντας πως δεν θα κλαπεί ή καταστραφεί. Θέλουν να κινούνται ελεύθερα στους δρόμους χωρίς να φοβούνται πως θα ληστευθούν. Αυτές οι συνήθειες χαρίζουν την καλή ποιότητα ζωής στη χώρα μας. Δεν μπορεί, επομένως, να γίνει ανεχτή η εγκληματικότητα, που αναγκάζει την Πολιτεία και τους πολίτες, αμυνόμενοι, να μεταβάλουν αυτές τις συνήθειες.» Μετριαστικοί παράγοντες Η αναγκαιότητα για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει όμως την εξατομίκευση που θα πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στις προσωπικές συνθήκες του κάθε κατηγορουμένου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας και του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος. Στην υπόθεση Ιωάννου κ.α ν. Δημοκρατίας,
(2003)2 ΑΑΔ 171, 186, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το πιο πάνω θέμα: « Αναμφίβολα η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση και αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο τη δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Ωστόσο, η εξατομίκευση δεν μπορεί να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αυτής της κατηγορίας αδικημάτων. Η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ούτε στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής)» Στην παρούσα υπόθεση θα λάβω υπόψιν για σκοπούς μετριασμού της ποινής, · την ομολογία του κατηγορουμένου στην αστυνομία και την παραδοχή του στο Δικαστήριο. · τις προσωπικές του συνθήκες όπως εμφαίνονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας και την αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης. · την έλλειψη προηγουμένων καταδικών, στοιχείο που του δίδει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου. Πρέπει βέβαια να τονίσω ότι όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως έχει εκτεθεί πιο πάνω. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, όχι όμως το είδος της ποινής, η οποία επιβάλλεται να είναι ποινή φυλάκισης. Όσον αφορά την μεταμέλεια του κατηγορουμένου την οποία επικαλέστηκε η συνήγορος υπεράσπισης, σημειώνω ότι αυτή εκδηλώθηκε καθυστερημένα και μετά την σύλληψη του. Ούτε συνοδεύτηκε η μεταμέλεια αυτή με αποζημίωση των θυμάτων ούτως ώστε να μπορεί να λειτουργήσει αποφασιστικά στον μετριασμό της ποινής. Στην υπόθεση Bekiz Ahmet Abit ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R 318, το Εφετείο επεκύρωσε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών που επέβαλε το κακουργιοδικείο για αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών. Λήφθηκε υπόψη στην υπόθεση αυτή μεταξύ άλλων εκτός από το βεβαρημένο ποινικό μητρώο και το γεγονός ότι μικρό μόνο μέρος των κλαπέντων είχε ανευρεθεί και παραδοθεί στα θύματα. Τονίστηκε μάλιστα ότι υπό τας περιστάσεις η ποινή ήταν μάλλον επιεικής. Συμπεράσματα Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη την σοβαρότητα των αδικημάτων και τα ελαφρυντικά στοιχεία που αναφέρθησαν ανωτέρω, καταδικάζω τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλάκισης 9 μηνών στις κατηγορίες 1 & 4, στις οποίες έχει παραδεχθεί ενοχή. Οι ποινές να συντρέχουν και να αρχίζουν από 23/1/2009, ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο