← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ahmad Al Sirwan κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2244/09, 26 Μαρτίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ahmad Al Sirwan κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2244/09, 26 Μαρτίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B51 Αρ. Υπόθεσης: 2244/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -

  1. Ahmad Al Sirwan, από την Συρία
  2. Milad Adel Ezzat Aziz, από την Συρία
  3. Mikel Gamal Adel Roshdi, από την Συρία Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 26 Μαρτίου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο: κος Γιωρκάτζης Κατηγορούμενοι: Παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος 1, αντιμετωπίζει την 1η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14(β) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, στις 26 Ιανουαρίου 2009 στην Λεμεσό, εργοδοτούσε τους κατηγορουμένο0υς 2 & 3 χωρίς την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια. Παρομοίως, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν τη 2η και 4η κατηγορία αντίστοιχα για διεξαγωγή επαγγέλματος χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας αρχής κατά παράβαση του άρθρου 19.1(κ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, οι κατηγορούμενοι 2 & 3 ενώ ήταν αλλοδαποί, δηλαδή υπήκοοι της Αιγύπτου, διεξήγαγαν επάγγελμα σαν υπάλληλοι στον 1ο κατηγορούμενο χωρίς να εξασφαλίσουν άδεια από την αρμόδια αρχή. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει και την 3η κατηγορία που αφορά παράνομη διαμονή στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας του, κατηγορία την οποία όμως έχει παραδεχτεί. Πλην της 3ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν ενοχή και ως εκ τούτου η υπόθεση προχώρησε για ακρόαση για τις κατηγορίες 1, 2, και
  4. Μαρτυρία. Τα γεγονότα της υπόθεσης είναι από την υπεράσπιση παραδεκτά. Κατατέθηκαν ως εκ τούτου από κοινού για την αλήθεια του περιεχομένου τους, οι γραπτές καταθέσεις των αστυνομικών που διερεύνησαν την υπόθεση. Σύμφωνα με την κατάθεση του αστυφύλακα Σωφρονίου (τεκμ. 1), στις 26.1.2009 γύρω στις 1:00 το μεσημέρι, μετέβηκε με άλλο συνάδελφο του σε πολυκατάστημα στην οδό Λυκάβου 1 στη Λεμεσό κατόπιν πληροφορίας ότι στο μέρος εργοδοτούνται παράνομα αλλοδαποί. Αφού εισήλθαν εντός του πιο πάνω υποστατικού, το οποίο βρισκόταν στο υπόγειο, αντιλήφθηκαν αυτό να είναι σχεδόν καμένο και είδαν ένα αλλοδαπό να καθαρίζει και ακολούθως ένα άλλο αλλοδαπό να κουβαλά κιβώτια από άλλο δωμάτιο του υποστατικού. Τους πλησίασαν και αφού τους αποκάλυψαν την αστυνομική τους ταυτότητα, οι αλλοδαποί παρουσίασαν δελτία ταυτότητας αλλοδαπού. Διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για τους κατηγορούμενους 2 και
  5. Από περαιτέρω εξετάσεις, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 είναι αιτητής πολιτικού ασύλου, η αίτηση του οποίου ακόμα εκκρεμεί. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, του παραχωρήθηκε προσωρινή άδεια παραμονής και εργασίας μέχρι 27.4.2009 για να εργάζεται σε κάποιο εργοδότη στη Δερύνεια. Στις 12.1.2009, ο πιο πάνω εργοδότης κατάγγειλε ότι ο κατηγορούμενος 2 εγκατέλειψε το χώρο διαμονής και εργασίας του. Ο μάρτυρας επέστησε την προσοχή των δύο αλλοδαπών στο νόμο σε σχέση με την διάπραξη του αδικήματος της παράνομης απασχόλησης και αυτοί δεν απάντησαν οτιδήποτε. Στο μέρος δεν βρισκόταν ο υπεύθυνος του καταστήματος. Όμως από πληροφορίες που λήφθηκαν, διαπιστώθηκε ότι εργοδότης των κατηγορουμένων 2 και 3, ήταν ο 1ος κατηγορούμενος που είναι υπήκοος της Συρίας. Οι δύο αλλοδαποί συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Ιωάννη για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Για την αλήθεια του περιεχομένου της, κατατέθηκε επίσης και η κατάθεση του Αστυφύλακα Θεμιστοκλέους, ο οποίος υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Ιωάννη. Στην κατάθεση του (τεκμ. 2), αναφέρει ότι στις 26.1.2009, πήρε ανακριτική κατάθεση από τους κατηγορούμενους. Επίσης, κατηγόρησε γραπτώς τον 1ο κατηγορούμενο για παράνομη εργοδότηση των κατηγορουμένων 2 & 3 και αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται την κατηγορία. Ενώπιον του Δικαστηρίου, κατατέθηκαν από κοινού όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους αλλά για σκοπούς λήψης και οι ανακριτικές καταθέσεις των τριών κατηγορουμένων. Ο 1ος κατηγορούμενος στη γραπτή του κατάθεση, (τεκμ. 3), ανάφερε ότι είναι ιδιοκτήτης καταστήματος με την ονομασία De Bella Discount Stores, το οποίο κάηκε το Σάββατο 24.1.
  6. Σχετική καταγγελία για το γεγονός αυτό, έκαμε ο κατηγορούμενος 1 στην αστυνομία. Δύο μέρες μετά στις 26.1.2009 η ώρα 8:30 το πρωί, πήγε στο κατάστημα που είχε καεί για να το καθαρίσει και να πετάξει τα καμένα αντικείμενα. Ενώ ήταν εκεί, ήρθαν δύο νεαροί Αιγύπτιοι των οποίων δεν γνωρίζει τα ονόματα. Επρόκειτο για πελάτες του καταστήματος που ήθελαν να αγοράσουν αραβικά φαγητά. Τους είπε ότι το κατάστημα κάηκε, οπόταν αυτοί του πρότειναν να τον βοηθήσουν ως ένδειξη ανθρωπιάς και αλληλεγγύης για τις δύσκολες στιγμές που περνούσε. Ο κατηγορούμενος 1 αποδέχθηκε χωρίς να συμφωνηθεί οτιδήποτε για πληρωμή αμοιβής αφού επρόκειτο να τον βοηθήσουν ανθρωπιστικά. Έφυγε από το κατάστημα αφού φόρτωσε ένα αυτοκίνητο με καμένα αντικείμενα για να τα πετάξει στον τόπο απόρριψης των σκυβάλων. Κατά η ώρα 13:00, του τηλεφώνησαν από την αστυνομία και τον πληροφόρησαν ότι συνέλαβαν τους δύο Αιγύπτιους γιατί εργάζονταν κοντά του χωρίς την απαιτούμενη άδεια. Αρνείται όμως ότι εργάζονταν στο κατάστημα με αμοιβή. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 στις ανακριτικές τους καταθέσεις (τεκμ. 4 & 5), επαναλαμβάνουν τους πιο πάνω ισχυρισμούς του 1ου κατηγορούμενου. Αναφέρουν συγκεκριμένα ότι πήγαν στο κατάστημα για ν αγοράσουν αραβικά φαγητά και εκεί βρήκαν τον κατηγορούμενο 1 και το κατάστημα να είναι καμένο ολοσχερώς. Του πρότειναν να τον βοηθήσουν στο καθάρισμα γιατί τον είδαν να είναι σε δύσκολη κατάσταση. Δεν ζήτησαν μισθό και αυτός τους είπε ότι μπορούν να πάρουν ότι θέλουν από το κατάστημα για να φάνε. Άρχισαν να το καθαρίζουν οπότε γύρω στις 1:00 το μεσημέρι, κατέφτασαν δύο αστυνομικοί και τους συνέλαβαν. Η κατηγορούσα αρχή δεν πρόσφερε περαιτέρω μαρτυρία και αρκέστηκε στην κατάθεση από κοινού των πιο πάνω καταθέσεων. Η μαρτυρία αυτή κρίθηκε αρκετή για να κληθούν οι κατηγορούμενοι σε απολογία. Αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, όλοι επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτες δηλώσεις. Και οι τρεις ανέφεραν ότι επιμένουν σε όσα δήλωσαν στις καταθέσεις τους. Μετά τις πιο πάνω ανώμοτες δηλώσεις, η πλευρά της υπεράσπισης δεν κάλεσε άλλη μαρτυρία προς υποστήριξη της θέσης της και έκλεισε στο στάδιο αυτό την υπόθεση της. Αγορεύσεις:- Η δημόσια κατήγορος στην τελική αγόρευση της, αναφέρθηκε στις καταθέσεις των δύο αστυνομικών, σύμφωνα με τις οποίες είδαν τους κατηγορούμενους 2 και 3 να εργάζονται στο επίδικο υποστατικό. Παρέπεμψε σε νομολογία, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει ανάγκη οιασδήποτε γραπτής συμφωνίας ή αμοιβής για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού. Οι δύο αστυνομικοί κατά την κατήγορο, είδαν τους κατηγορούμενους 2 και 3 να εργάζονται εκεί και αυτή η μαρτυρία είναι αρκετή για να στοιχειοθετήσει το αδίκημα. Το γεγονός ότι οι δύο αλλοδαποί εργάζονταν στο υπό κρίση κατάστημα, παραδέχονται όλοι οι κατηγορούμενοι στις ανακριτικές τους καταθέσεις. Επιπλέον, φαίνεται να επωφελήθηκαν σύμφωνα με τις καταθέσεις τους από την εργασία αυτή γιατί ο κατηγορούμενος 1, τους πρόσφερε φαγητό προκειμένου να καθαρίσουν το κατάστημά του. Ο συνήγορος υπεράσπισης στη δική του αγόρευση, εισηγήθηκε ότι από το σύνολο της μαρτυρίας, δικαιολογούνται μόνο συμπεράσματα υποψίας ή απλής πιθανολόγησης, στα οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί για να καταδικάσει τους κατηγορούμενους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Δεν μπορεί να εξαχθεί κατά το συνήγορο με βάση τη δοθείσα μαρτυρία, συμπέρασμα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος 1 εργοδότησε παράνομα τους κατηγορούμενους 2 και
  7. Ήταν ως εκ τούτου η θέση του ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν και απαλλαγούν στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ευρήματα Όπως προανέφερα, η μαρτυρία των δύο αστυνομικών που εξέτασαν την υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε. Αντιθέτως, οι καταθέσεις τους έχουν γίνει αποδεκτές για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Με δεδομένο το πιο πάνω, τα ευρήματα μου είναι ανάλογα των όσων αναφέρονται στις πιο πάνω καταθέσεις (τεκμ. 1 & 2). Ειδικότερα σημειώνω τα πιο κάτω: Στις 26.1.2009 γύρω στις 1:00 το μεσημέρι ο αστυφύλακας Σωφρονίου μετέβηκε με άλλο συνάδελφο του στο πολυκατάστημα με την ονομασία Tibella Discount Store ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου 1 που βρίσκεται στην οδό Λυκάβου 1 στη Λεμεσό. Η μετάβαση των δύο αστυνομικών στο μέρος, έγινε κατόπιν πληροφορίας ότι εκεί εργοδοτούνται παράνομα αλλοδαποί. Αφού εισήλθαν εντός του υποστατικού το οποίο βρίσκεται στο υπόγειο, αντιλήφθηκαν ότι ήταν σχεδόν καμένο. Επίσης, είδαν τους κατηγορουμένους 2 & 3 να εργάζονται στο κατάστημα. Συγκεκριμένα, ο ένας καθάριζε το μέρος και ο άλλος κουβαλούσε κιβώτια από άλλο δωμάτιο του υποστατικού. Από περαιτέρω εξετάσεις, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 είναι αιτητής πολιτικού ασύλου, η αίτηση του οποίου ακόμα εκκρεμεί. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, του παραχωρήθηκε προσωρινή άδεια παραμονής και εργασίας μέχρι 27.4.2009 για να εργάζεται σε κάποιον εργοδότη στη Δερύνεια. Στις 12.1.2009, ο πιο πάνω εργοδότης κατάγγειλε ότι ο κατηγορούμενος 2 εγκατέλειψε τον χώρο διαμονής και εργασίας του. Επιστήθηκε από τους αστυνομικούς η προσοχή των κατηγορουμένων 2 & 3 στον νόμο, σε σχέση με την διάπραξη του αδικήματος της παράνομης απασχόλησης αλλά αυτοί δεν απάντησαν οτιδήποτε. Από περαιτέρω εξετάσεις, διαπιστώθηκε ότι εργοδότης των κατηγορουμένων 2 και 3, ήταν ο 1ος κατηγορούμενος που είναι Σύριος υπήκοος. Οι δύο αλλοδαποί συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Ιωάννη για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Εκεί, ο αστυφύλακας Θεμιστοκλέους πήρε ανακριτική κατάθεση από τους κατηγορουμένους (τεκμ. 3, 4 & 5). Επίσης, κατηγόρησε γραπτώς τον 1ο κατηγορούμενο για παράνομη εργοδότηση των κατηγορουμένων 2 & 3 και αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται την κατηγορία. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα:- Οι κατηγορίες 2 & 4 για αποδοχή απασχόλησης από αλλοδαπό που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 2 & 3, εδράζεται στο άρθρο 19.1 (Κ) του Κεφ. 105 που έχει ως ακολούθως: 19

(1)"πρόσωπο το οποίο- (κ) αν και είναι κάτοχος αδείας που χορηγήθηκε βάσει του Νόμου αυτού ή οποιωνδήποτε Κανονισμών που εκδόθηκαν βάσει αυτού, παραβαίνει οποιοδήποτε όρο ή προϋπόθεση που περιέχεται σε τέτοια άδεια ή αναλαμβάνει οποιοδήποτε είδος εργασίας χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή δυνάμει των Κανονισμού 11 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών είναι ένοχο ποινικού αδικήματος........." Από την παράθεση της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης, προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος της αποδοχής απασχόλησης εκ μέρους αλλοδαπού, είναι τα πιο κάτω:
  1. Ο κατηγορούμενος να είναι αλλοδαπός.
  2. Ο κατηγορούμενος να ανέλαβε οποιοδήποτε είδος εργασίας.
  3. Ο κατηγορούμενος να μην είναι κάτοχος της απαιτούμενης άδειας εργασίας. Θα εξετάσω στην συνέχεια αν με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία.
  4. Ο κατηγορούμενος να είναι αλλοδαπός. Αλλοδαπός σύμφωνα με το Κεφ. 105, είναι οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του Συντάγματος (βλ. Jones v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 355). Στην παρούσα υπόθεση έχει γίνει παραδεκτό, ότι οι κατηγορούμενοι 2 & 3, είναι αλλοδαποί με καταγωγή από την Αίγυπτο. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι στοιχειοθετείται το πιο πάνω συστατικό στοιχείο. 2. Ο κατηγορούμενος να ανέλαβε οποιοδήποτε είδος εργασίας. Ο συνήγορος υπεράσπισης ανάπτυξε επιχειρηματολογία σχετικά με αυτό το συστατικό, υποστηρίζοντας πως η κατηγορούσα αρχή, όφειλε αλλά απέτυχε να αποδείξει ότι υφίστατο μεταξύ του κατηγορουμένου 1 και των κατηγορουμένων 2 & 3, σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου. Την επιχειρηματολογία αυτή την πλαισίωσε με αναφορά σε νομολογία, επεξηγηματική των στοιχείων που θα πρέπει να συνυπάρχουν ώστε να καταδειχθεί μια τέτοια σχέση στο αστικό δίκαιο. Έχω την άποψη πως η κατηγορούσα αρχή δεν είχε την υποχρέωση να αποδείξει μια τέτοια σχέση. Αξιόποινη σύμφωνα με τον Κεφ 105, είναι η ανάληψη εργασίας και μάλιστα οποιουδήποτε είδους που καλύπτει μια ευρύτατη κατάσταση πραγμάτων και όχι η απόκτηση ιδιότητας εργοδοτούμενου υπό την εξειδικευμένη και στενή έννοια του αστικού δικαίου. Από την φύση της, η αποδοχή απασχόλησης με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό χωρίς την προαπαιτούμενη άδεια, μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες πρόχειρες και ευτελείς όπου πιθανώς να ελλείπουν τα στοιχειώδη εχέγγυα που θα πρέπει κανονικώς εχόντων των πραγμάτων να διέπουν μια υγιή σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου. Με τη σχετική διάταξη του Νόμου, επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι το μόνο που πρέπει να αποδειχθεί είναι πως ο κατηγορούμενος προέβαινε σε πράξεις οι οποίες αποτελούν εργασία. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί συμφωνία εργοδότησης, στενός έλεγχος από εργοδότη ή η καταβολή ημερομισθίου (βλ. κατ' αναλογία Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227 και Karaoglanian v. The Police
(1984)2 C.L.R. 161, που αφορούσαν τον Καν. 38 των Κανονισμών του 1972). Επιπλέον στην υπόθεση Sea Island v. Κ.Ο.Τ
(1995)2 Α.Α.Δ 196, αναφέρεται στην σελ. 204, το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού ως παράδειγμα αδικήματος αυστηρής ευθύνης. Στη παρούσα υπόθεση, η απασχόληση των κατηγορουμένων 2 & 3 με το καθάρισμα του καταστήματος του 1ου κατηγορουμένου και την μεταφορά αντικειμένων από ένα δωμάτιο σε άλλο, αποτελεί κατά την κρίση μου ανάληψη εργασίας με την έννοια που καθορίζει το άρθρο 19Κ του Κεφ.
  1. Δεν έχει σημασία αν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 εργαζόταν επί τακτικής και οργανωμένης βάσης ή αν δούλευαν επί δοκιμαστικής βάσης ή ακόμα αν πήγαν εκεί για να αγοράσουν φαγητό και στην πορεία αποφάσισαν να βοηθήσουν τον 1ο κατηγορούμενο στον καθαρισμό του καταστήματος του όπως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης. Σημασία έχει ότι σύμφωνα με την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και από τις δύο πλευρές, οι κατηγορούμενοι 2 & 3 ανέλαβαν εργασία στον χώρο αυτό, με το να αναλάβουν να καθαρίσουν το κατάστημα του κατηγορουμένου
  2. Ο κατηγορούμενος να μην είναι κάτοχος της απαιτούμενης άδειας. Πρόκειται για συστατικό στοιχείο που δεν οφείλει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή αλλά που πρέπει να καταρρίψει η υπεράσπιση. Δηλαδή το βάρος είναι στους ώμους του κατηγορουμένου να αποδείξει ότι κατείχε την απαιτούμενη από τον Νόμο ή Κανονισμούς άδεια (βλ. κατ' αναλογία John v. Humphreys
(1955)1 All E.R 793, Ηλιάδης, "το Δίκαιο της Απόδειξης", σελ.72 και Ζυπιτής v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ
  1. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι βέβαια παραδεκτό πως οι κατηγορούμενοι 2 & 3 δεν είχαν άδεια εργασίας για το υπό κρίση υποστατικό. Έτσι τεκμηριώνεται και αυτό το τελευταίο συστατικό στοιχείο των αδικημάτων αποδοχής απασχόλησης αλλοδαπού. Κρίνω ως εκ τούτου ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων 2 & 4 που αφορούν την αποδοχή απασχόλησης αλλοδαπού εκ μέρους των κατηγορουμένων 2 &
  2. Η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1 για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπών στηρίζεται στο άρθρο 14Β του Κεφ. 105 που έχει ως ακολούθως: 14Β.—
(1)Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές. Στοιχειοθέτηση του αδικήματος σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, προϋποθέτει την απόδειξη των πιο κάτω στοιχείων.
  1. Την εργοδότηση προσώπου από τον κατηγορούμενο με την έννοια που προσδίδει στο όρο "εργοδότηση" το Κεφ. 105 και η προαναφερθείσα νομολογία.
  2. Το πρόσωπο που εργοδοτείται να είναι αλλοδαπός.
  3. Να μην έχει εξασφαλιστεί, η απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια για την εργοδότηση του αλλοδαπού. Σύμφωνα με την νομική ανάλυση που προηγήθηκε, προκύπτει ότι και το αδίκημα της 1ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1, έχει επίσης αποδειχθεί. Το συστατικό στοιχείο της εργοδότησης, καταδεικνύεται από το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι 2 & 3 κατονόμασαν ως ιδιοκτήτη του υποστατικού τον 1ο κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν και το πρόσωπο με το οποίο συμφώνησαν να καθαρίσουν το κατάστημα. Ο ίδιος εξάλλου ο κατηγορούμενος 1 στην γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία (τεκμ. 3), αποδέχεται ότι συμφώνησε με τους κατηγορουμένους 2 και 3 όπως αυτοί τον βοηθήσουν στο καθάρισμα του καταστήματος. Επίσης για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, έχει αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι αλλοδαποί και δεν απέδειξαν ότι είχαν εξασφαλίσει οιανδήποτε άδεια για να εργάζονται στο κατάστημα του 1ου κατηγορουμένου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων στις κατηγορίες 1, 2 και 4 στις οποίες δεν παραδέχθηκαν ενοχή οι κατηγορούμενοι. Βρίσκω ως εκ τούτου τους κατηγορουμένους 1, 2 και 3 ένοχους στις κατηγορίες 1, 2 και 4 που αντίστοιχα αντιμετωπίζουν. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.