Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χριστάκης Καππακιώτης, Αρ. Υπόθεσης: 15604/08, 30 Μαρτίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B58 Αρ. Υπόθεσης: 15604/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Χριστάκης Καππακιώτης, από την Λεμεσό Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο: κα Σύλβια Αδάμου Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για παράβαση των διατάξεων του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 18.7.2008 άσκησε βία στην σύζυγο του Αλεξάνδρα Θρασυβούλου (1η κατηγορία) και στην θυγατέρα του Μαρία Καππακιώτη (2η κατηγορία) προκαλώντας άμεσα πραγματική σωματική βλάβη σε αυτές. Αφορμή για το επεισόδιο που οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας, απετέλεσε λογομαχία του κατηγορουμένου με την σύζυγο του για οικονομικούς λόγους. Σύμφωνα με την εκδοχή της αστυνομίας, ο κατηγορούμενος που επαγγέλλεται τον οδηγό Ταξί, επιτέθηκε στην σύζυγο του επειδή αρνήθηκε να τον βοηθήσει οικονομικά να επιδιορθώσει το αυτοκίνητο του που υπέστη ζημιές μετά από τροχαίο ατύχημα. Επιπλέον επιτέθηκε και στην θυγατέρα του Μαρία, ηλικίας 29 ετών όταν αυτή προσέτρεξε προς βοήθεια της μητέρας της. Προς υποστήριξη των κατηγοριών, κατέθεσαν τρείς μάρτυρες κατηγορίας, οι δύο παραπονούμενες και ο γιατρός που τις εξέτασε στο τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Για την υπεράσπιση κατέθεσε ενόρκως ο κατηγορούμενος μετά που κλήθηκε σε απολογία. Μαρτυρία Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η Αλεξάνδρα Θρασυβούλου, σύζυγος του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με την κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ.1), στις 18.7.2008 γύρω στις 2.30 με 3.00 το απόγευμα, ο κατηγορούμενος της ζήτησε να συνάψουν δάνειο €3.000,00 για να διορθώσει το αυτοκίνητο του. Η ίδια αρνήθηκε λέγοντας του ότι προέβηκαν σε δάνειο τον προηγούμενο χρόνο για τον ίδιο λόγο. Ο κατηγορούμενος τότε άρχισε να την βρίζει και να την απειλεί ότι θα την διώξει από το σπίτι. Η μάρτυρας ξάπλωσε στο κρεβάτι του υπνοδωματίου και τότε ο κατηγορούμενος την έπιασε από τα χέρια και τα πόδια και την έσυρε με αποτέλεσμα να κτυπήσει πάνω στο ξύλο του κρεβατιού. Τραυματίστηκε όπως είπε, στο δεξί της πόδι. Στη συνέχεια, την άρπαξε με τα δυο του χέρια από τους ώμους. Όταν την άφησε, η μάρτυρας μετέβη στο σαλόνι για να γλυτώσει αλλά ο κατηγορούμενος την ακολούθησε και την κτύπησε με τα δυο του χέρια, χαστουκίζοντας την στο κεφάλι. Την κτύπησε όπως είπε, αρκετές φορές στο κεφάλι χωρίς να θυμάται ακριβώς πόσες. Το επεισόδιο έγινε μπροστά στην κόρη της την Μαρία, την οποία επίσης ο κατηγορούμενος έπιασε από τα χέρια και την έσπρωξε πάνω στον τοίχο λέγοντας της να φύγει και να μεταβεί στο δωμάτιο της ενώ εκείνη αρνήθηκε. Η μάρτυρας με την κόρη της, μετέβησαν στην αστυνομία και ακολούθως στο νοσοκομείο όπου εξετάστηκαν από γιατρό. Ενώπιον του Δικαστηρίου, η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να την πετάξει από το παράθυρο του υπνοδωματίου όταν την έπιασε από τα πόδια και τα χέρια ενώ αυτή ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Επανέλαβε δε τον ισχυρισμό της ότι από τον κατηγορούμενο κτυπήθηκε και η κόρη τους Μαρία, την οποία έπιασε από τα χέρια και την έσπρωξε πάνω στον τοίχο του υπνοδωματίου τους. Η κόρη τους, προσέτρεξε σε βοήθεια της όταν αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος κτυπούσε την μάρτυρα. Επανέλαβε επίσης ότι ο κατηγορούμενος την κτυπούσε στο κεφάλι με τα χέρια του και ότι η συμπεριφορά του έναντι της, είναι πολύ άγρια με αποτέλεσμα η μάρτυρας να τον φοβάται όταν νευριάζει. Στην αντεξέταση, η μάρτυρας δέχτηκε ότι εξακολουθεί να ζει με τον κατηγορούμενο, ισχυρίστηκε όμως ότι δεν μένουν στο ίδιο δωμάτιο εδώ και αρκετά χρόνια. Του μαγειρεύει όπως είπε και τον πλένει γιατί εκτός από την Μαρία, έχουν ακόμα μια κόρη η οποία έχει προβλήματα επιληψίας και επίσης έχει αδυναμία στον πατέρα της. Λόγω όμως των συχνών καυγάδων με τον κατηγορούμενο, το παιδί φεύγει συχνά από το σπίτι. Ισχυρίστηκε επιπλέον ότι ο κατηγορούμενος δεν προσφέρει τίποτε για τη διατροφή των παιδιών του και όλη μέρα την βρίζει καθυστερημένη και αυτή και τα παιδιά τους. Δεν τον εγκατέλειψε γιατί θεωρεί ότι το σπίτι είναι δικό της, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος ποτέ δεν πληρώνει τις υποχρεώσεις του. Ως αιτία του επεισοδίου, ισχυρίστηκε την άρνηση της να βάλει το σπίτι υποθήκη για να εξασφαλίσει ο κατηγορούμενος δάνειο, προκειμένου να διορθωθεί το αυτοκίνητο του. Οι καυγάδες για οικονομικούς λόγους είναι όπως είπε, καθημερινοί. Αρνήθηκε ότι μισεί τον κατηγορούμενο, ισχυρίστηκε όμως ότι τον λυπάται εξ ου και δεν θέλει να τον χωρίσει. Πήγε πολλές φορές στην αστυνομία αφού συχνά ο κατηγορούμενος της συμπεριφέρεται βίαια, είναι η πρώτη φορά όμως που η υπόθεση φθάνει στο Δικαστήριο. Ισχυρίστηκε στη συνέχεια ότι τη συγκεκριμένη μέρα, ο κατηγορούμενος την κτύπησε πάρα πολύ με τα χέρια και τα πόδια του. Πονούσε το κεφάλι της, μαύρισε όπως είπε, το κορμί της από το ξύλο. Οι ακτινογραφίες δεν έδειξαν κατάγματα, φαίνονταν μόνο οι μώλωπες. Την επομένη δεν μπορούσε όπως είπε, να αγγίξει το κεφάλι της από τους πόνους. Όσον αφορά την κόρη της Μαρία, ισχυρίστηκε ότι δεν την κτύπησε ταυτόχρονα με την ίδια απλώς την έσπρωξε όταν η τελευταία προσέτρεξε σε βοήθεια της. Από το σπρώξιμο όμως, η Μαρία κτύπησε στον τοίχο του υπνοδωματίου. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η κόρη του κατηγορουμένου Μαρία Καπακιώτη. Στη γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία (τεκμ. 2), επανέλαβε τους ισχυρισμούς της μητέρας της σε σχέση με το υπό κρίση επεισόδιο. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι τον άκουσε να την βρίζει και πήγε στο δωμάτιο για να δει τι γινόταν οπόταν αντίκρισε τον πατέρα της να κτυπά τη μητέρα της με κλωτσιές και γροθιές. Η μητέρα της ξάπλωνε πάνω στο κρεβάτι και η μάρτυρας είπε στον κατηγορούμενο να σταματήσει γιατί δεν αντέχει άλλο και τότε ο κατηγορούμενος άρχισε να την κτυπά με όλη του τη δύναμη. Στην κατάθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου, η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος την έσπρωξε προς τον τοίχο του υπνοδωματίου με όλη του τη δύναμη και κτύπησε στο δεξί ώμο και δεξί πόδι. Ο λόγος της παρουσίας της στο υπνοδωμάτιο, ήταν για να προστατεύσει τη μητέρα της. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι οι σχέσεις των γονιών της δεν είναι καλές από τότε που κτύπησε το αυτοκίνητο του πατέρα της γιατί ο τελευταίος ζητούσε συνεχώς λεφτά από τη μητέρα της για να το επιδιορθώσει. Η ίδια εργάζεται και δεν παίρνει βοήθεια από τη μέριμνα σε αντίθεση με την μικρότερη αδελφή της. Όσον αφορά τις σχέσεις με τον πατέρα της, ανέφερε ότι ποτέ δεν ήταν καλές από τότε που ήταν μικρή. Ισχυρίστηκε ότι δεν έδινε λεφτά στη μητέρα της και δεν ήθελε να βοηθήσει τα παιδιά του. Σε ερωτήσεις της συνηγόρου υπεράσπισης σε σχέση με τα συναισθήματα που τρέφει για τον πατέρα της, ανέφερε ότι νιώθει μίσος γι' αυτόν και εξακολουθεί να έχει το ίδιο συναίσθημα μέχρι σήμερα. Το μίσος της πηγάζει όπως είπε από το γεγονός ότι δεν βοηθά οικονομικά την ίδια και τη μητέρα της. Θα ευχόταν να μην ζούσε στο σπίτι τους ο κατηγορούμενος. Ποτέ δεν τους μιλά με καλό τρόπο, πάντα τους φωνάζει και αν δεν του δώσει λεφτά η μητέρα της, μπορεί και να τους κτυπήσει. Δέχτηκε όμως ότι η μικρή της αδελφή έχει καλή σχέση με τον πατέρα της, στον οποίο έχει όπως είπε αδυναμία, αδικαιολόγητα κατά την άποψη της. Όμως δέχτηκε ότι ο πατέρας της δείχνει αγάπη στη μικρή της αδελφή. Η ίδια τσακώθηκε πολλές φορές μαζί του γιατί πάντα προσπαθεί να προστατεύσει τη μητέρα της. Σε εισήγηση δε της συνηγόρου υπεράσπισης ότι η μαρτυρία της αποσκοπεί στο να εκδικηθεί τον πατέρα της, η μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Στη συνέχεια, κατατέθηκαν από κοινού για την αλήθεια του περιεχομένου τους, οι καταθέσεις, του αστυφύλακα 529 Κουζαρίδη (τεκμ.3), του αστυφύλακα 1745 Παπαντωνίου (τεκμ.4) και της γυναίκας αστυφύλακα 3477 Παπανικολάου (τεκμ.5). Οι καταθέσεις των τριών αστυνομικών, αναφέρονται στην καταγγελία των παραπονουμένων, στην έκδοση δικαστικού εντάλματος σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου καθώς και στην ανακριτική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία μετά τη σύλληψη του. Σύμφωνα με την κατάθεση της γυναίκας αστυφύλακα 3477 αφού κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται καμιά από τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Στη συνέχεια κατατέθηκε από κοινού όχι για την αλήθεια της περιεχομένου της αλλά για το γεγονός ότι έχει δοθεί, η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου (τεκμ. 6), την οποία πήρε η γυναίκα αστυφύλακας Παπανικολάου. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Δρ. Ανδρέας Κυριάκου. Σύμφωνα με την έκθεση του (τεκμ. 7), εξέτασε την κόρη του κατηγορουμένου Μαρία Καπακιώτη στις 18.7.
- Σύμφωνα με το πιστοποιητικό του γιατρού, έφερε εκδορά στο δεξιό μετακάρπιο και ανέφερε άλγος στο αριστερό μηριαίο. Έγιναν ακτινογραφίες χωρίς εμφανές κάταγμα. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι τα τραύματα αυτά πρέπει να ήταν πρόσφατα. Επιπλέον, κατέθεσε και άλλη έκθεση (τεκμ. 8) που αφορά τα τραύματα της συζύγου του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με την έκθεση του αυτή, η σύζυγος του κατηγορούμενου έφερε μώλωπες δεξιού μηριαίου με ερυθρότητα αριστερού βραχιονίου και ανέφερε άλγος αριστερού ισχίου. Έγιναν ακτινογραφίες λεκάνης και ισχίου χωρίς κάταγμα. Ενώπιον του Δικαστηρίου, επανέλαβε ότι εξέτασε και τις δυο παραπονούμενες στις 18.7.2008 παρότι το τεκμήριο 8 αναφέρει 19.7.
- Από έλεγχο στα βιβλία των Α΄ Βοηθειών, φαίνεται ότι και οι δυο παραπονούμενες εξετάστηκαν στις 18.7.
- Το πιστοποιητικό όμως για τη σύζυγο, υπογράφτηκε λίγες ώρες μετά στις 19.7.2008 αφού ο γιατρός όπως είπε εργαζόταν το βράδυ μέχρι και την επόμενη μέρα. Αντεξεταζόμενος, επανέλαβε ότι η σύζυγος του κατηγορουμένου έφερε διάφορους μώλωπες, τους οποίους χαρακτήρισε ως μελανιάσματα. Ισχυρίστηκε δε ότι δεν επρόκειτο για παλαιά κτυπήματα, αλλά πιστεύει ότι ήταν θέμα ωρών. Η ερυθρότητα στο βραχίονα χαρακτηρίστηκε ως κοκκίνισμα και εισηγήθηκε ότι μπορεί να προκληθεί με έντονο σφίξιμο ή ταρακούνημα. Όσον αφορά το άλγος, αυτό είναι υποκειμενικό. Του το ανέφερε η ασθενής γι' αυτό και το έγραψε. Του είπε επίσης ότι την κτύπησε ο σύζυγος της. Όσον αφορά την κόρη του κατηγορουμένου, ανέφερε ότι η εκδορά η οποία παρατηρήθηκε, μπορούσε να προκληθεί και από επαφή του δέρματος με νύχι. Στις σημειώσεις του για την κόρη του κατηγορουμένου, ανέφερε ότι κατά την άποψη του υπήρχε πιθανότητα και ψυχιατρικού περιστατικού. Αυτό του έδωσε η κλινική εικόνα της κοπέλας ότι είχε κάποιου είδους ψυχολογικό πρόβλημα. Του ανέφερε η ίδια ότι κτυπήθηκε από τον πατέρα της. Του παραπονέθηκε επίσης για τάσεις εμετού, ο μάρτυρας όμως δεν την είδε να κάνει εμετό. Δεν είχε κακώσεις στην κεφαλή και υπέθεσε ότι δεν θα είχε σοβαρό πρόβλημα κτυπήματος στο κεφάλι. Μετά τη μαρτυρία που προσκόμισε η δημόσια κατήγορος, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Με αυτή, υιοθέτησε τα όσα αναφέρει στην κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 6). Σύμφωνα με την πιο πάνω κατάθεση του κατηγορουμένου, αυτός άρχισε να συζητεί με τη σύζυγο του για κάποιο σοβαρό οικονομικό πρόβλημα που αντιμετώπιζαν εδώ και αρκετό καιρό. Προσπαθούσε να της εξηγήσει ότι χρειαζόταν χρήματα για να επιδιορθώσει το αυτοκίνητο του που είναι ταξί και αυτή του απάντησε ότι δεν τον υπολογίζει και ότι δεν πρόκειται να τον βοηθήσει. Κατά τη συζήτηση ήταν παρούσα και η κόρη τους Μαρία. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος αναφέρει στην κατάθεση του ότι επειδή θύμωσε με την αντίδραση της συζύγου του, την έπιασε από τα χέρια και την έσπρωξε πάνω στο κρεβάτι για να καταλάβει ότι είναι μαζί του που μιλά και συνέχισε να την ταρακουνά από τα χέρια χωρίς όμως να την κτυπήσει. Δέχτηκε ότι της είπε τη φράση «εν αντρέπεσαι τα μούτρα σου; Είσαι γυναίκα εσύ οξά πουτάνα;» εννοώντας ότι είναι πουτάνα στη ψυχή όπως είπε. Η κόρη του η Μαρία αφού είδε όλο το συμβάν άρχισε να φωνάζει και δεν τον άφηνε να συζητήσει με τη γυναίκα του και έτσι την έπιασε από τα χέρια για να την πάρει στην κάμαρη της αλλά αυτή δεν πήγαινε. Αφού ο κατηγορούμενος κατάλαβε ότι η συζήτηση δεν θα έβγαζε πουθενά, σηκώθηκε και έφυγε από το σπίτι. Μετά πάροδο λίγης ώρας, τον ειδοποίησαν από την αστυνομία για να δώσει κατάθεση. Μετάνιωσε όπως λέει για ότι έγινε, το έκανε όμως πάνω στα νεύρα του λόγω της πίεσης και των πολλών προβλημάτων που έχει με τη σύζυγο του. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος επανέλαβε ότι δεν κτύπησε τη σύζυγο του παρά μόνο την έπιασε από τους ώμους και την ταρακούνησε όταν η ίδια αρνήθηκε να τον βοηθήσει οικονομικά να διορθώσει το αυτοκίνητο του. Η σύζυγος του, τον έβρισε όπως είπε με πολύ βαρετές κουβέντες και ο ίδιος πάνω στα νεύρα του προσπάθησε να τη συνεφέρει με τον τρόπο αυτό. Αρνήθηκε ότι της έφτυσε στο πρόσωπο αλλά ισχυρίστηκε ότι της είπε «φτού σου» χωρίς να βγάλει σάλιο. Την απεκάλεσε όμως «πουτάνα» για την ψυχή της όπως είπε γιατί ήταν σκληρή μαζί του. Αρνήθηκε ότι προσπάθησε να την πετάξει από το παράθυρο και εισηγήθηκε ότι πρακτικά δεν ήταν δυνατό να γίνει κάτι τέτοιο αφού δεν υπήρχε τρόπος να χωρέσει και να βγει από το παράθυρο. Αρνήθηκε επίσης ότι την κτύπησε με οποιονδήποτε τρόπο στο κεφάλι. Όσον αφορά και τα δυο παιδιά τους, ισχυρίστηκε ότι έχουν ιατρικά προβλήματα και αποφεύγει να συζητά γι' αυτό το λόγο με τη μητέρα τους στην παρουσία τους. Η Μαρία, είναι η πρώτη του κόρη και είναι ηλικίας 28 ετών ενώ η μικρότερη είναι
- Πιο σοβαρά προβλήματα έχει η μικρή, η οποία πάσχει από επιληψία και παίρνει θεραπευτική αγωγή μέχρι σήμερα. Η μεγάλη του κόρη Μαρία, έχει όπως είπε ανωριμότητα και άλλα ψυχολογικά προβλήματα. Η Μαρία είπε ψέματα στο Δικαστήριο μετά από καθοδήγηση της μητέρας της. Ήθελε να υπερασπίσει τη μητέρα της γιατί νόμιζε όπως είπε ότι θα την κτυπούσε. Έσπρωξε για λίγο την κόρη του για να φύγει από το δωμάτιο, μετακινήθηκε και τότε αυτός πήγε στην άλλη πλευρά του κρεβατιού. Αρνήθηκε ότι κτύπησε την κόρη του και επανέλαβε ότι αυτή δεν είπε την αλήθεια μετά από συστάσεις της μητέρας της. Αντεξεταζόμενος, δέχτηκε ότι θύμωσε πολύ με τη στάση της συζύγου του που αρνιόταν να τον βοηθήσει, λογομάχησαν και αναγκάστηκε να φύγει από το σπίτι για να μην δώσει συνέχεια. Απ' ότι θυμάται δεν έκαμε τίποτε άλλο εκτός από την λογομαχία που είχαν και μετά αποχώρησε από το σπίτι. Έφυγε όπως είπε χωρίς να την αγγίξει αφού ήταν μπροστά οι κόρες του. Προτίμησε να φύγει και στη συνέχεια ειδοποιήθηκε από την Αστυνομία να προσέλθει στο Σταθμό. Ακολούθως, δέχτηκε ότι η μόνη φορά που την έπιασε από τους ώμους ήταν όταν βρίσκονταν μέσα στο υπνοδωμάτιο. Στη συνέχεια της συζήτησης στο σαλόνι, προτίμησε να φύγει για να μην συμβεί όπως είπε κανένα επεισόδιο. Τέλος, ανέφερε ότι είναι 30 χρόνια παντρεμένος με την παραπονούμενη χωρίς ποτέ να την χτυπήσει παρά τα σοβαρά προβλήματα που κατά καιρούς αντιμετώπισαν. Αγορεύσεις:- Η δημόσια κατήγορος στην αγόρευσή της, αναφέρθηκε στη δοθείσα μαρτυρία και ισχυρίστηκε ότι οι δύο παραπονούμενες είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία τους πρέπει να γίνει αποδεκτή. Προκύπτει επίσης από τα ιατρικά πιστοποιητικά ότι και οι δύο παραπονούμενες έχουν υποστεί σωματική βλάβη, η οποία προήλθε από τη βία που άσκησε εναντίον τους ο κατηγορούμενος. Αντιθέτως, η συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευσή της εισηγήθηκε ότι από τη μαρτυρία δεν έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα υπό κρίση αδικήματα. Αναφέρθηκε σε κατ' ισχυρισμό αντιφάσεις των δύο παραπονουμένων σε σχέση με το επεισόδιο, ισχυριζόμενη ότι δεν είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία τους. Όσον αφορά την κόρη του κατηγορούμενου, ισχυρίστηκε ότι αυτή έδειξε ιδιαίτερο ζήλο να εκδικηθεί τον πατέρα της, καταθέτοντας εναντίον του. Το γεγονός αυτό παραδέχθηκε η ίδια κατά την αντεξέταση της, στοιχείο που κατά την συνήγορο δείχνει ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η συνήγορος υπεράσπισης, εισηγήθηκε όπως γίνει αποδεκτή η θέση του κατηγορούμενου, η οποία αναφέρεται στην κατάθεση του στην Αστυνομία αλλά και στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Βασική μάρτυρας κατηγορίας ήταν η παραπονούμενη (Μ.Κ.1), σύζυγος του κατηγορουμένου. Έχοντας πλήρη συναίσθηση της σπουδαιότητας της μαρτυρίας της, μελέτησα με ιδιαίτερη προσοχή την κατάθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου, εστιάζοντας κυρίως, στις αντιδράσεις και συμπεριφορά της αλλά και στην αμεσότητα των απαντήσεων της κατά την αντεξέταση. Η εντύπωση που μου έδωσε, είναι ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της Μ.Κ.1 ήταν τόσο φυσική και αυθόρμητη που αποκλείει κάθε πιθανότητα αυτή να ήταν προσχεδιασμένη. Η Μ.Κ.1 ήταν επιπλέον αρκετά σαφής στην εκδοχή της ως προς το πώς διαδραματίστηκαν τα γεγονότα όταν ο κατηγορούμενος της ζήτησε να συνάψουν δάνειο για το αυτοκίνητο του. Ήταν περαιτέρω απόλυτα πειστική ότι ο κατηγορούμενος την κτύπησε με τον τρόπο που ανέφερε στην μαρτυρία της χωρίς η θέση αυτή να κλονιστεί σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της. Περαιτέρω, η εκδοχή της υποστηρίζεται και από τα τραύματα της όπως αναφέρονται στο ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμ. 8) και όπως αυτά επεξηγήθηκαν με την μαρτυρία του γιατρού των Α' Βοηθειών που την εξέτασε (Μ.Κ.3). Πειστική υπήρξε η μάρτυρας και ως προς την θέση της για την επίθεση που δέχθηκε η κόρη της Μαρία (Μ.Κ.2) από τον κατηγορούμενο όταν η τελευταία προσέτρεξε να την βοηθήσει. Και ως προς αυτό το σημείο, η εκδοχή της υποστηρίζεται από την ιατρική μαρτυρία σε σχέση με τα τραύματα της κόρης της. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η εντύπωση που μου έκαμε η Μ.Κ.1 είναι ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Η μαρτυρία της Μ.Κ.2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η ίδια η μάρτυρας σε μια περισσή έκρηξη ειλικρίνειας, ανέφερε ότι η μαρτυρία της αποσκοπούσε στο να εκδικηθεί τον πατέρα της, τον οποίο μισούσε και θα ήθελε να μην διαμένει μαζί τους. Το μένος της εναντίον του κατηγορουμένου, διαπότιζε το σύνολο της μαρτυρίας της σε σημείο που να είναι κάτι περισσότερο από εμφανής η προκατάληψη της εναντίον του. Το στοιχείο αυτό όσο δικαιολογημένο και να είναι από τον τρόπο συμπεριφοράς του κατηγορουμένου δεν μπορεί παρά να επηρεάσει την αξιοπιστία της Μ.Κ.2, της οποία η μαρτυρία αποσκοπούσε κυρίως στο να πλήξει τον χαρακτήρα του πατέρα της παρά να αναφερθεί αντικειμενικά στα διαδραματισθέντα κατά την επίδικη ημερομηνία. Η μαρτυρία της Μ.Κ.2 για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτεται από το Δικαστήριο. Πολύ καλή εντύπωση μου έκανε από το εδώλιο του μάρτυρα, ο γιατρός που εξέτασε τις παραπονούμενες (Μ.Κ.3). Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια σε όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε σε σχέση με την εξέταση των παραπονουμένων και στα διαπιστωθέντα τραύματα τους. Ήταν αρκετά κατατοπιστικός ως προς την πιθανή προέλευση αυτών των τραυμάτων και απόλυτα πειστικός ως προς το ότι επρόκειτο για πρόσφατα τραύματα. Επιπλέον, τα ιατρικά του ευρήματα αλλά και το σύνολο της μαρτυρίας του δεν κλονίστηκαν καθόλου κατά την αντεξέταση του. Ήταν επίσης ειλικρινής αναφέροντας ότι από την εξέταση της κόρης του κατηγορουμένου Μαρίας (Μ.Κ.2), διέγνωσε την πιθανότητα ψυχολογικών προβλημάτων. Η μαρτυρία του για τους πιο πάνω λόγους γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Αντιθέτως, ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Δεν μπόρεσε να δώσει μια αξιόπιστη εκδοχή για το πώς διαδραματίστηκαν τα γεγονότα υποπίπτοντας σε συνεχείς αντιφάσεις. Ενώ αρχικά δέχθηκε ότι έπιασε την σύζυγο του από τους ώμους και την ταρακούνησε, στην συνέχεια ανέφερε ότι έφυγε από το σπίτι χωρίς να την αγγίξει προκειμένου να μην δημιουργηθεί κανέναν επεισόδιο. Για να δεχθεί στην συνέχεια ότι την ταρακούνησε μέσα στο υπνοδωμάτιο και ότι όταν έλεγε ότι δεν την άγγιξε εννοούσε την συζήτηση που έγινε στο σαλόνι. Ακολούθως, ανέφερε ότι αποφεύγει να συζητά με την σύζυγο του μπροστά στα παιδιά του λόγω των προβλημάτων τους. Στην συνέχεια όμως δέχθηκε ότι το υπό κρίση επεισόδιο, διαδραματίστηκε ενώπιον της μεγάλης τους κόρης, την οποία αναγκάστηκε να σπρώξει προκειμένου να την βγάλει έξω από το δωμάτιο γιατί δεν τον άφηνε να συζητήσει με την μητέρα της. Εξήγησε δε την συμπεριφορά της κόρης του, λέγοντας ότι θέλησε να υπερασπίσει την μητέρα της, νομιζόμενη ότι αυτός θα την κτυπούσε. Αν όμως ισχύει η θέση του ότι ουδέποτε συζήτησε με την γυναίκα του μπροστά στα παιδιά και ότι η συμπεριφορά του ήταν πάντα άψογη όπως θέλησε να πείσει το Δικαστήριο, δεν θα ήταν λογικό η Μαρία να φοβάται ότι ο κατηγορούμενος θα κτυπούσε την μητέρα της. Αντιθέτως, η εκδοχή της Μ.Κ.1 ότι ο κατηγορούμενος εξαγριωνόταν όταν δεν του έδινε λεφτά και ενίοτε την κτυπούσε, δικαιολογεί πλήρως την αντίδραση της Μαρίας, η οποία μόλις άκουσε φασαρία έτρεξε να προστατεύσει την μητέρα της. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έκαμε ο κατηγορούμενος είναι ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα σημειώνω τα πιο κάτω: Ο κατηγορούμενος επαγγέλλεται τον οδηγό Ταξί και είναι παντρεμένος με την Μ.Κ.1 με την οποία έχουν αποκτήσει δύο παιδιά εκ των οποίων η μεγαλύτερη είναι η Μ.Κ.
- Στις 18.7.2008 το απόγευμα, ο κατηγορούμενος ζήτησε από την Μ.Κ.1 να συνάψουν δάνειο €3.000,00 για να διορθώσει το αυτοκίνητο του. Η ίδια αρνήθηκε και τότε ο κατηγορούμενος άρχισε να την βρίζει και να την απειλεί ότι θα την διώξει από το σπίτι. Η Μ.Κ.1 ξάπλωσε στο κρεβάτι του υπνοδωματίου και τότε ο κατηγορούμενος την έπιασε από τα χέρια και τα πόδια και την έσυρε με αποτέλεσμα να κτυπήσει πάνω στο ξύλο του κρεβατιού. Στην συνέχεια, την άρπαξε με τα δυο του χέρια από τους ώμους. Η κόρη του κατηγορουμένου Μαρία (Μ.Κ.2), επενέβη για να βοηθήσει την μητέρα της. Ο κατηγορούμενος όμως έπιασε από τα χέρια την Μαρία και την έσπρωξε πάνω στον τοίχο, λέγοντας της να φύγει και να μεταβεί στο δωμάτιο της ενώ εκείνη αρνήθηκε. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος προσπάθησε να σηκώσει την Μ.Κ.1 από το κρεβάτι και να την πετάξει από το παράθυρο του υπνοδωματίου αρπάζοντας την από τα πόδια και τα χέρια. Όταν την άφησε, η μάρτυρας μετέβη στο σαλόνι αλλά ο κατηγορούμενος την ακολούθησε και την κτύπησε με τα δυο του χέρια, χαστουκίζοντας την στο κεφάλι. Οι Μ.Κ.1 & Μ.Κ..2, μετέβηκαν στην αστυνομία γύρω στις 19.30 όπου κατήγγειλαν την υπόθεση στον αστυφύλακα Παπαντωνίου (τεκμ.4). Ο κατηγορούμενος συνελήφθη δυνάμει Δικαστικού εντάλματος στις 19.7.2008 και ώρα 01.35 από τον αστυφύλακα Κουζαρίδη. Την ίδια ημέρα μεταξύ των ωρών 17.40 και 18.05, η γυναίκα αστυφύλακας Παπανικολάου, πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμ.6). Τον κατηγόρησε επίσης γραπτώς για τα υπό κρίση αδικήματα και ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε καμία κατηγορία. Οι παραπονούμενες (Μ.Κ.1 & Μ.Κ.2), παραπέμφθηκαν από την αστυνομία για ιατρική εξέταση. Εξετάστηκαν και οι δύο από τον Δρ. Κυριάκου στις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Διαπιστώθηκε ότι η Μ.Κ.1 έφερε μώλωπες στον δεξιό μηρό και ερυθρότητα στο αριστερό βραχιώνιο. Ανέφερε επίσης άλγος στο αριστερό ισχίο. Η Μ.Κ.2 διαπιστώθηκε ότι έφερε εκδορά 1ου δεξιού μετακαρπίου. Ανέφερε επίσης άλγος αριστερού μηριαίου και ότι είχε δύο φορές εμετό. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Οι κατηγορίες στηρίζονται στο άρθρο 3
(1)
(4)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 όπως τροποποιήθηκε, το οποίο έχει ως ακολούθως: ΜΕΡΟΣ ΙΙ - Έννοια Βίας 3.
(1). Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και την βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς την συγκατάθεση του θύματος καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2)......................................
(3)..........................
(4). Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1), διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού που τιμωρείται εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές. Σύμφωνα δε με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του νόμου «μέλος της οικογένειας» συμπεριλαμβάνει μεταξύ άλλων άνδρα και γυναίκα που έχουν συνάψει γάμο, ανεξαρτήτως αν αυτός υφίσταται καθώς και τους γονείς και τα παιδιά τους όπως και οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο διαμένει με το ζεύγος. Όσον αφορά την έννοια της σωματικής βλάβης, παρότι δεν υπάρχει ακριβής ορισμός στον σχετικό νόμο, κρίνω ότι αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί με την έννοια που της αποδίδεται από τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα που αφορούν αδικήματα επίθεσης. Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, «σωματική βλάβη» σημαίνει, σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή. Όσον αφορά την έννοια της «πραγματικής σωματικής βλάβης», αυτή σύμφωνα με την νομολογία προκύπτει αν έχουμε οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό, συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, προκύπτει ότι έχουν αποδειχθεί και οι δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Η άσκηση βίας εναντίον της Μ.Κ.1, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι την άρπαξε με τα δύο χέρια από τους ώμους και την έριξε πάνω στο ξύλο του κρεβατιού. Προκύπτει επίσης από το γεγονός ότι την κτύπησε με χαστούκια στο κεφάλι μετά που την ακολούθησε στο σαλόνι της οικίας τους. Η βία εναντίον της Μ.Κ.2 αποδεικνύεται από το ότι ο κατηγορούμενος την έσπρωξε με τα χέρια του, κτυπώντας την στον τοίχο του υπνοδωματίου των γονιών της. Επιπλέον, τα τραύματα των Μ.Κ.1 & Μ.Κ.2 όπως περιγράφονται στα ιατρικά πιστοποιητικά (τεκμ. 7 & 8), συνιστούν σωματική βλάβη εν τη εννοία του νόμου. Τέλος, οι Μ.Κ.1 & Μ.Κ.2 είναι δυνάμει του άρθρου 2 του νόμου, μέλη της οικογένειας σε σχέση με τον κατηγορούμενο αφού η μεν Μ.Κ 1 ήταν κατά τους επίδικους χρόνους σύζυγος του η δε Μ.Κ.2 θυγατέρα του. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, βρίσκω ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία των υπό κρίση αδικημάτων. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ως εκ τούτου, ένοχος πέραν πάσης αμφιβολίας και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο