Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Θεόδοτος Ηρακλέους, Αρ. Υπόθεσης: 21821/07, 30 Μαρτίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B59 Αρ. Υπόθεσης: 21821/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Θεόδοτος Ηρακλέους, εκ Λεμεσού Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο: κος Χατζηλοΐζου Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία και στις τέσσερις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Οι δύο πρώτες αφορούν αδικήματα άσκησης βίας στην σύζυγο και τον πενθερό του κατά παράβαση του Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου (Ν.119(Ι)/2000)όπως τροποποιήθηκε. Η 3η κατηγορία, αφορά το αδίκημα της απερίσκεπτης και αμελούς πράξης κατά παράβαση του άρθρου 236(α) του Ποινικού Κώδικα ενώ η 4η κατηγορία, αφορά το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα. Τα γεγονότα της υπόθεσης, αναφέρονται με λεπτομέρεια στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25 Φεβρουαρίου 2009 με την οποία ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Δεν θεωρώ ως εκ τούτου σκόπιμο να τα επαναλάβω. Για σκοπούς επιβολής ποινής, αναφέρω μόνο ότι ο κατηγορούμενος στις 21.11.2007, άσκησε βία στην εν διαστάσει σύζυγο του Νικολέττα Κωνσταντίνου και στον πενθερό του Παναγιώτη Κωνσταντίνου, προκαλώντας σε αυτούς άμεσα, πραγματική σωματική βλάβη. Επιπλέον την ίδια ημερομηνία, οδήγησε το μηχανοκίνητο όχημα του με τέτοιο αλόγιστο βεβιασμένο και αμελή τρόπο ώστε να δημιουργηθεί το ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη στην σύζυγο του Νικολέττα Κωνσταντίνου και εξύβρισε τον πενθερό του Παναγιώτη Κωνσταντίνου με την φράση «κωλόπαιδο» κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Η δημόσια κατήγορος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και ότι τα έξοδα της διαδικασίας ανέρχονται σε €490,00. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην δική του αγόρευση, υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του πελάτη του. Σύμφωνα με την πιο πάνω έκθεση, ο κατηγορούμενος είναι 26 ½ ετών και κατάγεται από την Λεμεσό. Τον Ιούνιο του 2006, τέλεσε γάμο και απέκτησε δύο παιδιά. Το καλοκαίρι του 2007, επήλθε διάσταση μεταξύ του ζεύγους, ο δε κατηγορούμενος διατηρεί επικοινωνία με τα παιδιά του δυνάμει σχετικού Δικαστικού διατάγματος. Αναφέρεται επίσης ότι ο χωρισμός του προκάλεσε προβλήματα ψυχικής υγείας και μέχρι σήμερα παρακολουθείται από ψυχίατρο. Ο συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος καταβάλλει διατροφή €350,00 μηνιαίως για τα παιδιά του. Ζήτησε δε να ληφθεί υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και η μετέπειτα συμπεριφορά του αφού μετά το υπό κρίση επεισόδιο δεν έχει διαπράξει κανένα αδίκημα. Όσον αφορά τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, ο συνήγορος υποστήριξε ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν υπήρξε προσχεδιασμός εκ μέρους του κατηγορουμένου. Εάν παρόλα αυτά το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι αυτή θα μπορούσε να ανασταλεί λόγω του νεαρού της ηλικίας του κατηγορουμένου και του λευκού του ποινικού μητρώου. Ο συνήγορος παρέπεμψε επί του προκειμένου σε νομολογία, σχετική με την εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης και σύμφωνα με την οποία, τα στοιχεία αυτά θα μπορούσαν να προσμετρήσουν υπέρ του κατηγορουμένου. Ανέφερε περαιτέρω ότι στην εξέταση του κατά πόσον θα ανασταλεί μια ποινή φυλάκισης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τόσον τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όσον και τα περιστατικά του αδικήματος. Η σοβαρότητα των αδικημάτων Τα αδικήματα βίας στην οικογένεια των δύο πρώτων κατηγοριών που διέπραξε ο κατηγορούμενος, είναι πάρα πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα τους προκύπτει κυρίως από τις αυστηρές ποινές που προβλέπει ο νόμος. Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το αδίκημα ο νομοθέτης όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δ/ντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α
(2002)2 ΑΑΔ 575,580). Σύμφωνα δε με την Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 637, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Για τα αδικήματα βίας στην οικογένεια, προβλέπονται αυστηρότερες ποινές σε σχέση με τα συνήθη αδικήματα βίας. Το γεγονός αυτό αντανακλά κατά την γνώμη μου, την ευαισθησία του νομοθέτη και κατ' επέκταση την ευαισθησία της κοινωνίας της ίδιας όσον αφορά τη διάπραξη αυτού του είδους των αδικημάτων μέσα στην οικογένεια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(4)του Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου, η ποινή για τα αδικήματα των δύο πρώτων κατηγοριών, είναι φυλάκιση μέχρι 5 χρόνια και/ή χρηματική ποινή μέχρι £5.000,00, το ανάλογο σήμερα σε ευρώ. Γενικότερα, τα αδικήματα βίας θεωρούνται από τη φύση τους σοβαρά γιατί εκτός από τη σωματική ακεραιότητα του θύματος, πλήττουν κυρίως και την προσωπικότητά του. Όσον αφορά αδικήματα βίας μέσα στην οικογένεια, αυτά δημιουργούν περαιτέρω ανυπέρβλητα προβλήματα στον ψυχικό κόσμο των ανηλίκων που πιθανόν να είναι θεατές της βίας και μειώνουν την αυτοεκτίμηση των θυμάτων. Επιπλέον αποτελούν τα ίδια, πιθανή εστία συνεχούς έντασης και διάπραξης και άλλων εγκλημάτων μέσα στην οικογένεια στο μέλλον. Η σοβαρότητα αδικημάτων αυτής της φύσης, τονίζεται και από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Υποδεικνύεται μεταξύ άλλων ότι η άσκηση βίας μέσα στην οικογένεια θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με την ανάλογη αυστηρότητα. Όπως λέχθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Θεοχάρους ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 113/2008 ημερομηνίας 17.7.2008, η σοβαρότητα της βίας είναι αυτόδηλη όταν αυτή ασκείται κατά μελών της ίδιας οικογένειας. Σε αντίθεση δε με τα γεγονότα της πιο πάνω υπόθεσης όπου η επίθεση δεν ήταν ιδιαίτερα σφοδρή, στην παρούσα υπόθεση η βία που ασκήθηκε ιδιαίτερα εναντίον του πενθερού του κατηγορουμένου Παναγιώτη Κωνσταντίνου, ήταν σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου αρκετά σοβαρή και είχε ως αποτέλεσμα να νοσηλευτεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για περαιτέρω παρακολούθηση. Περαιτέρω, η βία που ασκήθηκε εναντίον της συζύγου του κατηγορουμένου Νικολέττας Κωνσταντίνου, ήταν ενώπιον των ανηλίκων τέκνων της, τα οποία ο κατηγορούμενος την ώρα του επεισοδίου παρέδιδε στην μητέρα τους ως όφειλε, δυνάμει διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(2003)2 Α.Α.Δ 534 λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής σε σχέση με την σοβαρότητα ντου αδικήματος: «Τα αδικήματα που αντιμετωπίζει η εφεσίβλητη είναι σοβαρά. Ο Ποινικός Κώδικας και ο περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος του 2000, Ν.119(Ι)/00, προβλέπουν ποινές φυλάκισης από 2 χρόνια, για την επίθεση, μέχρι 5 χρόνια, τόσο για επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, όσο και για συμπεριφορά που προκαλεί ψυχική βλάβη. Η χρήση βίας πλήττει όχι μόνο τη σωματική ακεραιότητα του θύματος, αλλά καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του (Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκαλλου
(2001)2 A.A.Δ. 95» Επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ 272, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Η αύξηση που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια στα περιστατικά βίας που ασκείται από μέλος οικογένειας προς άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας, κατέστησε αναγκαία την αντιμετώπιση του κοινωνικά απαράδεκτου αυτού φαινομένου με τη θέσπιση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου (Ν. 47
(1)/94 - στο εξής "ο νόμος"). Οι αυστηρές ποινές που προβλέπει ο νόμος, καθιστούν τα εγκλήματα βίας στην οικογένεια ακόμα πιο σοβαρά από ανάλογα εγκλήματα εναντίον προσώπων που βρίσκονται εκτός του κύκλου της οικογένειας και τιμωρούνται από τον Ποινικό Κώδικα. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου, οποιοσδήποτε ασκεί βία η οποία προκαλεί άμεσα πραγματική σωματική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του, είναι ένοχος αδικήματος που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων ή με χρηματική ποινή £3000 ή και με τις δυο ποινές· ενώ η διάπραξη επίθεσης μετά προκλήσεως πραγματικής σωματικής βλάβης, όταν το αδίκημα συντελείται έξω από το περιβάλλον της οικογένειας, τιμωρείται από τον Ποινικό Κώδικα με φυλάκιση τριών χρόνων. (Βλ. άρθρο 243 Ποινικού Κώδικα Κεφ 154.)» Η διάκριση είναι εμφανής. Η αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου προς τους ενόχους αδικημάτων βίας στην οικογένεια εκφράζεται μέσω της αυστηρότερης ποινής που προβλέπει ο νόμος ενώ, ταυτόχρονα επιδιώκεται, μέσω της ποινής, και η εξυπηρέτηση του σκοπού της αποτροπής.» Είναι νομίζω σκόπιμο να αναφερθώ και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 95 που αφορούσε γενικότερα την σοβαρότητα των αδικημάτων βίας και στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Σοβαρό είναι και το αδίκημα της 3ης κατηγορίας που διέπραξε ο κατηγορούμενος. Το άρθρο 236(α) του Ποινικού Κώδικα, χαρακτηρίζει το αδίκημα της απερίσκεπτης και αμελούς πράξης ως πλημμέλημα το οποίο τιμωρείται δυνάμει του άρθρου 35 με ποινή φυλάκισης μέχρι 2 χρόνια, που είναι η γενική ποινή για πλημμελήματα όπου δεν υπάρχει ειδική πρόβλεψη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος ενήργησε με ένα ιδιαίτερα απερίσκεπτο και επικίνδυνο τρόπο, οδηγώντας το αυτοκίνητο του με την όπισθεν, την στιγμή που γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι με τον τρόπο αυτό έθετε σε κίνδυνο την σωματική ακεραιότητα των παραπονουμένων. Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, είναι από άποψη ποινής το ελαφρύτερο των κατηγοριών που διέπραξε ο κατηγορούμενος αφού γι' αυτό προβλέπεται σύμφωνα με το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, ποινή φυλάκισης ενός μηνός. Η σοβαρότητα όμως του αδικήματος επαυξάνεται κατά την άποψη μου στις περιπτώσεις όπου η εξύβριση συνοδεύεται με άλλα αδικήματα βίας ή όπου τείνει να εξευτελίσει την αξιοπρέπεια του θύματος όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση. (Βλ. Γεώργιου Μ. Πική Sentencing in Cyprus (2η έκδοση) στην σελίδα 185, όπου γίνεται αναφορά σε σχετική νομολογία). Ελαφρυντικοί παράγοντες Με δεδομένη πλέον τη σοβαρότητα του αδικήματος, θα προχωρήσω στην εξέταση των ελαφρυντικών παραγόντων που θα ληφθούν υπόψη για μετριασμό της ποινής. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του, τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τον αδικοπραγούντα θα δικαιολογούσαν. Αποτελεί αξίωμα πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσης της. Παράλληλα βεβαίως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας των αδικημάτων είτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση θα λάβω υπόψη όλα όσα ανέφερε ο συνήγορος υπεράσπισης για μετριασμό της ποινής. Ειδικότερα λαμβάνω υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, το νεαρό της ηλικίας του και τις υπόλοιπες προσωπικές του συνθήκες ως αναφέρονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας. Λαμβάνεται περαιτέρω υπόψη το γεγονός ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός στην διάπραξη του αδικήματος. Τα ελαφρυντικά όμως αυτά δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως αυτή περιγράφηκε πιο πάνω. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής, η οποία πρέπει να είναι ποινή φυλάκισης. Οιαδήποτε άλλη ποινή θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του Νόμου. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, την σοβαρότητα του αδικήματος αλλά και τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, καταδικάζω τον κατηγορούμενο στις πιο κάτω ποινές: · Στην 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών. · Στην 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών. · Στην 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 1 μηνός. · Στην 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 ημερών. Οι ποινές να συντρέχουν και να ξεκινούν από 27 Μαρτίου 2009, ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση. Θα εξετάσω στην συνέχεια την δυνατότητα αναστολής της ποινής που επιβλήθηκε αφού τέθηκε τέτοιο ζήτημα από τον συνήγορο υπεράσπισης. Το άρθρο 3.2 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186
(1)/03, προνοεί τα εξής: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την τελευταία αυτή τροποποίηση του νόμου, δίδεται στο Δικαστήριο πλατιά διακριτική ευχέρεια όταν επιλαμβάνεται του θέματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού λάβει υπόψη τόσον τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσον και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Η δυνατότητα όμως αναστολής, μειώνεται κατά την κρίση μου σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα ή όπου φαίνεται ότι δεν υπάρχει εκ μέρους του κατηγορουμένου, άμεση και έμπρακτη μεταμέλεια (Βλ. μεταξύ άλλων Χαραλάμπους Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323). Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες όπως πιο πάνω αναφέρονται, κρίνω ότι δεν υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν αναστολή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες, ιδιαίτερα οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, έχουν επιδράσει σημαντικά στην μείωση της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν το αίτημα της υπεράσπισης για αναστολή της ποινής. Συνεπακόλουθα, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης να είναι άμεση. Τα έξοδα της διαδικασίας €490,00 να πληρωθούν από την Δημοκρατία αφού ως θέμα αρχής δεν ενδείκνυται η πληρωμή εξόδων στην περίπτωση επιβολής ποινής άμεσης φυλάκισης. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο