Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Yousef Sayed Yousef κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2844/09, 30 Μαρτίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B60 Αρ. Υπόθεσης: 2844/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -
- Yousef Sayed Yousef, από την Συρία
- Mohamad Jouriya, από την Συρία
- Ahmad Khalil Ahmad, από την Συρία Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο: κος Γαβριηλίδης Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (για κατηγ.1) Ο κατηγορούμενος 1 κατάγεται από την Συρία αλλά είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου. Αντιμετωπίζει κατηγορία για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπών κατά παράβαση του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου (Κεφ.105). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 2.2.2009 εργοδότησε τους αλλοδαπούς κατηγορουμένους 2 & 3 χωρίς την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια. Μαρτυρία Για την αστυνομία κατέθεσαν τρείς συνολικά μάρτυρες. Πρόκειται για τον αστυφύλακα που εξέτασε την υπόθεση (Μ.Κ.1), τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος συνελήφθη να εργάζεται στην επίδικη οικοδομή (Μ.Κ.2) και τον εργολάβο Σοφοκλή Αδάμου, (Μ.Κ.3), ο οποίος ισχυρίστηκε ότι είναι το πρόσωπο που έδωσε στην αστυνομία την πληροφορία ότι ο 1ος κατηγορούμενος εργοδοτεί παράνομα αλλοδαπούς. Για την υπεράσπιση κατέθεσε ενόρκως ο κατηγορούμενος 1 μετά που κλήθηκε σε απολογία. Θα παραθέσω στην συνέχεια, σύνοψη της δοθείσας μαρτυρίας περιοριζόμενος στα σημεία που έχουν άμεση σχέση με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων αφού πρόθεση μου δεν είναι να επαναλάβω την δοθείσα μαρτυρία στο σύνολο της. Λεπτομερέστερη αναφορά θα γίνει όπου χρειάζεται κατά το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ο Μ.Κ.1 Αστυφύλακας Γιώργος Αγρότης, στην κατάθεση του στην Αστυνομία αναφέρει ότι στις 2.2.2009 ενώ ήταν περιπολία, πήρε μήνυμα ότι στην οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη στην Παλώδια, διενεργήθηκε έλεγχος από την ΥΑΜ σε ανεγειρόμενη οικοδομή και συνελήφθησαν δύο αλλοδαποί για παράνομη εργοδότηση. Πρόκειται για τους κατηγορούμενους 2 και 3 στην παρούσα υπόθεση. Με την άφιξη του στη σκηνή ο Αστυφ. 1608 της ΥΑΜ του ανέφερε ότι τρίτος αλλοδαπός κατάφερε να διαφύγει με αυτοκίνητο αρ. εγγραφής ABJ 353, χτυπώντας ελαφρά το αστυνομικό όχημα. Στη συνέχεια, στην ΑΔΕ Λεμεσού κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1 για παράνομη εργοδότηση των κατηγορουμένων 2 και 3 και αυτός απάντησε «παραδέχομαι». Στην αντεξέταση, ανάφερε ότι είδε τον κατηγορούμενο 1 για πρώτη φορά στα γραφεία της ΑΔΕ Λεμεσού. Εκεί ήταν παρόντες και οι δύο συγκατηγορούμενοι του, κατηγορούμενοι 2 και 3 καθώς και δύο άλλοι αλλοδαποί Ρουμάνικης καταγωγής που εργάζονταν στην οικοδομή. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο 2ος κατηγορούμενος, ο οποίος δέχθηκε ότι έδωσε τη γραπτή κατάθεση που κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Σύμφωνα με αυτήν, εργάστηκε στην επίδικη οικοδομή παράνομα και τον μετέφερε εκεί κάποιος άλλος αλλοδαπός με το όνομα Άχματ. Συμφώνησαν, όπως είπε, να τους πληρώσει €50,00 την ημέρα ο Ιωσήφ (Yousef), ο οποίος ήταν ο εργολάβος. Δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει την εργασία του γιατί συνελήφθη από την Αστυνομία. Ενώπιον του Δικαστηρίου, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το άτομο με το όνομα Yousef που αναφέρει στην κατάθεση του. Παρόλα αυτά, ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου στην ένορκη μαρτυρία του ότι θα τον πλήρωνε ο Άχματ και όχι ο Yousef. Δεν γνωρίζει ποιος ήταν ο εργοδότης στην οικοδομή και επέμενε ότι θα πληρωνόταν από τον Άχματ. Μετά την εξέλιξη αυτή και σε συνέχεια αιτήματος της δημόσιας κατηγόρου, ο κατηγορούμενος 2 κηρύχθηκε ως εχθρικός μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή. Δόθηκε ως εκ τούτου δικαίωμα στην δημόσια κατήγορο να αντεξετάσει τον μάρτυρα αυτό. Στην αντεξέταση του από την κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι γνωρίζει τον 1ο κατηγορούμενο από τη Συρία και είναι εις γνώση του ότι είναι εργολάβος. Το γεγονός αυτό το έμαθε από άλλους Συρίους εργάτες που βρίσκονται στην Κύπρο. Σε υποβολή της κατηγόρου ότι συμφώνησε να πληρώνεται από τον κατηγορούμενο 1 €50,00 την ημέρα για εργασία στην επίδικη οικοδομή, απάντησε ότι η συμφωνία του να εργαστεί ήταν με τον Άχματ αλλά δεν γνώριζε ποιος θα τον πλήρωνε ούτε πού θα εργαζόταν. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Σοφοκλής Αδάμου. Ισχυρίστηκε ότι είναι διευθυντής εργοληπτικής εταιρείας και γνωρίζει πολύ καλά τον κατηγορούμενο
- Ανάφερε επίσης ότι είναι μέλος κάποιας επιτροπής ενάντια στους παράνομους αλλοδαπούς και εργοδότες. Υπό την ιδιότητα του αυτή, μαζί με άλλα πρόσωπα, έθεσε τον κατηγορούμενο 1 υπό παρακολούθηση. Διαπίστωσε ότι στις 30.1.2009 το απόγευμα, διεξήγαγε οικοδομικές εργασίες στο σπίτι του μαζί με άλλους αλλοδαπούς. Ειδοποίησε την Αστυνομία αλλά δυστυχώς κανείς δεν εμφανίστηκε. Πρόσεξε όμως ότι μετά τη συμπλήρωση της εργασίας εκεί στο σπίτι του κατηγορουμένου 1, μεταξύ των παρανόμων αλλοδαπών ήταν και ο κατηγορούμενος 2 καθώς και το πρόσωπο που διέφυγε της σύλληψης στην οικοδομή στην Παλώδια οδηγώντας το αυτοκίνητο του κατά του αυτοκινήτου της αστυνομίας. Είδε μάλιστα τον κατηγορούμενο 1 να πληρώνει αυτούς τους δύο αλλοδαπούς μετά τη συμπλήρωση της εργασίας στο σπίτι του. Στις 2.2.2009 το πρωί, έγινε επιχείρηση στην επίδικη οικοδομή στην Παλώδια, στην οποία συμμετείχε και η επιτροπή της οποίας είναι μέλος. Συνελήφθησαν μεταξύ άλλων, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ενώ τρίτος αλλοδαπός διέφυγε τη σύλληψη. Ο ίδιος ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 εργάζονταν στην επίδικη οικοδομή. Σε ερώτηση πώς γνωρίζει ότι ο 1ος κατηγορούμενος ήταν εργοδότης τους σε αυτή την οικοδομή, ο μάρτυρας ανάφερε το γεγονός ότι τον είδε την προηγούμενη να τους πληρώνει για την εργασία που έκαμαν στο σπίτι του. Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι βρισκόταν και ο κατηγορούμενος 1 στην επίδικη οικοδομή στην Παλώδια, πλην όμως αναχώρησε από το μέρος, πέντε λεπτά πριν φθάσει η Αστυνομία. Μετά δε που τέλειωσε η επιχείρηση, τον είδε να περνά από την οικοδομή για να δει τι συμβαίνει. Στη συνέχεια, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο φαινόμενο των παράνομων αλλοδαπών, ισχυριζόμενος ότι αυτοί είναι χιλιάδες και τρώνε όπως είπε, το ψωμί των Κυπρίων εργολάβων. Σε ερώτηση δε του συνηγόρου υπεράσπισης πώς αναγνωρίζει αν κάποιος εργάτης είναι παράνομος, ο μάρτυρας απάντησε ότι αντιλαμβάνεται το γεγονός αυτό από το χρώμα του. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος 1 κλήθηκε σε απολογία με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, επέλεξε να προβεί σε ανόμωτη δήλωση. Σύμφωνα με αυτή, όταν κλήθηκε στην αστυνομία δέχθηκε ότι το αυτοκίνητο που προξένησε ατύχημα ήταν δικό του. Αρνήθηκε όμως ότι εργοδοτούσε τους αλλοδαπούς που συνελήφθησαν να εργάζονται εκεί. Ισχυρίστηκε ότι τα πρόσωπα αυτά, τους δύο Ρουμάνους καθώς και άλλους δύο Άραβες δεν τους είχε ξαναδεί προηγουμένως. Ο αστυφύλακας Κυριάκου όμως τον απείλησε ότι δεν πρόκειται να τον αφήσει να φύγει και ζήτησε από άλλο αστυνομικό να τον συλλάβει. Του είπε δε ότι τα λεγόμενα του στην αστυνομία δεν λαμβάνονται υπόψη και σημασία έχει τι θα πει στο Δικαστήριο. Επειδή η κόρη του κατηγορουμένου ήταν όπως είπε την ημέρα εκείνη άρρωστη και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, ο κατηγορούμενος 1 ανησυχώντας για την υγεία της, είπε στον αστυφύλακα Κυριάκου «Πες μου τι θέλεις να πω και θα το πω προκειμένου να πάω στο Νοσοκομείο». Αγορεύσεις Η δημόσια κατήγορος στην αγόρευση της, αναφερόμενη στην δοθείσα μαρτυρία εισηγήθηκε ότι η ομολογία του κατηγορουμένου στην αστυνομία πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο για σκοπούς καταδίκης. Ισχυρίστηκε ότι η ομολογία αυτή ενισχύεται από την μαρτυρία του Μ.Κ.3 ο οποίος είδε κάποιους από τους αλλοδαπούς που συνελήφθησαν στην επίδικη οικοδομή να εργάζονται για τον κατηγορούμενο 1 την προηγούμενη ημέρα. Η μαρτυρία επίσης του Μ.Κ.3, τοποθετεί τον κατηγορούμενο 1 στην επίδικη οικοδομή πέντε λεπτά πριν την σύλληψη των αλλοδαπών και αμέσως μετά την λήξη της επιχείρησης. Όσον αφορά τον Μ.Κ.2, η κατήγορος εισηγήθηκε ότι παρότι κηρύχθηκε εχθρικός μάρτυρας, μέρος της μαρτυρίας του θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο. Εισηγήθηκε συγκεκριμένα όπως γίνει αποδεκτή η αρχική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία με την οποία δεχόταν ότι θα πληρωνόταν από τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος ήταν και ο εργολάβος του έργου. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην δική του αγόρευση, εισηγήθηκε ότι η παραδοχή του κατηγορουμένου στην απάντηση του στην γραπτή κατηγορία δεν θα πρέπει να έχει την βαρύτητα ομολογίας που πηγάζει από ανακριτική κατάθεση. Στις ανακριτικές καταθέσεις κατά τον συνήγορο, γίνεται αναλυτική παράθεση γεγονότων που αποκλείουν την πιθανότητα λάθους και ως εκ τούτου οι ομολογίες σε αυτές, έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από μια απλή μονολεκτική παραδοχή όπως συνέβη στην παρούσα υπόθεση, στην οποία η ανάγκη επαλήθευσης της ομολογίας είναι μεγαλύτερη. Επιπλέον, ο Μ.Κ.2 δεν ξεκαθάρισε με την μαρτυρία του ποιο πρόσωπο τον εργοδότησε στην επίδικη οικοδομή και ποιος ανέλαβε να τον πληρώσει για την εργασία που θα εκτελούσε με τους άλλους αλλοδαπούς. Επίσης δεν κλήθηκε και ο 3ος κατηγορούμενος προκειμένου να διευκρινίσει ποιος ήταν ο εργοδότης στην επίδικη οικοδομή. Όσον αφορά τον Μ.Κ.3, ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε σε εργοδότηση αλλοδαπών από τον κατηγορούμενο 1, την προηγούμενη της επιχείρησης της αστυνομίας. Η μαρτυρία όμως αυτή δεν επιβεβαιώνεται από κανένα άλλο μάρτυρα κατηγορίας. Επίσης, η θέση του ότι αναγνωρίζει τους παράνομους αλλοδαπούς από το χρώμα τους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή δεδομένου ότι το καθεστώς κάποιου αλλοδαπού μπορεί να αποδειχθεί μόνο με μαρτυρία του τμήματος αλλοδαπών. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Ο αστυφύλακας Αγρότης (Μ.Κ.1), μου έκανε πολύ θετική εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν απόλυτα κατατοπιστικός ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε για διερεύνηση της υπόθεσης χωρίς να κλονιστεί καθόλου κατά την αντεξέταση του. Η μαρτυρία του για τους πιο πάνω λόγους, γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.2 κηρύχθηκε εχθρικός μάρτυρας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του θα κριθεί ως εκ τούτου υπό το φως αυτού του δεδομένου. Η κήρυξη μάρτυρα ως εχθρικού δεν αποκλείει εκ προοιμίου την μαρτυρία που έχει δώσει στο Δικαστήριο, καθιστώντας την χωρίς άλλο, αναξιόπιστη. Η μαρτυρία αυτή παραμένει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και η αξιολόγηση της επαφίεται στο Δικαστήριο που εξετάζει την υπόθεση. Εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της όλης μαρτυρίας έστω και αν είναι μαρτυρία που θα έπρεπε να θεωρείται αναξιόπιστη και γενικά ασήμαντης αξίας. (Στυλιανού ν. Δημοκρατίας
(1979)2 C.L.R. 109). Στην υπόθεση Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R., 65, η οποία υιοθετήθηκε μεταγενέστερα στην απόφαση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172, λέχθηκε ότι το βάρος που θα δοθεί στην μαρτυρία ενός εχθρικού μάρτυρα, είναι θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο. Δεν υπάρχει κανόνας που υπαγορεύει ότι πρέπει να παραγνωριστεί στην ολότητα της. Δικαιολογημένα ένα Δικαστήριο θα προβληματιστεί αν θα δώσει οποιοδήποτε βάρος στην μαρτυρία εχθρικού μάρτυρα αλλά μπορεί αν το θεωρήσει ορθό, να το πράξει, ιδιαίτερα όταν μέρη της μαρτυρίας ενισχύονται με άλλη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. (Σχετική αναφορά γίνεται και στο σύγγραμμα "Το Δίκαιο της Απόδειξης" του Δικαστή Τάκη Ηλιάδη, στις σελ. 226-228). Η δημόσια κατήγορος ζήτησε από το Δικαστήριο όπως αποδεχθεί την κατάθεση που ο Μ.Κ.2 έδωσε στην αστυνομία μετά την σύλληψη του, στην οποία ενοχοποιεί τον 1ο κατηγορούμενο ως εργοδότη του και να απορρίψει την θέση που εξέφρασε στο Δικαστήριο με την οποία αναίρεσε τον πιο πάνω ισχυρισμό. Η άποψη αυτή της κατηγόρου δεν ευσταθεί. Η αποδοχή στο Δικαστήριο από εχθρικό μάρτυρα προηγούμενης αντιφατικής του δήλωσης, έχει σαν συνεπακόλουθο να καταστεί αυτή μέρος της μαρτυρίας που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν όμως ο μάρτυρας αυτός, παρά το γεγονός ότι παραδέχεται ότι έχει προβεί σε προηγούμενη αντιφατική δήλωση, συνεχίζει να καταθέτει αντίθετα με το περιεχόμενο της, το Δικαστήριο πρέπει να ενεργήσει πάνω στην προφορική μαρτυρία που έχει δοθεί ενώπιον του. Η προηγούμενη δήλωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας του μάρτυρα αλλά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο για απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σε αυτή. (Βλ. "Το Δίκαιο της Απόδειξης" του Δικαστή Τάκη Ηλιάδη, στις σελ. 227-228). Η ίδια αρχή αναφέρεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 στην σελίδα 2053 όπου αναφέρονται τα πιο κάτω: « If a hostile witness, on being cross-examined on a previous unsworn statement which is inconsistent with his present testimony, admits having made the previous statement but denies the truth of its contents, the statement is admissible to impugn the credit of the witness and not as evidence of the truth of the facts stated therein (White
(1922)17 Cr App R 60). Cross-examination upon such previous unsworn assertions is permitted, not for the purpose of substituting them for the witness's sworn testimony, but to show that the sworn testimony, in the light of the unsworn assertions, cannot be regarded as being of importance (Harris [1927] 2 KB 587).» Η πιο πάνω αρχή, ισχύει ακόμη και στις περιπτώσεις όπου η προηγούμενη κατάθεση έγινε ενόρκως. Έτσι στην υπόθεση R v Golder
(1960)3 All E.R 457, όπου ο Δικαστής υπέδειξε στους ενόρκους ότι θα μπορούσαν να στηριχθούν σε μαρτυρία που περιεχόταν σε προηγούμενη κατάθεση του μάρτυρα που έγινε ενώπιον του παραπέμποντος Δικαστηρίου, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από του να παραμερίσει την καταδίκη. Λέχθηκε συγκεκριμένα από τον Λόρδο Parker: «:. . . when a witness is shown to have made previous statements inconsistent with the evidence given by that witness at the trial, the jury should not merely be directed that the evidence given at the trial should be regarded as unreliable; they should also be directed that the previous statements, whether sworn or unsworn, do not constitute evidence upon which they can act.» Είναι γεγονός ότι η θέση που εκφράστηκε με την πιο πάνω απόφαση ότι η μαρτυρία εχθρικού μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να θεωρείται αναξιόπιστη (unreliable) χαρακτηρίστηκε σε μεταγενέστερη νομολογία ως παρεμφερές σχόλιο (obiter dictum). Έτσι στην υπόθεση Pestano
(1981)Crim LR 397, λέχθηκε ότι επαφίεται στους ενόρκους να αξιολογήσουν την μαρτυρία εχθρικού μάρτυρα αφού προειδοποιηθούν από τον Δικαστή για την βαρύτητα που θα δώσουν σε αυτή την μαρτυρία. Σχετική είναι επίσης η πρόσφατη υπόθεση Δημήτρης Ηροδότου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 22/2007 ημερ. 29.2.
- Όμως δεν ανατράπηκε η άλλη αρχή που καθιέρωσε ότι η Golder ότι δηλαδή, η προηγούμενη δήλωση που έγινε εκτός Δικαστηρίου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί παρά μόνο για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας του μάρτυρα και όχι για απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σε αυτή. Αντιθέτως, η πιο πάνω θέση επαναλαμβάνεται στην πιο πάνω νομολογία. Είναι λοιπόν προφανές από τα πιο πάνω ότι από την στιγμή που η κατάθεση του Μ.Κ.2 ενώπιον του Δικαστηρίου, αντίκειται στην προηγούμενη κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ.3), το Δικαστήριο δεν δικαιούται να επιλέξει μεταξύ των δύο αυτών εκδοχών. Είναι όμως υποχρεωμένο να κρίνει την αξιοπιστία της ενώπιον του μαρτυρίας βάσει αυτής της αντίθεσης δεν μπορεί όμως να βασιστεί στην εξώδικη κατάθεση για σκοπούς απόδειξης των γεγονότων που αναφέρονται σε αυτή. Δεν ισχύει ως εκ τούτου η θέση της δημόσιας κατηγόρου ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να αποδεχθεί μόνο την γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου για απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σε αυτή. Όσον αφορά την μαρτυρία του Μ.Κ.2 ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχω κανένα ενδοιασμό να την απορρίψω ως αναξιόπιστη. Ο μάρτυρας αυτός δεν έδωσε καμία δικαιολογία για την προηγούμενη αντιφατική του κατάθεση και ήταν κάτι περισσότερο από εμφανές ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ως εκ τούτου απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Πολύ κακή εντύπωση μου έκανε και ο Μ.Κ.
- Ο μάρτυρας αυτός με την μαρτυρία του δεν σύνεδεσε τον κατηγορούμενο με την επίδικη οικοδομή. Επέμενε όμως ότι εργοδότησε τους κατηγορουμένους 2 & 3 επειδή τους είδε την προηγουμένη να εργάζονται στο σπίτι του κατηγορουμένου
- Το Δικαστήριο όμως δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις προκειμένου να προβεί σε ασφαλές εύρημα ως προς την διάπραξη του αδικήματος της παράνομης εργοδότησης εκ μέρους του κατηγορουμένου
- Επιπλέον, η θέση του ότι αναγνωρίζει τους παράνομους μετανάστες από το χρώμα τους όχι μόνο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο αλλά είναι συνάμα και προκλητική αφού πρόκειται για άποψη που κρίνει τους ανθρώπους από το χρώμα του δέρματος τους. Θα ανέμενε κανείς ότι τέτοιες απόψεις θα είχαν εκλείψει από μια σύγχρονη κοινωνία όπως η δική μας. Δυστυχώς όμως φαίνεται ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Ανεξαρτήτως τούτου, όπως πολύ σωστά επεσήμανε ο συνήγορος υπεράσπισης, το καθεστώς με το οποίο ένας αλλοδαπός βρίσκεται στην Κύπρο δεν μπορεί να κριθεί παρά μόνο με μαρτυρία από την αρμόδια αρχή. Γιατί δεν είναι όλοι βέβαια παράνομοι, οι αλλοδαποί που διαμένουν στην Κυπριακή Δημοκρατία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του Μ.Κ.3 κρίνεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Όσον αφορά την παραδοχή του κατηγορουμένου 1 στην γραπτή κατηγορία (τεκμ. 2) ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή. Η βαρύτητα που το Δικαστήριο μπορεί να προσδώσει σε ομολογία ενοχής κατηγορουμένου, έχει απασχολήσει την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά αποφάσεων. Αποτελεί καθιερωμένη αρχή πως μια εκούσια εξωδικαστική ομολογία μπορεί να εισαχθεί ως μαρτυρία προς απόδειξη των γεγονότων που περιέχονται σε αυτή. Είναι βεβαίως επιθυμητό να αναζητείται η εξακρίβωση της ορθότητας του περιεχομένου της προς αποκλεισμό πιθανότητας λάθους. Το περιεχόμενο της κρίνεται όχι μόνο με βάση την αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή αλλά σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που ενισχύει ή καταρρίπτει την αλήθεια του περιεχομένου της. Αυτό γίνεται ώστε το Δικαστήριο να βεβαιωθεί κατά πόσο το περιεχόμενο της ομολογίας, συνάδει με την αλήθεια των γεγονότων. Στην Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, 225 λέχθηκαν τα εξής: «Η ομολογία του εγκλήματος - εφόσον γίνεται δεκτή ως εθελούσια - μπορεί αφ' εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του εφεσείοντα. Η ανθρώπινη εμπειρία υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν ομολογούν κατά κανόνα εγκλήματα τα οποία δε διέπραξαν. Η συνείδηση του ανθρώπου όσο πωρωμένη κι΄ αν είναι έχει εκρήξεις για λύτρωση από το βάρος του εγκλήματος που δεν ελέγχονται. Η ομολογία του εγκλήματος αποτελεί μέσο για την εκτόνωση της βεβαρημένης συνείδησης. Όσο θεληματική κι΄ αν είναι η κατάθεση του κατηγορουμένου είναι φρόνιμο, όπως ορίζει η νομολογία, να αναζητείται στο βαθμό που είναι δυνατό ενίσχυση της ορθότητας του περιεχομένου της. Έτσι αποκλείεται η πιθανότητα λάθους και συγχρόνως δεν ενθαρρύνονται οι ανακριτικές Αρχές να επιδιώκουν την ομολογία ως εύκολο υποκατάστατο της ανίχνευσης του εγκλήματος. Το περιεχόμενο της ομολογίας κρίνεται όχι μόνο με βάση τη συμφυή αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σ' αυτή αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που τείνει να ενισχύσει ή να καταρρίψει την ορθότητα του περιεχομένου της.» Σχετική είναι και η υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166, 172 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Μάρτιν ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65. Στην Ανδρέου (ανωτέρω), παρατέθηκε και το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση R. v. Mallinson
(1977)Crim.L.Rev, στην οποία διακηρύχθηκε ότι απόφαση που στηρίζεται σε προφορική ομολογία δεν είναι κατ' ανάγκη ανασφαλής ή μη ικανοποιητική: 'Held, as to that ground, there was no principle to be gathered from the authorities, of universal or general application, that a conviction wholly or mainly resting on evidence of an oral confession could never be safe or satisfactory. It must in every case be a question to be decided on the particular facts.' ¨Όπως προαναφέρθηκε, η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1, έγινε παραδεκτή από τον ίδιο με την απάντηση του στην γραπτή κατηγορία (τεκμ.2). Το Δικαστήριο όμως θα πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα κατά πόσον η ομολογία αυτή είναι αυθεντική. Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, είμαι της άποψης ότι η πιο πάνω ομολογία του κατηγορουμένου 1, είναι αυθεντική. Χωρίς ενδοιασμούς και χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε άλλο που να αλλοιώνει την παραδοχή του, ομολόγησε ενοχή στον αστυνομικό (Μ.Κ.1) που τον κατηγόρησε γραπτώς για το υπό κρίση αδίκημα. Ήταν δε αρκετά σαφές ότι η γραπτή κατηγορία αφορούσε την παράνομη εργοδότηση των κατηγορουμένων 2 και 3 και δεν υπήρχε θέμα παρεξήγησης ως προς το ποιο αδίκημα αφορούσε η γραπτή κατηγορία (τεκμ.2). Δεν έχει δοθεί καμία πειστική δικαιολογία γιατί ο κατηγορούμενος 1 να παραδεχθεί τόσο αυθόρμητα ένα αδίκημα που δεν διέπραξε ούτε και υποβλήθηκε οιαδήποτε ένσταση από την υπεράσπιση ως προς την θεληματικότητα της πιο πάνω παραδοχής. Επίσης ούτε καν υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του αστυφύλακα Αγρότη (Μ.Κ.1), στον οποίο έγινε η παραδοχή, οτιδήποτε ως προς την θεληματικότητα της απάντησης που έδωσε ο κατηγορούμενος
- Δεν υποβλήθηκε στον Μ.Κ.1 έστω η θέση που εξέφρασε ο κατηγορούμενος 1 στην ανώμοτη του δήλωση ότι πιέστηκε από την αστυνομία να παραδεχθεί προκειμένου να τον αφήσουν να πάει στην άρρωστη κόρη του. Η αυθεντικότητα της παραδοχής του κατηγορουμένου 1, προκύπτει κατά την γνώμη μου και από ένα ακόμη στοιχείο. Σύμφωνα και με την ανώμοτη δήλωση του ιδίου, το αυτοκίνητο που βρισκόταν στην επίδικη οικοδομή και με το οποίο διέφυγε ένας αλλοδαπός, του ανήκει. Δεν δόθηκε καμία δικαιολογία από πλευράς υπεράσπισης για το πώς βρέθηκε το αυτοκίνητο αυτό του κατηγορουμένου 1 στην επίδικη οικοδομή και κάτω από ποιες συνθήκες το οδηγούσαν πρόσωπα που εργάζονταν στην εκεί παράνομα. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός αυτό κατά την άποψη μου, αποτελεί ένα στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της αυθεντικότητας της πιο πάνω ομολογίας του κατηγορουμένου
- Ευρήματα. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα σημειώνω τα πιο κάτω: Στις 2.2.2009 ο αστυφύλακας Αγρότης ενώ ήταν περιπολία, πήρε μήνυμα ότι στην οδό Ευαγόρα Παλληκαρίδη στην Παλώδια, διενεργήθηκε έλεγχος από την ΥΑΜ σε ανεγειρόμενη οικοδομή και συνελήφθησαν δύο αλλοδαποί να εργάζονται εκεί παράνομα. Επρόκειτο για τους κατηγορουμένους 2 & 3 που κατάγονται από την Συρία. Ο αστυφύλακας Αγρότης, μετέβη στην σκηνή όπου πληροφορήθηκε από αστυνομικούς της Υ.Α.Μ ότι άλλοι δύο αλλοδαποί κατάφεραν να διαφύγουν οδηγώντας το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΑΒJ 353 και κτυπώντας ελαφρά το αστυνομικό όχημα. Οι κατηγορούμενοι 2 & 3, συνελήφθηκαν και οδηγήθηκαν στον Αστυνομικό σταθμό όπου έδωσαν καταθέσεις. Περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης, κατέδειξε τον κατηγορούμενο 1 που επίσης κατάγεται από την Συρία ως ύποπτο για την παράνομη εργοδότηση των κατηγορουμένων 2 &
- Ο κατηγορούμενος 1 κλήθηκε στην ΑΔΕ Λεμεσού. Εκεί, ο Μ.Κ.1 μεταξύ των ωρών 16.40 και 16.50 με την βοήθεια διερμηνέα, τον κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης των κατηγορουμένων 2 &
- Απαντώντας στην γραπτή κατηγορία, ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε την λέξη «παραδέχομαι». Νομική πτυχή - Συμπεράσματα. Η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1 για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπών στηρίζεται στο άρθρο 14Β του Κεφ. 105 που έχει ως ακολούθως: 14Β.—
(1)Η εργοδότηση αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια ή η εργοδότηση κατά παράβαση των όρων άδειας εργοδότησης ή η εργοδότηση κατά παράβαση οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές. Στοιχειοθέτηση του αδικήματος σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, προϋποθέτει την απόδειξη των πιο κάτω στοιχείων.
- Την εργοδότηση προσώπου από τον κατηγορούμενο.
- Το πρόσωπο που εργοδοτείται να είναι αλλοδαπός.
- Να μην έχει εξασφαλιστεί, η απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια για την εργοδότηση του αλλοδαπού. Είναι παραδεκτό ότι οι κατηγορούμενοι 2 & 3 είναι υπήκοοι Συρίας δηλαδή αλλοδαποί. Η παράνομη εργοδότηση τους προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου αφού συνελήφθησαν να εργάζονται στην επίδικη οικοδομή χωρίς να έχει εξασφαλιστεί άδεια από την αρμόδια αρχή. Επιπλέον έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι το πρόσωπο που εργοδότησε παράνομα τους πιο πάνω αλλοδαπούς στην υπό ανέγερση επίδικη οικοδομή. Το στοιχείο αυτό προκύπτει από ομολογία του κατηγορουμένου στην αστυνομία, η οποία κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αυθεντική για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Ο κατηγορούμενος 1, κρίνεται ως εκ τούτου ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο