← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σωτήρης Ασκάνης, Αρ. Υπόθεσης: 18647/07, 31.3.2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σωτήρης Ασκάνης, Αρ. Υπόθεσης: 18647/07, 31.3.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18647/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Σωτήρης Ασκάνης Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 31.3.2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για την Κατηγορούμενη: κ. Α. Τσιρίδης Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε. Η επίδικη οδική συμπεριφορά έλαβε χώρα στις 22.12.2006 γύρω στις 18:15 στην οδό Αγίας Φυλάξεως στη Λεμεσό. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΗΗ 241 (εφεξής «το αυτοκίνητο») στην εν λόγω οδό με βόρεια κατεύθυνση και συγκρούστηκε με την κα Θεοδώρα Ησαΐα Ιακώβου (εφεξής «η πεζή»), η οποία επιχειρούσε να διασταυρώσει το δρόμο από δεξιά προς τα αριστερά ως η πορεία του αυτοκινήτου. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε την πεζή (Μ.Κ. 1), καθώς και τον εξεταστή της υπόθεσης, Αστυφύλακα 2009 Αντώνη Αντωνίου (Μ.Κ.2). Η Μ.Κ.1, 46 ετών, εργάτρια, υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία 2 ½ μήνες μετά το δυστύχημα, στην οποία αναφέρει ότι κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο βρισκόταν στο αυτοκίνητο του συζύγου της και στάθμευσαν στην ανατολική πλευρά του δρόμου, απέναντι από το κατάστημα «CXC Toys», με σκοπό να μεταβεί στο εν λόγω κατάστημα. Η τροχαία κίνηση ήταν σε κανονικά πλαίσια, ενώ 'ψιλόβρεχε'. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και όταν ο δρόμος ελευθερώθηκε ξεκίνησε για να διασταυρώσει το δρόμο από ανατολικά προς δυτικά. Πρόσεξε ότι και οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας ήταν καθαρές και συνεπώς συνέχισε την πορεία της για να φθάσει απέναντι. Μόλις πέρασε το κέντρο του δρόμου, κτυπήθηκε από ένα αυτοκίνητο που οδηγείτο με βόρεια κατεύθυνση, δηλαδή από αριστερά της, και κατέληξε στο έδαφος σοβαρά τραυματισμένη. Η πεζή προσθέτει στην κατάθεσή της ότι πριν διασταυρώσει ήλεγξε το δρόμο και ήταν καθαρός και ότι δεν γνωρίζει από πού ήρθε το αυτοκίνητο. Κατά την προφορική της μαρτυρία, η πεζή κατέθεσε επιπλέον ότι υπήρχε καλός φωτισμός στο δρόμο λόγω και του χριστουγεννιάτικου στολισμού και ότι φορούσε τζιν παντελόνι με μπεζ τρικό. Κατέθεσε επιπλέον ότι ήλεγξε το δρόμο δεξιά και αριστερά τόσο πριν ξεκινήσει να διασταυρώνει όσο και όταν έφθασε στο μέσο το δρόμου, περίπου στο σημείο σύγκρουσης. Είχε αρκετή ορατότητα προς τα δεξιά και προς τα αριστερά και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν καθόλου οχήματα στο δρόμο - δεν είδε καθόλου το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου. Αρνήθηκε δε τη θέση της Υπεράσπισης ότι υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση και ότι διασταύρωσε την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας μέχρι να φθάσει το κέντρο του δρόμου δια μέσου σταματημένων οχημάτων. Ανέφερε επίσης ότι δεν κρατούσε ομπρέλα και ότι δεν θυμόταν κατά πόσο υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα έξω από το κατάστημα «CXC Toys». Ούτε και θυμόταν πόσα βήματα διήνυσε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας με βόρεια κατεύθυνση μετά που σταμάτησε στο μέσο του δρόμου και διαπίστωσε ότι δεν έρχονταν καθόλου οχήματα στην εν λόγω λωρίδα, αμέσως πριν κτυπηθεί από το αυτοκίνητο. Ο Μ.Κ.2, εξεταστής της υπόθεσης, κατέθεσε ότι επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος μισή ώρα μετά που επεσυνέβη. Ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο μέρος, ενώ η πεζή είχε ήδη διακομιστεί στο νοσοκομείο. Ο Μ.Κ. 2 έλαβε μετρήσεις της σκηνής και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο, το οποίο στη συνέχεια μετέτρεψε σε συμμετρικό, όπου σημείωσε με «Χ» το σημείο επαφής της πεζής με το αυτοκίνητο, σύμφωνα με την υπόδειξη του Κατηγορουμένου και την τελική θέση του αυτοκινήτου. Ο Μ.Κ. 2 επεξήγησε ότι η οδός Αγίας Φυλάξεως είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα για κάθε κατεύθυνση και το «Χ» απέχει 40 εκ. από τη μεσαία διαχωριστική γραμμή. Η λωρίδα για βόρεια κατεύθυνση όπου εκινείτο ο Κατηγορούμενος έχει πλάτος 4,50μ., ενώ υπάρχουν χώροι στάθμευσης στη δυτική πλευρά του δρόμου έξω από το κατάστημα παιχνιδιών. Ο Μ.Κ. 2 κατέθεσε επίσης ότι υπήρχε φωτισμός στο δρόμο από το εν λόγω κατάστημα. Στη σκηνή ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση στη λωρίδα κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση και ότι η πεζή πρέπει να διασταύρωσε δια μέσου των οχημάτων και συνεπώς δεν ήταν ορατή σε αυτόν. Ο Μ.Κ. 2 ανέφερε επίσης ότι η ορατότητα του Κατηγορουμένου στην πορεία του ήταν πέραν των 100 μέτρων και ότι ο καιρός ήταν βροχερός. Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του και επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο στην οδό Αγίας Φυλάξεως με βόρεια κατεύθυνση. Σταμάτησε στο κόκκινο φως στα φώτα τροχαίας πριν το σημείο του δυστυχήματος (νότια), πρώτος στη σειρά. Μόλις έγινε πράσινο, εκκίνησε και προχώρησε ευθεία χωρίς να υπάρχουν οχήματα μπροστά του, με ταχύτητα 30-40 χ.α.ω. Στην απέναντι λωρίδα, υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση και ουρά οχημάτων λόγω των φώτων τροχαίας. Στο ύψος του καταστήματος «CXC Toys», είδε ξαφνικά μπροστά του την πεζή και επήλθε η σύγκρουση. Ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ότι δεν αντιλήφθηκε ενωρίτερα την πεζή καθότι ήταν νύκτα, η πεζή φορούσε σκούρα ρούχα και είχε περάσει δια μέσου της ουράς σταματημένων οχημάτων στην απέναντι λωρίδα. Αντιλήφθηκε την πεζή για πρώτη φορά όταν ήταν 3-4 μέτρα μπροστά από το αυτοκίνητό του και εφάρμοσε αμέσως τα φρένα. Δηλαδή η πεζή είχε περάσει ελαφρώς τη μεσαία διαχωριστική γραμμή. Ο Κατηγορούμενος επεξήγησε την τελική θέση του αυτοκινήτου όπως φαίνεται στο σχέδιο Τεκμήριο 3 (με δεξιά κλίση και το μπροστινό δεξιό μέρος πάνω στη μεσαία διαχωριστική γραμμή) λέγοντας ότι στην αριστερή πλευρά της λωρίδας του υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα τόσο στο χώρο στάθμευσης έξω από το κατάστημα όσο και στο πεζοδρόμιο που υπάρχει αμέσως μετά τον χώρο στάθμευσης. Το όχημα πάνω στο πεζοδρόμιο ήταν μερικώς εντός του δρόμου. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, υποχρεώθηκε να κινηθεί δεξιότερα εντός της λωρίδας του για να αποφύγει τα σταθμευμένα αυτοκίνητα πάνω στο πεζοδρόμιο. Όταν αντιλήφθηκε την πεζή και εφάρμοσε τα φρένα, οι τροχοί 'μπλόκαραν' και το αυτοκίνητο, ένεκα και του βρεγμένου δρόμου, γλίστρησε ελαφρώς δεξιότερα. Όσον αφορά το φωτισμό, η θέση του Κατηγορουμένου ήταν ότι ήταν σκοτεινά, αλλά υπήρχε φωτισμός και είχε ορατότητα εντός της λωρίδας του. Σημειώνω ότι στη γραπτή κατάθεση που έδωσε ο Κατηγορούμενος στην Αστυνομία τη μέρα του δυστυχήματος, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι στο ύψος του δρόμου όπου βρίσκεται το κατάστημα, μια πεζή με μαύρα ρούχα πέρασε ενδιάμεσα της ουράς οχημάτων στην απέναντι λωρίδα κυκλοφορίας και βρέθηκε μπροστά του, επιχειρώντας να διασταυρώσει το δρόμο από δεξιά προς τα αριστερά ως η πορεία του αυτοκινήτου. Ο Κατηγορούμενος αναφέρει στην κατάθεσή του ότι την αντιλήφθηκε μπροστά του και εφάρμοσε αμέσως τα φρένα χωρίς όμως να καταφέρει να την αποφύγει. Θεωρεί ότι η πεζή εμφανίστηκε μπροστά του την τελευταία στιγμή και έτσι δεν είχε ευκαιρία να ενεργήσει. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Η Μ.Κ. 1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και ήταν φανερή η προσπάθειά της να οδηγήσει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η ίδια δεν έφερε καθόλου ευθύνη για το δυστύχημα και ότι ήλεγξε δεόντως το δρόμο πριν επιχειρήσει να διασταυρώσει. Είναι αξιοσημείωτο ότι στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, η πεζή ανέφερε ότι ξεκίνησε να διασταυρώνει αφότου βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός και συνέχισε την πορεία της εφόσον διαπίστωσε ότι και οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας ήταν καθαρές, ενώ προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου προέβαλε μια άλλη εκδοχή. Ειδικότερα, επέμεινε ότι όταν έφθασε στο μέσο του δρόμου σταμάτησε και ήλεγξε το δρόμο εκ νέου, περίπου στο σημείο σύγκρουσης. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, πέραν της αντίφασης με τη γραπτή της κατάθεση, αντιστρατεύεται πλήρως την κοινή λογική, έχοντας κατά νουν ότι αμέσως μετά κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο. Πώς είναι δυνατόν να κοίταξε προς τα αριστερά, να διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν καθόλου οχήματα, αλλά αμέσως μετά να επήλθε η σύγκρουση με το αυτοκίνητο, το οποίο ερχόταν από τα αριστερά της; Προφανώς η πεζή, η οποία δεν κρατούσε ομπρέλα ενώ έβρεχε και ήθελε να μεταβεί στο κατάστημα απέναντι από το σημείο όπου στάθμευσε το όχημά τους ο σύζυγός της, δεν ήλεγξε δεόντως ή καθόλου τη λωρίδα κυκλοφορίας με βόρεια κατεύθυνση όπου εκινείτο το αυτοκίνητο, όταν αυτή έφθασε στο μέσο του δρόμου. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι επρόκειτο για Χριστουγεννιάτικη περίοδο και ώρα αιχμής, αλλά και τον αόριστο τρόπο με τον οποίο απαντούσε η πεζή, δεν πείσθηκα ότι δεν υπήρχαν αυτοκίνητα στη λωρίδα κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση και ότι δεν διασταύρωσε την εν λόγω λωρίδα δια μέσου οχημάτων. Περαιτέρω, σημειώνω ότι η πεζή απέφυγε να απαντήσει σε πολλά ερωτήματα με την πρόφαση ότι δεν καταλαβαίνει από σχέδια. Δέχθηκε ότι είχε αρχικά υπογράψει το σχέδιο ως ορθό, αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν της είχε επεξηγηθεί από την Αστυνομία. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, αντικρούστηκε ευθέως από τη μαρτυρία του Μ.Κ. 2, ο οποίος κατέθεσε ότι της επεξήγησε δεόντως το σχέδιο, αυτή συμφώνησε και το υπέγραψε ως ορθό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η μαρτυρία της πεζής δεν χαρακτηριζόταν από την απαιτούμενη σταθερότητα και συνοχή για να δύναται να θεωρηθεί αξιόπιστη. Ο Μ.Κ. 2 μου έκανε καλή εντύπωση, καθότι κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και μετέφερε με αντικειμενικότητα τα ευρήματά του από τη σκηνή του δυστυχήματος. Όσον αφορά στο συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε ως Τεκμήριο 3, αυτό αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Το σχέδιο, ως έχει Νομολογηθεί, αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί περαιτέρω σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος[1]. Σημειώνω ότι ο Μ.Κ. 2 επιβεβαίωσε ότι ο Κατηγορούμενος από την πρώτη στιγμή, δηλαδή στη σκηνή του δυστυχήματος, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση στη λωρίδα κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση και ότι η πεζή πρέπει να διασταύρωσε δια μέσου των οχημάτων. Ο Κατηγορούμενος ήταν σταθερός από τη πρώτη στιγμή στη δική του εκδοχή ότι υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση στην απέναντι λωρίδα κυκλοφορίας και ότι συνεπώς η πεζή πρέπει να διασταύρωσε δια μέσου των σταματημένων οχημάτων και γι'αυτό το λόγο δεν την αντιλήφθηκε έγκαιρα. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, κατά την ένορκη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, πρόσθεσε κάποιους ουσιαστικούς ισχυρισμούς στην εκδοχή του, οι οποίοι απουσιάζουν από τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία τη μέρα του δυστυχήματος. Ειδικότερα, πρόσθεσε ότι αμέσως πριν το δυστύχημα είχε κινηθεί δεξιότερα εντός της λωρίδας του για να αποφύγει σταθμευμένα αυτοκίνητα στο δυτικό πεζοδρόμιο και ότι με τη χρήση των φρένων στο βρεγμένο δρόμο το αυτοκίνητο γλίστρησε δεξιότερα. Αυτά, όμως, αναφέρθηκαν από τον Κατηγορούμενο για να επεξηγήσει την τελική θέση του αυτοκινήτου, το δεξιό μπροστινό μέρος του οποίου, όπως απεικονίζεται στο σχέδιο, βρίσκεται ελαφρώς πάνω στη μεσαία διαχωριστική γραμμή του δρόμου με ελαφριά κλίση προς τα δεξιά. Συνεπώς δεν θεωρώ ότι αυτά αποτελούν αντίφαση μεταξύ της προφορικής μαρτυρίας και της γραπτής κατάθεσης, αλλά διευκρίνιση όσον αφορά τα γεγονότα και το σχέδιο. Ο Κατηγορούμενος στην ουσία επεξήγησε κατά την ένορκή του μαρτυρία το λόγο για τον οποίο, κατά τον επίδικο χρόνο, βρισκόταν με το αυτοκίνητο στη δεξιότερη πλευρά της λωρίδας του. Σημειώνω επιπλέον ότι η επεξήγηση αυτή, ειδικότερα σε σχέση με τα σταθμευμένα αυτοκίνητα έξω από το κατάστημα και στο πεζοδρόμιο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, σύμφωνα και με τον Μ.Κ. 2, επρόκειτο για πολυσύχναστο κατάστημα σε κεντρικό σημείο της πόλης κατά την περίοδο των Χριστουγέννων, ήταν καθόλα λογική. Επισημαίνω επίσης ότι ο Μ.Κ. 2 κατέθεσε ότι όταν ο ίδιος μετέβη στη σκηνή, υπήρχαν οχήματα σταθμευμένα έξω από το κατάστημα. Συνεπώς είναι λογικό να υπήρχαν οχήματα και την ώρα του δυστυχήματος. Όσον αφορά την τροχαία κίνηση, είναι γεγονός ότι ο Μ.Κ. 2 κατέθεσε ότι όταν ο ίδιος μετέβη στη σκηνή υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση, αλλά δεν μπορούσε να τη χαρακτηρίσει ως πυκνή. Εν τούτοις, ο Μ.Κ. 2 κατέφθασε στη σκηνή μισή ώρα αργότερα, όταν πλέον δεν ήταν ώρα κυκλοφοριακής αιχμής. Σημειώνω περαιτέρω ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με λεπτομέρεια τον τύπο των οχημάτων στην απέναντι λωρίδα κυκλοφορίας. Θυμόταν μόνο τη μεγάλη ουρά οχημάτων μέχρι και τα φώτα τροχαίας. Θεωρώ ότι αυτό καταδεικνύει την ειλικρίνειά του, καθότι αν ήθελε να καταθέσει ψευδώς για να ενδυναμώσει τους ισχυρισμούς του θα μπορούσε κάλλιστα να καταθέσει ότι ήταν οχήματα ψηλού τύπου, φορτηγά κ.ο.κ. Ευρήματα Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 22.12.2006 γύρω στις 18:15 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΗΗ 241 στην οδό Αγίας Φυλάξεως στη Λεμεσό με βόρεια κατεύθυνση. Κατά τον ίδιο χρόνο η κα Θεοδώρα Ησαΐα Ιακώβου επιχειρούσε να διασταυρώσει το δρόμο από ανατολικά προς δυτικά ως η πορεία «Β» στο σχέδιο Τεκμήριο 4, για να μεταβεί σε κατάστημα που βρίσκεται στη δυτική πλευρά του δρόμου. Η πεζή διασταύρωσε τη λωρίδα κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση δια μέσου οχημάτων λόγω της πυκνής τροχαίας κίνησης που υπήρχε στην εν λόγω λωρίδα. Ο Κατηγορούμενος, όταν έφθασε με το αυτοκίνητό του στο ύψος του δρόμου όπου βρίσκεται το εν λόγω κατάστημα, κινήθηκε δεξιότερα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του για να αποφύγει όχημα σταθμευμένο στο δυτικό πεζοδρόμιο, μερικώς εντός του δρόμου. Την ίδια στιγμή η πεζή εισήλθε στην εν λόγω λωρίδα κυκλοφορίας και ο Κατηγορούμενος, βλέποντας την πεζή λίγα μέτρα μπροστά από το αυτοκίνητό του, εφάρμοσε αμέσως τα φρένα. Στη συνέχεια η πεζή συγκρούστηκε με την μπροστινή δεξιά γωνία του αυτοκινήτου και έπεσε στην άσφαλτο, ενώ το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε στην τελική του θέση που φαίνεται στο Τεκμήριο 4. Σημειώνεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο καιρός ήταν βροχερός και ήταν νύκτα, υπήρχε οδικός φωτισμός και η ορατότητα του Κατηγορουμένου στην πορεία του ήταν περίπου 100 μέτρα. Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια».[2] Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια (Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ'εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει τον δρόμο (βλ. Murrel ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217 στις σελ. 223-4). Το ερώτημα που τίθεται στην υπό κρίση υπόθεση είναι κατά πόσο, την ώρα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του και η πεζή διασταύρωνε την απέναντι λωρίδα κυκλοφορίας με πρόθεση να συνεχίσει και στην αριστερή, η πεζή ήταν εντός του οπτικού πεδίου του Κατηγορούμενου. Εάν, δηλαδή, η πεζή ήταν απλά ορατή και ο κίνδυνος εύλογα αντιληπτός, καθότι η θεμελίωση της αμέλειας του Κατηγορουμένου απαιτεί την κατάδειξη της εξ αντικειμένου δυνατότητάς του να αντιληφθεί την πεζή την ώρα που διασταύρωνε. Με βάση το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό, διατηρώ σοβαρές αμφιβολίες εάν η πεζή ήταν ορατή στον Κατηγορούμενο, λαμβάνοντας υπόψη την πυκνή τροχαία κίνηση και την ουρά οχημάτων στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας δια μέσου των οποίων προφανώς διασταύρωσε η πεζή. Περαιτέρω, υπενθυμίζω ότι το δυστύχημα επεσυνέβη κατά τη διάρκεια της νύκτας με βροχερό καιρό, γεγονός το οποίο σύμφωνα με την κοινή λογική δεν μπορεί παρά να δυσχεραίνει σε κάποιο βαθμό τη δυνατότητα έγκαιρου εντοπισμού κινδύνων στο δρόμο. Το κενό αυτό αναφορικά με την κατάδειξη κατά πόσο η πεζή ήταν απλά ορατή αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι, και η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή[3]. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές και υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων, κρίνω πως δεν έχει αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος παρέβη το καθήκον του να ασκήσει την κατάλληλη παρατηρητικότητα για την ύπαρξη της πεζής στο δρόμο, αφού είναι πολύ αμφίβολο αν η πεζή ήταν ορατή σε αυτόν. Επαναλαμβάνω ότι μόνο η παράλειψη να δει κάποιος ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ή η εκ μέρους του παράλειψη επίδειξης εύλογης μέριμνας για άλλα πρόσωπα τα οποία χρησιμοποιούσαν τη Λεωφόρο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Περαιτέρω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί πως η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου υπήρξε η γενεσιουργός αιτία της σύγκρουσης. Υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο η πεζή να εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία εκινείτο το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου χωρίς να ελέγξει δεόντως αν ήταν ασφαλές να το πράξει. Υπενθυμίζω επιπλέον ότι, σύμφωνα με την πραγματική μαρτυρία, η σύγκρουση επήλθε μόλις 40 εκ. από τη μεσαία διαχωριστική γραμμή, δηλαδή σχεδόν μόλις η πεζή εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας όπου εκινείτο το αυτοκίνητο, ενώ το αυτοκίνητο δικαιολογημένα βρισκόταν στη δεξιά πλευρά της εν λόγω λωρίδας προς αποφυγή των σταθμευμένων οχημάτων στο πεζοδρόμιο, μερικώς εντός του δρόμου. Από το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας και από τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, φαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος εφάρμοσε τα φρένα του αυτοκινήτου για να αποφύγει τη σύγκρουση μόλις αντιλήφθηκε την πεζή να αποπειράται να διασταυρώσει τον δρόμο. Η μη αποφυγή της σύγκρουσης δεν εξυπακούει αμέλεια (βλ. Παππάς ν. Ναθαναήλ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 275). Τούτων δεδομένων, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την Κατηγορία που αντιμετωπίζει. ........................................... Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: Αμελής Οδήγηση) [1] Βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου,
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388. [2] Βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86 [3] Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.