Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μαρίνος Περικλέους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19984/08, 3 Απριλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B65 Αρ. Υπόθεσης: 19984/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -
- Μαρίνος Περικλέους, εκ Λεμεσού
- Ηλίας Πατσαλίδης, εκ Λεμεσού Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 3 Απριλίου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο: κα Πιερούδη Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η (για κατηγ. 1) Ο 1ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες 2, 3, και 6, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα. Μετά την εξέλιξη αυτή, η κατηγορούσα αρχή διέκοψε την διαδικασία στις κατηγορίες 1 & 5 που αφορούσαν το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 2ης & 3ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 1 απέσπασε με ψευδείς παραστάσεις από τον Γεώργιο Παυλίδη σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, το ποσόν των €111.000,00 και €265.000,200 αντίστοιχα. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο στο ότι ο κατηγορούμενος 1 προσποιήθηκε ψευδώς ότι θα πωλούσε στον παραπονούμενο το διαμέρισμα αρ. 11 στην πολυκατοικία ΜΑΙROZA 8, παρουσιάζοντας προς τούτο πωλητήριο έγγραφο ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα να προβεί στην πώληση του και επίσης προσποιήθηκε ψευδώς ότι θα του πουλούσε ένα οικόπεδο στην Ελλάδα παρουσιάζοντας προς τούτο πληρεξούσιο έγγραφο ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι δεν υπήρχε το εν λόγω οικόπεδο και ότι το πληρεξούσιο έγγραφο που παρουσίασε ήταν εξ' ολοκλήρου εικονικό. Επιπλέον σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 6ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 1 απέσπασε με ψευδείς παραστάσεις από τον Γιαννάκη Χριστοφίνη, το ποσόν των €33.000,00 σε μετρητά. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο στο ότι ο κατηγορούμενος 1, προσποιήθηκε ψευδώς ότι θα πωλούσε στους παραπονούμενο το ίδιο διαμέρισμα στην πολυκατοικία ΜΑΙROZA 8, παρουσιάζοντας προς τούτο πωλητήριο έγγραφο ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα να προβεί στην πώληση του. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή, έχουν ως ακολούθως: Στις 17.9.2008, ο Χριστοφίνης μετέβη μαζί με κτηματομεσίτη φίλο του στην περιοχή του Debenhams Olympia στον παραλιακό δρόμο της Λεμεσού. Εκεί συνάντησαν τον 1ο κατηγορούμενο που τους συστήθηκε ως Μάριος Γεωργίου και τους ανέφερε ότι ήταν ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος αρ. 11 στην πολυκατοικία ΜΑΙROZA
- Στην συνέχεια, ο κατηγορούμενος τους έδειξε το διαμέρισμα, του οποίου κρατούσε τα κλειδιά και τους είπε ότι ήταν προς πώληση για το ποσόν των €230.800,
- Στην συνέχεια ο Χριστοφίνης προέβη στις 22.9.2208 σε έρευνα στο κτηματολόγιο όπου διαπίστωσε ότι το διαμέρισμα, ήταν ιδιοκτησίας συγκεκριμένης εταιρείας. Μετέβη στο γραφείο του κατηγορουμένου 1 αναφέροντας του το γεγονός, πήρε όμως διαβεβαιώσεις ότι η εταιρεία είναι δική του και ότι με την αγορά του διαμερίσματος θα του μεταβίβαζε τις μετοχές. Ακολούθως υπεγράφη συμβόλαιο αγοράς του διαμερίσματος, το οποίο ο κατηγορούμενος 1 υπέγραψε ως εκπρόσωπος της πωλήτριας εταιρείας και ο Χριστοφίνης ως αγοραστής. Στην συνέχεια ο Χριστοφίνης παρέδωσε στον κατηγορούμενο 1, το ποσόν των €33.000,00 ως προκαταβολή για την αγορά του Διαμερίσματος. Στις 23.9.2008 ο Χριστοφίνης μετέβη στο κτηματολόγιο για να καταχωρήσει το πιο πάνω αγοραπωλητήριο έγγραφο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Κατά το έλεγχο που έγινε στο κτηματολόγιο, διαπιστώθηκε ότι η υπογραφή στην θέση της πωλήτριας εταιρείας δεν ήταν από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και ότι έπρεπε να αποταθεί στην ιδιοκτήτρια εταιρεία. Μετέβη στα γραφεία της εταιρείας όπου συνάντησε τον Δημόκριτο Αριστείδου, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης της εταιρείας και ότι το εν λόγω διαμέρισμα δεν είναι προς πώληση. Ο Χριστοφίνης, είχε στην συνέχεια αρκετές συναντήσεις με τον κατηγορούμενο 1 με σκοπό αυτός να του επιστρέψει το χρηματικό ποσόν των €33.000,
- Ο κατηγορούμενος 1 όμως δεν έπραξε κάτι τέτοιο, αναφέροντας κάθε φορά διαφορετική δικαιολογία. Ο Χριστοφίνης κατάγγειλε ως εκ τούτου στις 28.9.2008 την υπόθεση στην αστυνομία. Εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης του κατηγορουμένου 1 και αναζητήθηκε στην διεύθυνση κατοικίας του χωρίς ωστόσο να εντοπιστεί. Εντοπίστηκε τελικά στις 9.10.2008 σε καφενείο κοντά στον κυκλικό κόμβο του παλαιού λιμανιού όπου συνελήφθη. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, ανέφερε ότι θα πήγαινε από μόνος του στην αστυνομία. Κατά την περίοδο που ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν υπό κράτηση, ο ανακριτής της υπόθεσης τον επισκέφθηκε μερικές φορές με σκοπό να τον ανακρίνει για την υπόθεση όμως αυτός δεν επιθυμούσε να αναφέρει οτιδήποτε. Πέραν της πιο πάνω υπόθεσης, στις 30.9.2008 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από τον Γιώργο Παυλίδη ότι τον Σεπτέμβριο του 2007, ο 1ος κατηγορούμενος μαζί με κάποιο άλλο πρόσωπο, του απέσπασαν το ποσόν των €111.000,00 προκειμένου να του πωλήσουν το ίδιο διαμέρισμα. Επίσης στις αρχές του έτους 2008, ο κατηγορούμενος 1 ξεγέλασε τον Παυλίδη και του απέσπασε σταδιακά, το ποσόν των €265.200,00 για να αγοράσουν συνεταιρικά ένα κτήμα στην Ελλάδα, αγνώστων στοιχείων για το οποίο του είπε ότι θα το μεταπωλούσε και θα έβγαζαν κέρδος πέραν των €5.000.000,
- Μέχρι σήμερα, ο κατηγορούμενος 1 δεν του έχει μεταβιβάσει το εν λόγω διαμέρισμα και πάντοτε βρίσκει διάφορες δικαιολογίες για να μην μεταβούν στην Ελλάδα για την υποτιθέμενη μεταβίβαση του κτήματος. Με τον πιο πάνω τρόπο, ο κατηγορούμενος 1, απέσπασε από τον Παυλίδη το συνολικό ποσόν των €376.200,00 σε μετρητά αφού αυτή ήταν πάντα η επιθυμία του κατηγορουμένου 1 ως προς τον τρόπο πληρωμής. Με αίτημα της υπεράσπισης και την συναίνεση της κατηγορούσας αρχής, στην επιβολή ποινής στην παρούσα λαμβάνονται υπόψη τα γεγονότα τριών άλλων υποθέσεων ως ακολούθως: Αρ. υπόθεσης 19983/08 Ε.Δ. Λεμεσού. Αφορά το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 1 με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, απέσπασε από την Φήμη Κοστανιάν από την Λεμεσό, το ποσόν των €61.200,00 σε μετρητά. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο στο ότι ο κατηγορούμενος 1 προσποιήθηκε ψευδώς ότι θα της πωλούσε την οικία που βρίσκεται στην γωνία των οδών Ελευσινίων και Αρείου Πάγου, αναφέροντας της ότι ήταν ο ιδιοκτήτης ενώ στην πραγματικότητα ο κατηγορούμενος 1, γνώριζε ότι η οικία δεν ήταν δική του και δεν είχε δικαίωμα να προβεί στην πώληση της. Με βάση τα γεγονότα όπως εκτέθηκαν από την δημόσια κατήγορο, ο κατηγορούμενος 1, συναντήθηκε με την παραπονουμένη στην εν λόγω οικία και αφού εισήλθαν από ανοικτή αλουμινένια πόρτα που βρίσκεται στο πίσω μέρος της οικίας, της έδειξε τους εσωτερικούς χώρους και της ανέφερε ότι ενεργεί ως μεσάζων και βρίσκεται σε καθημερινή επικοινωνία με τον ιδιοκτήτη. Μετά από κάποιες διαπραγματεύσεις, ο κατηγορούμενος 1 συμφώνησε με την παραπονουμένη να της πωλήσει την εν λόγω οικία, στην τιμή των £205.000,
- Στις 2.5.2008 η παραπονουμένη συναντήθηκε και πάλιν με τον κατηγορούμενο 1 και του έδωσε το χρηματικό ποσόν των €60.000,
- Επίσης, της ετοίμασε χειρόγραφο έγγραφο με τους όρους συμφωνίας αγοράς, το οποίο η παραπονούμενη υπέγραψε. Συμφώνησαν επίσης το υπόλοιπο ποσόν να πληρωθεί με την μεταβίβαση της οικίας στο κτηματολόγιο, η οποία θα γινόταν στις 15.7.08 μετά που θα ερχόταν ο ιδιοκτήτης από το εξωτερικό. Γύρω στις 10.7.2008, ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε από την παραπονουμένη επιπλέον €1200,00 δήθεν για την ετοιμασία των συμβολαίων που επρόκειτο να κατατεθούν στο κτηματολόγιο. Η παραπονούμενη πλήρωσε και αυτό το ποσόν χωρίς να πάρει απόδειξη. Όταν πέρασε η ημερομηνία που συμφωνήθηκε για την μεταβίβαση, η παραπονούμενη ζήτησε επανειλημμένα από τον κατηγορούμενο να διευθετήσει συνάντηση με τον ιδιοκτήτη, ο ίδιος όμως την ανέβαλλε με διάφορες προφάσεις. Σε κάποιο στάδιο μάλιστα της έδωσε ένα τηλέφωνο όπου μίλησε με κάποιο Ανδρέα Γεωργιάδη, ο οποίος της είπε ότι η οικία ανήκει στην γυναίκα του. Κινήθηκαν υποψίες στην παραπονουμένη, η οποία άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι η οικία πιθανόν να ανήκε σε άλλο πρόσωπο. Μετά από δική της έρευνα, διαπίστωσε ότι το σπίτι ανήκει σε κάποιο Γιώργο Χαραλάμπους που διαμένει μόνιμα στην Αγγλία και ο οποίος διόρισε ως διαχειριστή της περιουσίας του στην Κύπρο τον ανιψιό του Γιώργο Πέτρου. Ο τελευταίος, της ανέφερε ότι το σπίτι δεν έχει πωληθεί και καμία εξουσιοδότηση δεν έδωσε στον κατηγορούμενο 1 να το πωλήσει. Αναφέρθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 1, ενοικιάζει διπλανή κατοικία από την επίδικη, η οποία επίσης ανήκει στο ίδιο πρόσωπο. Η παραπονούμενη ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1, τα χρήματα που του έδωσε για την αγορά της οικίας όμως αυτός δεν εμφανίστηκε στην συνάντηση που διευθέτησαν προς τον σκοπό αυτό. Τότε η παραπονουμένη μετέβη στο ΤΑΕ Λεμεσού και κατήγγειλε την υπόθεση. Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου
- Συνελήφθη στις 26.8.2008 και σε θεληματική του κατάθεση, παραδέχθηκε την διάπραξη του αδικήματος, απολογήθηκε και ανέφερε ότι θα κατέβαλλε προσπάθειες να για να επιστρέψει το ποσόν που πήρε από την παραπονουμένη. Αρ. υπόθεσης 13488/08 Ε.Δ. Λεμεσού. Αφορά το αδίκημα της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια κατά παράβαση του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου (Κεφ. 54). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 1, την 30ην Δεκεμβρίου 2008 είχε στην κατοχή του ένα πλήρες φυσίγγιο κυνηγετικού όπλου χωρίς την άδεια του Επιθεωρητού Εκρηκτικών Υλών. Το αδίκημα προέκυψε σύμφωνα με την δημόσια κατήγορο κατά την διάρκεια έρευνας στην οικία του κατηγορουμένου 1, λόγω εύλογης υποψίας που βασιζόταν σε μαρτυρία ότι ενέχεται σε υπόθεση απόπειρας καταστροφής περιουσίας με εκρηκτικές ύλες που διαπράχθηκε την ίδια ημέρα στην Λεμεσό. Οι αστυνομικοί που διενεργούσαν την έρευνα, εντόπισαν στο πάγκο της κουζίνας ένα πλήρες κυνηγετικό φυσίγγιο. Από περαιτέρω έρευνα, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης οιουδήποτε κυνηγετικού όπλου. Οδηγήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού όπου ανακρινόμενος παραδέχθηκε την εκ μέρους του, παράνομη κατοχή του πιο πάνω κυνηγετικού φυσιγγίου. Αρ. υπόθεσης 12156/08 Ε.Δ. Λεμεσού. Αφορά αδικήματα κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια καθώς και κατοχή απαγορευμένων μέσων θήρας, κατά παράβαση των προνοιών του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου (Κεφ. 54) και του Περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου (Ν. 152
(1)/03). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 6.8.2007 είχε στην κατοχή του, 188 πλήρη φυσίγγια κυνηγετικού όπλου χωρίς την άδεια του επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών και μια ηχοπαράγωγη συσκευή μάρκας COPRA, που παρήγε μιμητικές φωνές άγριων πτηνών χωρίς να είναι κάτοχος ειδικής άδειας που εκδίδεται από τον Υπουργό Εσωτερικών. Σύμφωνα με την δημόσια κατήγορο, στις 6.8.2007 εξασφαλίστηκε Δικαστικό ένταλμα έρευνας της οικίας του κατηγορουμένου 1, λόγω εύλογης υποψίας που βασιζόταν σε μαρτυρία ότι εκεί φιλοξενούνταν δύο καταζητούμενα πρόσωπα. Κατά την εκτέλεση του εντάλματος, ανευρέθηκαν μεταξύ άλλων και τα πιο πάνω αντικείμενα για τα οποία ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε εξασφαλίσει την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια για την κατοχή τους. Οδηγήθηκε στο ΤΑΕ όπου παραδέχθηκε την διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων. Προηγούμενες καταδίκες. Ο κατηγορούμενος δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου. Βαρύνεται με τις πιο κάτω προηγούμενες καταδίκες:
- Υπόθεση αρ. 9254/97 Ε.Δ. Λεμεσού ημερομηνίας 22.5.1997 · Πλαστογραφία & Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου:- ποινή φυλάκισης 3,5 ετών. · Εξασφάλιση πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις:- ποινή φυλάκισης 1 έτους · Απόσπαση εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις:- ποινή φυλάκισης 2 ετών.
- Υπόθεση αρ. 16820/2000 Ε.Δ. Λεμεσού ημερομηνίας 4.12.2002 · Πλαστογραφία:- ποινή φυλάκισης 2,5 ετών. · Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου:- ποινή φυλάκισης 2,5 ετών · Απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις:- ποινή φυλάκισης 1 έτους. Στην επιβολή ποινής στην πιο πάνω υπόθεση, λήφθηκαν υπόψη και τα γεγονότα σειράς άλλων υποθέσεων για παρόμοια αδικήματα.
- Υπόθεση αρ. 1827/03 Ε.Δ. Λεμεσού ημερομηνίας 12.3.2001 · Πλαστογραφία: ποινή φυλάκισης 9 μηνών · Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου:- ποινή φυλάκισης 9 μηνών. · Απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις:- ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Η συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε στην έστω και σε καθυστερημένο στάδιο παραδοχή του κατηγορουμένου 1, ζητώντας από το Δικαστήριο όπως ληφθεί υπόψη στον βαθμό που είναι δυνατό για μετριασμό της ποινής. Εξέφρασε επίσης τις απολογίες του πελάτη της και την ειλικρινή μεταμέλεια του καθώς και την διάθεση του για επανένταξη στο κοινωνικό σύνολο, μακριά από οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά. Σε σχέση με την 2η κατηγορία, η συνήγορος ισχυρίστηκε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, δεδομένου ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 2007 ενώ το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε τον Νοέμβριο του
- Η συνήγορος με παραπομπή σε νομολογία, ανέφερε ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης, είναι ένα στοιχείο που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στην επιβολή της ποινής. Όσον αφορά τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στις κατηγορίες 2 & 6, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η πρόθεση του κατηγορουμένου δεν φαίνεται να προϋπήρχε αλλά διαμορφώθηκε μεταγενέστερα. Αναφέρθηκε επί του προκειμένου στην κατάθεση του Πάμπου Ζακακιώτη, ο οποίος δέχθηκε ότι για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, συνεργαζόταν με τον κατηγορούμενο 1 σε κλίμα απόλυτης εμπιστοσύνης. Αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου 1, η συνήγορος παρέπεμψε στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε. Ειδικότερα έδωσε έμφαση στο χαμηλό εισόδημα του κατηγορουμένου 1 αλλά και στο ότι είναι το μοναδικό άτομο που είναι σε θέση να στηρίξει οικονομικά την οικογένεια του αφού η σύζυγος του είναι αλλοδαπή και δεν είναι σε θέση να εργαστεί. Τέλος, η συνήγορος εισηγήθηκε ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η πρέπουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης τότε η ποινή θα μπορούσε να ανασταλεί με βάση το σύνολο των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων Τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος 1, είναι πάρα πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα προκύπτει κατ' αρχάς από τις αυστηρές ποινές που προβλέπει ο νόμος. Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το αδίκημα ο νομοθέτης όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δ/ντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α
(2002)2 ΑΑΔ 575,580). Σύμφωνα δε με την Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 637, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων. Η σοβαρότητα των αδικημάτων προκύπτει επίσης από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο σε σειρά αποφάσεων του, υπογραμμίζει ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων των συγκεκριμένων κατηγοριών, έγκειται στο στοιχείο της απάτης, της υπονόμευσης των συναλλαγών και των δοσοληψιών μεταξύ των πολιτών. Σχετική μεταξύ άλλων είναι η απόφαση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης, είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής.» Η σοβαρότητα των αδικημάτων στην παρούσα, επαυξάνεται από το γεγονός της συστηματικής περιφρόνησης του νόμου αφού στην επιβολή ποινής λαμβάνονται υπόψη και τα γεγονότα τριών άλλων υποθέσεων. Το γεγονός επίσης ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με τρεις προηγούμενες καταδίκες, καταδεικνύει ότι οι ποινές που του επιβλήθηκαν για τα ίδια ή παρόμοια αδικήματα δεν ήταν αρκετές για να τον συνετίσουν ούτως ώστε να μην παραβαίνει τον νόμο. Πρέπει βέβαια να τονίσουμε ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν λαμβάνονται υπόψη για να τιμωρηθεί εκ νέου ο κατηγορούμενος για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί και για τα οποία εξέτισε την ποινή του. Η σημασία των προηγουμένων καταδικών είναι ότι στην ουσία, μειώνουν την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί στον κατηγορούμενο από το Δικαστήριο. Αυτό γιατί οι προηγούμενες καταδίκες αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορουμένου στην τήρηση των νόμων, επισημαίνοντας κατά πόσον είναι άτομο επικίνδυνο για την κοινωνία (Βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ 17). Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 565 όπου λέχθηκε ότι ως γενική αρχή, με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει την μείωση την οποία θα είχε ως κατηγορούμενος με λευκό μητρώο. Όμως από την άλλη, ανεξάρτητα από το πόσο βεβαρημένο είναι το μητρώο των προηγούμενων καταδικών του, αυτό δεν θα δικαιολογήσει την επιβολή ποινής φυλάκισης πέραν από την παραδεκτή οροφή για τα γεγονότα του υπό κρίση αδικήματος. Στην παρούσα περίπτωση, ο κατηγορούμενος, κατάφερε να δημιουργήσει ένα πλούσιο ποινικό μητρώο. Οι προηγούμενες ποινές δεν τον συνέτισαν ούτως ώστε να εγκαταλείψει την εγκληματική του συμπεριφορά. Έχει απολέσει ως εκ τούτου το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου, δικαίωμα που θα είχε ένας πρωτόπειρος δράστης με λευκό ποινικό μητρώο. Ελαφρυντικοί παράγοντες Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει ασφαλώς το Δικαστήριο να επιλέξει και να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τον αδικοπραγούντα θα δικαιολογούσαν. Αποτελεί αξίωμα πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής ατονεί. Παράλληλα βεβαίως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση θα λάβω υπόψη όλα όσα ανέφερε ο συνήγορος υπεράσπισης για μετριασμό της ποινής. Ιδιαίτερα λαμβάνεται υπόψη: · Η παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου έστω και σε αυτό το καθυστερημένο στάδιο · Οι προσωπικές του συνθήκες όπως εμφαίνονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας και όπως αναφέρθηκαν από την συνήγορο υπεράσπισης στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής. Όσον αφορά την μεταμέλεια του κατηγορουμένου την οποία επικαλέστηκε η συνήγορος υπεράσπισης, σημειώνω ότι αυτή εκδηλώθηκε καθυστερημένα και μετά την σύλληψη του. Ούτε συνοδεύτηκε η μεταμέλεια αυτή με αποζημίωση των θυμάτων ούτως ώστε να μπορεί να λειτουργήσει αποφασιστικά στον μετριασμό της ποινής. Στην υπόθεση Bekiz Ahmet Abit ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R 318, το Εφετείο επεκύρωσε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών που επέβαλε το κακουργιοδικείο για αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών. Λήφθηκε υπόψη στην υπόθεση αυτή μεταξύ άλλων εκτός από το βεβαρημένο ποινικό μητρώο και το γεγονός ότι μικρό μόνο μέρος των κλαπέντων είχε ανευρεθεί και παραδοθεί στα θύματα. Τονίστηκε μάλιστα ότι υπό τας περιστάσεις η ποινή ήταν μάλλον επιεικής. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, καταδικάζω τον κατηγορούμενο 1 στις ακόλουθες ποινές: · Στην 2η κατηγορία:- ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών · Στην 3η κατηγορία:- ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών · Στην 6η κατηγορία:- ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών Οι ποινές να συντρέχουν και να ξεκινούν από 16.10.2008, ημερομηνία που ο κατηγορούμενος 1 τέθηκε υπό κράτηση. Θα εξετάσω στην συνέχεια την δυνατότητα αναστολής της ποινής που επιβλήθηκε αφού τέθηκε τέτοιο ζήτημα από τον συνήγορο υπεράσπισης. Το άρθρο 3.2 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186
(1)/03, προνοεί τα εξής: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την τελευταία αυτή τροποποίηση του νόμου, δίδεται στο Δικαστήριο πλατιά διακριτική ευχέρεια όταν επιλαμβάνεται του θέματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού λάβει υπόψη τόσον τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσον και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Η δυνατότητα όμως αναστολής, μειώνεται κατά την κρίση μου σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα ή όπου φαίνεται ότι δεν υπάρχει εκ μέρους του κατηγορουμένου, άμεση και έμπρακτη μεταμέλεια (Βλ. μεταξύ άλλων Χαραλάμπους Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323). Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες όπως πιο πάνω αναφέρονται, κρίνω ότι δεν υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν αναστολή της ποινής φυλάκισης. Οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου έχουν ληφθεί υπόψη στην μείωση της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν το αίτημα της υπεράσπισης για αναστολή της ποινής. Συνεπακόλουθα, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης να εκτελεστεί άμεσα. Τα έξοδα της διαδικασίας εκ €210,00 να πληρωθούν από την Δημοκρατία αφού ως θέμα αρχής δεν ενδείκνυται η καταβολή των εξόδων σε περιπτώσεις επιβολής άμεσης ποινής φυλάκισης. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο