Επί τοις αφορώσι τον Μάριο Αττεσλή, Αρ. Ειδ. Πτωχ.: 1985/08, 8 Απριλίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Ειδ. Πτωχ.: 1985/08 ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ Επί τοις αφορώσι τον Μάριο Αττεσλή εκ Λεμεσού Οφειλέτη Ημερομηνία: 8 Απριλίου, 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Οφειλέτη: κα Βαρνάβα για κ.κ. Χατζηχάννα και Σία Για τους Πιστωτές: κ. Μαστορούδης για κ.κ. Χρυσαφίνη και Πολυβίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά από την έκδοση απόφασης ημερομηνίας 29.9.2005 στην αγωγή με αρ. 409/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εναντίον του Μάριου Αττεσλή (στη συνέχεια «ο οφειλέτης») για το ποσό των £66.037,63 (αντίστοιχο σε ευρώ 112.831,99) πλέον τόκων και εξόδων, εκδόθηκε στις 11.9.2008 μετά από αίτημα των εναγόντων στην εν λόγω αγωγή, δηλαδή του Οργανισμού Χρημ. Τραπέζης Κύπρου Λτδ (στη συνέχεια «οι πιστωτές») ειδοποίηση πτώχευσης προς τον οφειλέτη. Στις 10.10.2008 καταχωρήθηκε από τον οφειλέτη η υπό κρίση αίτηση με την οποία επιζητείται διάταγμα για ακύρωση και/ή παραμερισμό της εν λόγω ειδοποίησης πτώχευσης. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 3
(1)(g)(h)
(3)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, στους κανονισμούς 38, 39 και 43 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το υπό κρίση διάταγμα επιζητείται λόγω του ότι: -η επίδικη ειδοποίηση πτώχευσης δεν μπορεί να προχωρήσει καθότι είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή δεν στηρίζεται στους ορθούς θεσμούς και/ή κανονισμούς, -οι πιστωτές απέκρυψαν από το Δικαστήριο σημαντικά γεγονότα και/ή επιχειρούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο καθότι δεν αναφέρουν το γεγονός ότι δεν είχαν ενημερώσει τον οφειλέτη για το οφειλόμενο ποσό, με αποτέλεσμα οι τόκοι που αυτός χρεώθηκε, εφόσον δεν ήταν σε γνώση του, να είναι αδικαιολόγητοι, -ο οφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει μηνιαίως ένα ποσό για εξασφάλιση και/ή αποπληρωμή της οφειλής, -η ειδοποίηση πτώχευσης είναι εκδικητική και/ή καταχρηστική και μόνο σκοπό έχει την πρόκληση ταλαιπωρίας και/ή βλάβης του οφειλέτη και/ή της οικογένειας του, -η παρούσα διαδικασία είναι μέτρο που χρησιμοποιείται κατ' εξαίρεση νοουμένου ότι εξαντλήθηκαν όλα τα ένδικα μέσα με τα οποία δυνατό να διασφαλίζεται η απαίτηση και -οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην εν λόγω ειδοποίηση πτώχευσης είναι ψευδείς και ανυπόστατοι με αποτέλεσμα αυτή να είναι αόριστη και αναληθής. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του οφειλέτη ίδιας ημερομηνίας, στην οποία υιοθετούνται οι πιο πάνω λόγοι της αίτησης. Δηλώνεται περαιτέρω ότι πριν από ένα περίπου χρόνο οι πιστωτές αποδέχθηκαν τον οφειλέτη ως εγγυητή σε δάνειο ύψους €287.280 (Λ.Κ.168.000) που έλαβε η εταιρεία Μ. Atteshlis Travel Ltd, στην οποία ο οφειλέτης εργάζεται ως σύμβουλος με μηνιαίες απολαβές €2.400, ώστε να έχει τη δυνατότητα να καταβάλλει μηνιαίως ένα ποσό προς εξασφάλιση και/ή αποπληρωμή της εν λόγω απόφασης. Με τη θέση ότι τρία χρόνια μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης οι πιστωτές τον θεώρησαν φερέγγυο, δεδομένου ότι εξακολουθεί να είναι εγγυητής και παραδόξως ζητούν την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του, αφού παρήλθαν τέσσερα χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης της δικαστικής απόφασης, ο ενόρκως δηλών ζητά την ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης. Με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης ημερομηνίας 27.11.08, η οποία βασίζεται στο άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, στους κανονισμούς 16-18, 38-44 και 188 των Πτωχευτικών Κανονισμών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, προβάλλονται ως εναπομείναντες λόγοι ένστασης, αφού αποσύρθηκαν δύο εξ' αυτών, ότι: -ο οφειλέτης δεν προβάλλει κανένα σοβαρό λόγο που να δικαιολογεί την ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης, -η διαδικασία πτώχευσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του οφειλέτη, -η υπό κρίση αίτηση προσλαμβάνει τη μορφή κατάχρησης της διαδικασίας εφόσον καταχωρήθηκε με σκοπό την καθυστέρηση και/ή παρεμπόδιση της διαδικασίας πτώχευσης και -η αίτηση πρέπει να απορριφθεί εφόσον οι προβαλλόμενοι ανυπόστατοι ισχυρισμοί του οφειλέτη δεν έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση, ο Αλέξης Γιαλλουρίδης, όντας στην υπηρεσία των πιστωτών και γνωρίζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά και από έγγραφα που έχει στην κατοχή του, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί σ' αυτήν, λαμβάνοντας και νομική συμβουλή από τους δικηγόρους των πιστωτών. Ο ενόρκως δηλών αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του οφειλέτη και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι στην αίτηση δεν παρουσιάζονται τα αληθή γεγονότα ενώ προβάλλονται γενικοί, αόριστοι και ανεδαφικοί ισχυρισμοί που αποσκοπούν στην αποφυγή ικανοποίησης της οφειλής του προς τους πιστωτές. Οι προβαλλόμενοι στην αίτηση λόγοι δεν είναι ικανοί να ακυρώσουν την ειδοποίηση πτώχευσης και είναι ανυπόστατοι, αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι. Προβάλλοντας τη θέση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης, ο ενόρκως δηλών με αναφορά στους πιο πάνω λόγους ένστασης ζητά την απόρριψη της αίτησης. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης οι συνήγοροι καταχωρώντας γραπτές αγορεύσεις, με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία, υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Ο συνήγορος του οφειλέτη επεσήμανε ότι η έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης έχει ως σκοπό την εκτέλεση της απόφασης στην αγωγή αντίθετα με τη νομολογία και για το λόγο αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί καταχρηστική και εκδικητική, αποσκοπώντας στην πρόκληση ταλαιπωρίας στον οφειλέτη και την οικογένεια του, λαμβανομένου υπόψη ότι οι πιστωτές όφειλαν να λάβουν λιγότερο επαχθή μέτρα εφόσον ο οφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει μηνιαίως ένα ποσό για εξασφάλιση και/ή πληρωμή της οφειλής του από την δικαστική απόφαση. Τονίζοντας ότι οι πιστωτές δεν είχαν ενημερώσει τον οφειλέτη για το οφειλόμενο υπόλοιπο με αποτέλεσμα να χρεωθούν αδικαιολόγητα τόκοι, ο συνήγορος θεωρεί το γεγονός αυτό ως απόκρυψη σημαντικών γεγονότων και/ή παραπλάνηση του Δικαστηρίου και ζητά τον παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης. Αντίθετα, ο συνήγορος των πιστωτών πρόβαλε ότι οι ισχυρισμοί του οφειλέτη δεν αποτελούν λόγους ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης και όντας γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι θα πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο. Ειδικότερα η αποδοχή του οφειλέτη ως εγγυητή σε δάνειο πριν από ένα χρόνο δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης ούτε και η ισχυριζόμενη φερεγγυότητα του να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό, εφόσον η οφειλή του είναι δεδομένη ενόσω μετά τον τερματισμό της συμφωνίας και την έκδοση της δικαστικής απόφασης οι πιστωτές δεν είχαν υποχρέωση να ενημερώνουν τον οφειλέτη για το υπόλοιπο του οφειλόμενου ποσού, για το οποίο εν πάση περιπτώσει ο οφειλέτης δεν αναφέρει πώς θα έπρεπε να είχε διαμορφωθεί. Απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς περί καταχρηστικότητας και εκδικητικότητας στην έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης ο συνήγορος υποστηρίζει ότι πληρούνται όλες οι τυπικές προϋποθέσεις για την έκδοση της και συνεπώς η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Αναφορικά με τη νομική πτυχή, στο άρθρο 3
(1)(ζ) του Νόμου προνοείται ότι ο οφειλέτης διαπράττει πράξη πτώχευσης αν δεν συμμορφωθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση σε ειδοποίηση πτώχευσης. Συγκεκριμένα ο οφειλέτης θα πρέπει εντός 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης είτε να συμμορφωθεί με ό,τι απαιτείται από αυτή, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή, η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό που εξ αποφάσεως απαιτείται εναντίον του και δεν ήταν δυνατόν να την προβάλει στην αγωγή όπου εξασφαλίστηκε η εναντίον του απόφαση. Σύμφωνα με τον κανονισμό 40
(2)των Κανονισμών ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ένορκη δήλωση όπου να αναφέρει τυχόν ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση, όπως προαναφέρθηκε, αλλά όχι οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν αυτών (βλ. σχετικά Λάρκος ν. Κατσιαρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1694). Όπως έχει νομολογηθεί οι ενστάσεις που προβάλλονται με την εν λόγω διαδικασία είναι σαφείς και οι σχετικές νομικές πρόνοιες ερμηνεύονται και εφαρμόζονται αυστηρά (βλ. Re Chinery, Ex parte Chinery
(1884)12 Q.B.D. 342, Re Collier
(1891)64 L.T. 742, Re Cole, Ex p. Attenborough
(1898)67 L.J.Q.B. 302). Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του βαρύνει τον οφειλέτη σε τέτοιες περιπτώσεις, ενώ αν η ειδοποίηση πτώχευσης επιχειρείται να παραμεριστεί για άλλους από τους προαναφερθέντες λόγους όπως λ.χ. για παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης ή πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους ή αναστολή, θα πρέπει να καταχωρηθεί αίτηση για παραμερισμό σύμφωνα με τις πρόνοιες των κανονισμών 16, 17 και 18. (βλ. Re Costas Louca
(1986)2 J.S.C. 365, σύγγραμμα των Williams and Muir Hunter, The Law and Practice in Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 38 και Λαϊκή Τράπεζα ΛΤΔ ν. Δημητρίου, Πολ. Έφ. Αρ. 278/2006, ημερομηνίας 17.4.2008). Σε τέτοια δε περίπτωση δεν τηρείται ούτε η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του κανονισμού 40. Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί με βάση τις πρόνοιες των κανονισμών 16, 17 και 18 και τον σχετικό τύπο καθόσον περιέχει τα στοιχεία, τα οποία επιβάλλεται όπως περιέχει μια τέτοια αίτηση. Στην υπόθεση Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 788, λέχθηκε ότι όταν οι κανονισμοί 16 και 18 αναφέρονται στην ανάγκη να καταγράφεται στην αίτηση ή και στην ένσταση ο Νόμος και οι Κανονισμοί στους οποίους βασίζονται, δεν εννοούν τους ίδιους τους κανονισμούς που παρέχουν την εν πάση περιπτώσει υπαρκτή δυνατότητα υποβολής αίτησης ή ένστασης αλλά εκείνους στους οποίους στηρίζονται από την άποψη της ουσίας. Στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, ο οφειλέτης, προβάλλει ισχυρισμούς και θέσεις που αφορούν τόσο τον τύπο όσο και την ουσία της ειδοποίησης πτώχευσης. Αγνοώντας την θέση του οφειλέτη ότι η επίδικη ειδοποίηση πτώχευσης είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή δεν στηρίζεται στους ορθούς θεσμούς και /ή κανονισμούς, εφόσον τέτοια θέση δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένα δεδομένα ούτε και δεν υποστηρίχθηκε με οποιαδήποτε επιχειρήματα στην αγόρευση του συνηγόρου του οφειλέτη, οι λοιποί ισχυρισμοί του οφειλέτη δεν αποτελούν, σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές, λόγους αποδεκτά προβαλλόμενους και ικανούς, υπό τις περιστάσεις, να οδηγήσουν σε παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης. Ακόμη δε και αν θα μπορούσαν να εξεταστούν όλοι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης, κρίνεται ότι ο οφειλέτης δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, ώστε η αίτηση να επιτύχει. Ειδικότερα, η θέση του οφειλέτη ότι οι πιστωτές απέκρυψαν από το Δικαστήριο σημαντικά γεγονότα και/ ή επιχειρούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο καθότι δεν έχουν αναφέρει ότι δεν ενημέρωσαν τον οφειλέτη για το οφειλόμενο ποσό με αποτέλεσμα να χρεωθούν αδικαιολόγητοι τόκοι, πέραν του ότι δεν προκύπτει να υπάρχει τέτοια υποχρέωση των πιστωτών μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης από την οποία πηγάζει η επίδικη οφειλή, δεν παρουσιάστηκαν εκ μέρους του οφειλέτη οποιαδήποτε στοιχεία ή λεπτομέρειες αναφορικά με το ποσό που ισχυρίζεται ότι οφείλει στους πιστωτές βάσει της εν λόγω απόφασης. Είναι πρόδηλο ότι η ένορκη δήλωση του οφειλέτη στην υπό κρίση υπόθεση δεν περιέχει τις αναγκαίες λεπτομέρειες που να υποστηρίζουν αυτή του τη θέση και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί του για το προαναφερθέν θέμα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Ως προς την εισήγηση του οφειλέτη ότι η ειδοποίηση πτώχευσης είναι εκδικητική και/ή καταχρηστική με μόνο σκοπό την πρόκληση ταλαιπωρίας και/ή βλάβης του ίδιου και/ή της οικογένειας του λόγω του ότι ο οφειλέτης είναι φερέγγυο πρόσωπο εφόσον τρία χρόνια μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης οι πιστωτές τον αποδέχθηκαν ως εγγυητή σε δάνειο μεγάλου ποσού που έλαβε η εργοδότρια του εταιρεία, θεωρώ ότι δεν μπορεί να ευσταθήσει, ως άσχετη με την παρούσα διαδικασία. Εν πάση δε περιπτώσει, το γεγονός ότι ο οφειλέτης είναι εγγυητής σε άλλη συμφωνία δανείου που συνήφθη από τους πιστωτές δεν υποδηλώνει ότι υπήρξε σκοπιμότητα στην έκδοση της επίδικης ειδοποίησης πτώχευσης ένα χρόνο μετά. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση London Clubs Ltd κ.α. v. Παπαδόπουλου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1699, η πτωχευτική διαδικασία δεν σκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει χρέος του προς συγκεκριμένο άτομο αλλά στην προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε αυτή να χρησιμοποιηθεί όπως ορίζει ο Νόμος για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών. Στην απόφαση αυτή είχαν ακυρωθεί ειδοποιήσεις πτώχευσης, κατόπιν σχετικών αιτήσεων δυνάμει των κανονισμών 16-18, καθότι κρίθηκε ότι, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης εκείνης, η πτωχευτική διαδικασία που άρχισαν οι πιστωτές αποτελούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας δεδομένου ότι εχρησιμοποιείτο για αλλότριους σκοπούς ολωσδιόλου αντίθετους με αυτούς που σκοπεί η πτωχευτική διαδικασία σύμφωνα με το Νόμο. Στην παρούσα διαδικασία πέραν του ότι δεν καταδείχθηκε ότι η ειδοποίηση πτώχευσης εκδόθηκε για αλλότριους σκοπούς, θεωρώ ότι οι πιστωτές δεν αποκλείοντο από του να προχωρήσουν με την πτωχευτική διαδικασία απλά και μόνο λόγω του ότι ένα χρόνο πριν την έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης θεώρησαν τον οφειλέτη φερέγγυο πρόσωπο, δεδομένου αφενός ότι η επίδικη οφειλή εκ της δικαστικής απόφασης υφίσταται και αφετέρου ο οφειλέτης, ως είναι αποδεκτό, δεν προέβη σε πληρωμή οποιουδήποτε μέρους του οφειλόμενου στους πιστωτές ποσού. Η παρούσα δε υπόθεση σαφώς διακρίνεται από την υπόθεση Εργατίδης ν. Εργατίδης κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. 73/2007, ημερομηνίας 13.6.2008, στην οποία κρίθηκε ότι οι εφεσίβλητοι (πιστωτές για τους σκοπούς εκείνης της ειδοποίησης πτώχευσης), χρησιμοποιώντας την πτωχευτική διαδικασία επεδίωκαν την είσπραξη επιδικασθέντων εξόδων σε ενδιάμεση αίτηση προτού αποφασιστεί η ουσία της αγωγής, στην οποία ενδεχομένως να επετύγχανε ο εφεσείων (οφειλέτης σε εκείνη την ειδοποίηση πτώχευσης). Είχε λεχθεί δε ότι το Δικαστήριο όφειλε όχι μόνο να σταματήσει αλλά και να στιγματίσει την διαδικασία εκείνη, η οποία, υπό τις περιστάσεις, απέληγε σε εκβιασμό του εφεσείοντος παρεμβάλλοντας εμπόδια στην προώθηση της αγωγής που είχε καταχωρήσει. Ούτε και η θέση του οφειλέτη ότι λόγω των μηνιαίων απολαβών του από την εργασία του έχει την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει ένα ποσό μηνιαίως προς εξόφληση της οφειλής του προς τους πιστωτές μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική αντίληψη το Δικαστήριο καθότι είναι άσχετη με την παρούσα διαδικασία ακριβώς λόγω του σκοπού της πτωχευτικής διαδικασίας. Αν ο οφειλέτης είχε την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει την οφειλή του προς τους πιστωτές θα έπρεπε να συμμορφωθεί με ό,τι απαιτείτο από αυτούς με την ειδοποίηση πτώχευσης εντός επτά ημερών από την επίδοση της σ' αυτόν. Με δεδομένο, τέλος, ότι η πτωχευτική διαδικασία δεν αποτελεί μέθοδο εκτέλεσης της απόφασης (βλ. σχετικά και την υπόθεση Οικονομίδης ν. Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1255), η εισήγηση ότι θα έπρεπε οι πιστωτές να είχαν εξαντλήσει όλα τα ένδικα μέσα εκτέλεσης της απόφασης προτού προχωρήσουν στην έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης δεν μπορεί επίσης να ευσταθήσει. Τα λεχθέντα στην υπόθεση London Clubs Ltd κ.α. v. Παπαδόπουλου (πιο πάνω) δεν μπορούν να ερμηνευθούν ότι επιβάλλουν υποχρέωση στους πιστωτές να προχωρήσουν σε πτωχευτική διαδικασία μετά την εξάντληση των μέτρων εκτέλεσης της απόφασης, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος του οφειλέτη. Ενόψει δε των πιο πάνω αποφασισθέντων δεν μπορεί να επιτύχει η θέση του οφειλέτη ότι η ειδοποίηση πτώχευσης είναι αόριστη και αναληθής ως περιέχουσα ψευδείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς, λόγω του ότι, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, έχει την οικονομική δυνατότητα να ανταπεξέλθει και να ρυθμίσει ανάλογα την πληρωμή της σχετικής οφειλής. Ενόψει όλων των προαναφερθέντων η υπό κρίση αίτηση ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Η πράξη πτώχευσης θεωρείται ότι διαπράττεται με την έκδοση της παρούσας απόφασης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον του οφειλέτη και υπέρ των πιστωτών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο