← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιώργος Αγαθοκλέους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5360/09, 8 Απριλίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιώργος Αγαθοκλέους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5360/09, 8 Απριλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B68 Αρ. Υπόθεσης: 5360/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -

  1. Γιώργος Αγαθοκλέους, από την Λεμεσό
  2. Roozbeh Bahmanyar, από το Ιράν
  3. Imrahim Aldughaim, από την Συρία
  4. Shaban Al Jouma, από την Συρία Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 8 Απριλίου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο 1: κος Ρ. Ερωτοκρίτου Για κατηγορούμενους 2, 3 & 4: κος Κ. Σπηλιοτόπουλος Κατηγορούμενοι: Παρόντες Π Ο Ι Ν Η Ο 1ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στην 1η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών κατά παράβαση του άρθρου 14 (Β) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο 1ος κατηγορούμενος την 8η Μαρτίου 2009 στο χωριό Παραμύθα της Επαρχίας Λεμεσού, εργοδότησε τους αλλοδαπούς κατηγορουμένους 2, 3 & 4 χωρίς την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια. Παρομοίως οι κατηγορούμενοι 2, 3 & 4, παραδέχθηκαν ενοχή στις κατηγορίες 2, 4 & 7 που αφορούν το αδίκημα της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς την γραπτή άδεια του Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού & Μετανάστευσης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, οι κατηγορούμενοι, την 8η Μαρτίου 2009 στο χωριό Παραμύθα της Επαρχίας Λεμεσού, διεξήγαγαν επάγγελμα ως εργάτες στον 1ο κατηγορούμενο χωρίς την προηγούμενη άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Επιπλέον, ο 3ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε την 3η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παραμονής στην Δημοκρατία μετά την λήξη της άδεια παραμονής του. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 3 βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου μέχρι τις 15.3.2008 οπόταν και απορρίφθηκε η αίτηση του από την Αναθεωρητική Αρχή. Έκτοτε παρέμεινε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία αφού η προσωρινή του άδεια, έληξε με την απόρριψη της αίτησης του για παροχή πολιτικού ασύλου. Τέλος, ο κατηγορούμενος 4 παραδέχθηκε τις κατηγορίες 5 & 6 που αφορούν αντίστοιχα τα αδικήματα της εισόδου στην Δημοκρατία από μη εγκεκριμένο λιμάνι και του απαγορευμένου μετανάστη κατά παράβαση των άρθρων 6, 12 & 19 του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου (Κεφ. 105). Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως έχουν εκτεθεί από την δημόσια κατήγορο, είναι συνοπτικά τα εξής: Στις 8.3.2009, μέλη της Υ.Α.Μ μετέβηκαν μετά από πληροφορία σε συγκεκριμένη υπό ανέγερση οικοδομή στο χωριό Παραμύθα. Αφού έθεσαν το μέρος υπό παρακολούθηση, διαπίστωσαν ότι εκεί εργάζονταν τρεις αλλοδαποί. Επρόκειτο για τους κατηγορούμενους 2, 3 & 4 οι οποίοι δήλωσαν στους αστυνομικούς ότι δεν έχουν άδεια εργασίας για το συγκεκριμένο μέρος. Μετά την σύλληψη τους από τους αστυνομικούς, οι αλλοδαποί κατονόμασαν ως εργοδότη τους, τον κατηγορούμενο
  5. Περαιτέρω διερεύνηση, κατέδειξε ότι ο κατηγορούμενος 2 βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου. Αντιθέτως ο κατηγορούμενος 3 διαπιστώθηκε ότι βρίσκεται παράνομα στην Κύπρο αφού η αίτηση του για παροχή πολιτικού ασύλου, απορρίφθηκε από την αναθεωρητική αρχή στις 15.3.
  6. Συνεπακόλουθα, η προσωρινή άδεια παραμονής του έληξε από τότε. Όμως ο κατηγορούμενος 3 αντί να εγκαταλείψει την Δημοκρατία μετά την λήξη της προσωρινής του άδειας, διέμενε έκτοτε παράνομα στην Κύπρο. Όσον αφορά τον 4ο κατηγορούμενο, τα στοιχεία του εντοπίστηκαν στον κατάλογο των προσώπων για τα οποία απαγορεύεται η είσοδος στην Δημοκρατία (stop - list). Περαιτέρω έρευνα, κατέδειξε ότι είχε απελαθεί σε προηγούμενο στάδιο από την Δημοκρατία και για αυτό τον λόγο κηρύχθηκε απαγορευμένος μετανάστης. Στην συνέχεια συνελήφθη ο κατηγορούμενος 1, ο οποίος παραδέχθηκε στην αστυνομία ότι εργοδοτούσε χωρίς άδεια, τους κατηγορουμένους 2, 3 &
  7. Τέλος, η δημόσια κατήγορος ανέφερε ότι όλοι οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου 1, στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής αναφέρθηκε στις καταθέσεις που οι τρεις αλλοδαποί έδωσαν στην αστυνομία για να καταδείξει ότι η εργοδότηση τους από τον 1ο κατηγορούμενο ήταν περιστασιακή και όχι μόνιμης φύσης. Ήταν επίσης η θέση του ότι όταν του ζήτησαν δουλειά στην υπό ανέγερση οικοδομή, ο κατηγορούμενος 1, τους ζήτησε τα χαρτιά τους για να διαπιστώσει αν βρίσκονταν νόμιμα στην Δημοκρατία και αυτοί υποσχέθηκαν ότι θα του τα φέρουν την επομένη. Υπό τις συνθήκες αυτές ξεκίνησαν εργασία, η οποία όμως διήρκεσε πολύ λίγο γιατί συνελήφθηκαν την ίδια ημέρα από την αστυνομία. Όσον αφορά τους κατηγορούμενους 2 & 3, ήταν ξεκάθαρο ότι ήταν αιτητές πολιτικού ασύλου, ειδικά ο κατηγορούμενος 2 του οποίου η αίτηση ακόμη εκκρεμεί. Αυτό βέβαια χωρίς να παραγνωρίζεται από τον συνήγορο, η υποχρέωση να εξασφαλιστεί σχετική άδεια προτού οι αλλοδαποί εργαστούν στον τομέα των οικοδομών για τον κατηγορούμενο
  8. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 4 που είναι απαγορευμένος μετανάστης, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι κατά κάποιο τρόπο ξεγέλασε τον 1ο κατηγορούμενο ότι θα του έφερνε την επομένη τα χαρτιά του, πράγμα που βέβαια δεν θα έπραττε αφού βρισκόταν στην Κύπρο παράνομα. Στην συνέχεια, ο συνήγορος του 1ου κατηγορουμένου υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας, αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του πελάτη του. Σύμφωνα με την πιο πάνω έκθεση, ο κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 43 ετών και επαγγέλλεται τον εργολάβο οικοδομών. Η σύζυγος του κατάγεται από την Μολδαβία και εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος. Απέκτησαν ένα παιδί ηλικίας σήμερα 9 ετών, η δε σύζυγος του βρίσκεται στον 2ο μήνα της εγκυμοσύνης της, αναμένοντας και δεύτερο παιδί. Η μητέρα του είναι συνταξιούχος και όπως αναφέρθηκε υποφέρει από καρκίνο, φροντίζεται δε από αλλοδαπή φροντίστρια. Ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η σύζυγος του κατηγορουμένου 1 σε αυτή την δύσκολη περίοδο της ζωής της, χρειάζεται την άμεση συμπαράσταση του κατηγορουμένου
  9. Υπενθύμισε ότι πρόκειται για αλλοδαπή από την Μολδαβία που δυστυχώς δεν μπορεί να βοηθήσει η μητέρα του, η οποία πάσχει από καρκίνο. Γι' αυτούς τους λόγους, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας, αυτή θα μπορούσε να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Ποινής Φυλάκισης Νόμου (Ν.95/72). Ο συνήγορος των κατηγορουμένων 2, 3 και 4 στην δική του αγόρευση, αναφέρθηκε στις προσωπικές συνθήκες των πελατών του όπως εμφαίνονται στις εκθέσεις του γραφείου ευημερίας. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, είναι ηλικίας 25 ετών και κατάγεται από το Ιράν. Βρίσκεται στην Κύπρο από το 2007 και έκτοτε ασχολήθηκε περιστασιακά ως εργάτης. Στο παρόν στάδιο δεν εργάζεται και του παρέχουν οικονομική στήριξη φιλικά του πρόσωπα και ο πατέρας του που βρίσκεται στο Ιράν. Ο 3ος κατηγορούμενος είναι ηλικίας 26 ετών και κατάγεται από την Συρία. Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια με 13 παιδιά από το οποία μόνο ο μεγαλύτερος αδελφός του είναι παντρεμένος. Έφτασε στην Κύπρο μέσω των κατεχομένων τον Φεβρουάριο του 2007 και απασχολείτο ως εργάτης σε γεωργικές εργασίες και στις οικοδομές. Ο κατηγορούμενος 4 είναι ηλικίας 25 ετών και κατάγεται από την Συρία. Είναι παντρεμένος και έχει δύο ανήλικα παιδιά ηλικίας 2 χρονών και 10 μηνών αντίστοιχα. Η οικογένεια του,διαμένει σε ενοικιαζόμενο μικρό σπίτι σε χωριό της Συρίας. Έφτασε στην Κύπρο μέσω των κατεχομένων πριν 15 μήνες και απασχολείτο στις οικοδομές. Τέλος, ο συνήγορος των κατηγορουμένων 2, 3 & 4 εξέφρασε την μεταμέλεια των πελατών του και ζήτησε όπως αυτοί κριθούν με την δυνατοτέρα επιείκεια,ενόψει των προσωπικών τους συνθηκών. Η σοβαρότητα των αδικημάτων. Η σοβαρότητα του αδικήματος της 1ης κατηγορίας που διέπραξε ο κατηγορούμενος 1, προκύπτει κατ' αρχάς από την υπό του Νόμου προβλεπόμενη ποινή. Σύμφωνα με το άρθρο 14(Β) του Κεφ. 105, το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 3 χρόνων και/ή πρόστιμο £5000,00, το ισόποσο σήμερα σε Ευρώ. Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το αδίκημα ο νομοθέτης όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό,λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δ/ντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α

(2002)2 ΑΑΔ 575,580). Σύμφωνα δε με την Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 637, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Η σοβαρότητα του αδικήματος, προκύπτει και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο σε σειρά αποφάσεων του, σημείωσε την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της συχνότητας με την οποία εμφανίζεται το πιο πάνω αδίκημα τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άριστου Ευαγόρου (αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285, παραμερίστηκε από το Εφετείο χρηματική ποινή που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, αντικαθιστώντας το με ποινή άμεσης φυλάκισης 2 μηνών. Αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα πιο κάτω στην σελίδα 297: « Η ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπιση του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η μαζική παράνομη κάθοδος αλλοδαπών στην Κύπρο πρέπει να οφείλεται και στην προσδοκία εργοδότησης τους. Αυτή η προσδοκία βέβαια καλλιεργείται από εργοδότες όπως τον εφεσίβλητο. Η απροθυμία των Κυπρίων εργοδοτών να εργοδοτήσουν παράνομα αλλοδαπούς θα αποτελούσε παράγοντα ανασταλτικό της παράνομης καθόδου τους στην Κύπρο. Θα προσθέταμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανής ο οικονομικός στόχος και πρέπει όλοι να έχουν υπόψη ότι δεν είναι ανεκτός ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους δια της παρανομίας. Χρηματική ποινή όχι μόνο δεν ενεργεί ως αποτρεπτική, όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή τιμωρία, αλλά και στέλλει και λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες.» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467, γίνεται εκτενής αναφορά στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών. Τονίζεται επίσης ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης για τον εργοδοτούμενο θα πρέπει να συνοδεύεται κατά κανόνα με ανάλογη ποινή για τον εργοδότη, έχοντας υπόψιν ότι η προβλεπόμενη ποινή για τον εργοδότη είναι πιο αυστηρή από εκείνη που προβλέπεται για τον εργοδοτούμενο. Υιοθετήθηκε επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρύσανθου Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553, 558. «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάμουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική, όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ' επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες, κρυφής απασχόλησης. Χρειάζεται, λοιπόν, για πρόσθετους λόγους αποτρεπτική ποινή για αδίκημα αυτής της φύσης και πράγματι, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν ήταν ορθή η πρόσδοση τόσο αποφασιστικής σημασίας στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες.» Σειρά άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταδεικνύει με απόλυτη σαφήνεια, την θέση της νομολογίας ότι σε αυτού του είδους τα αδικήματα, η ποινή της φυλάκισης είναι η μόνη ενδεδειγμένη. Αναφέρω χαρακτηριστικά τις πιο κάτω αποφάσεις. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ
(2001)2 Α.Α.Δ. 74 το Πρωτόδικο Δικαστήριο για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης, επέβαλε σε κατηγορούμενο εστιάτορα, που παραδέχθηκε ενοχή και είχε λευκό ποινικό μητρώο, ποινή προστίμου £350,-. Στην έφεση που ασκήθηκε, το πρόστιμο παραμερίστηκε και η φυλάκιση κρίθηκε αναπόφευκτη. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Το ίδιο συνέβη και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 304 όπου σε κάτοχο μπυραρίας, ο οποίος ήταν πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, είχε παραδεχθεί ενοχή, ήταν λευκού ποινικού μητρώου, χρηματική ποινή £400,00 που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραμερίστηκε και αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311, ποινή προστίμου £500,00 που επιβλήθηκε πρωτόδικα σε κατηγορούμενο που εργοδότησε αλλοδαπό και παραδέχθηκε ενοχή με καθαρό ποινικό μητρώο, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Παρομοίως στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζαννέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438 όπου χρηματική ποινή £400,00 σε ιδιοκτήτη εστιατορίου που εργοδοτούσε παράνομα δύο αλλοδαπές, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Να αναφερθεί εδώ ότι στην υπόθεση αυτή, το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν ιδιαίτερα επικριτικό κατά της πρωτόδικης απόφασης, χαρακτηρίζοντας την πρωτόδικη ποινή ανεξήγητη και αντινομική και ότι ήταν μεγάλο σφάλμα αρχής. Η δικαιολογία δε που είχε αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο όταν επέβαλλε χρηματική ποινή £400,00 ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, είχε καθαρό ποινικό μητρώο και ήταν πατέρας τριών παιδιών, χαρακτηρίστηκε ως ισχνή. Σημαντικό είναι να λεχθεί ότι στην υπόθεση αυτή, ο κατηγορούμενος προέβαλε και ισχυρισμό ότι έπασχε από διαβήτη. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γραμματικού (ανωτέρω) πρόστιμο £500,00 που επιβλήθηκε σε εργολάβο που παραδέχθηκε ενοχή και ήταν χωρίς εγκληματικό παρελθόν και που είχε εργοδοτήσει μόνο για λίγες μέρες ένα αλλοδαπό και μάλιστα κατόπιν παράκλησης του αλλοδαπού, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Είναι γεγονός ότι τελευταία νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προχωρεί σε μια διαφοροποίηση των υποθέσεων όπου ο παρανόμως εργοδοτούμενος αλλοδαπός, βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο σε αντίθεση με τις πιο σοβαρές υποθέσεις όπου ο αλλοδαπός βρίσκεται παράνομα στην Δημοκρατία. Αυτό, προφανώς γιατί θεωρήθηκε ότι η εργοδότηση κάποιου που διαμένει παράνομα εδώ, αποτελεί ταυτόχρονα και ενθάρρυνση του να συνεχίσει να παρανομεί και να διαμένει στην Δημοκρατία χωρίς άδεια. Έτσι, έχουν ανατραπεί ποινές φυλάκισης σε περιπτώσεις φοιτητών ή αιτητών πολιτικού ασύλου καθώς και σε εργοδότες τους και έχουν αντικατασταθεί με ποινές προστίμου. Αναφέρω τις υποθέσεις Lin Qinlong ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 501 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολάου
(2006)2 Α.Α.Δ.
  1. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου 1, θέλησε να εντάξει την παρούσα σε αυτές τις υποθέσεις, κάτι όμως που δεν ισχύει. Δύο από τους αλλοδαπούς που εργάζονταν παράνομα, οι κατηγορούμενοι 3 & 4, βρισκόταν στην Κύπρο χωρίς να κατέχουν άδεια παραμονής. Ειδικά ο κατηγορούμενος 4, είχε απελαθεί στο παρελθόν και ήταν μάλιστα απαγορευμένος μετανάστης. Ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση ότι όλοι διαβεβαίωσαν τον κατηγορούμενο 1 ότι θα του προσκόμιζαν τα χαρτιά τους την επομένη για να καταδείξουν ότι είχαν άδεια παραμονής και εργασίας. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, ο κατηγορούμενος 1 όφειλε να αποταθεί στην αρμόδια αρχή για να εξασφαλίσει άδεια, προκειμένου να εργοδοτήσει τους κατηγορούμενους 2, 3 &
  2. Αντί αυτού όμως, προτίμησε να τους εργοδοτήσει παράνομα, διακινδυνεύοντας βέβαια και το ενδεχόμενο οι αλλοδαποί να διέμεναν παράνομα στην Κύπρο όπως συμβαίνει με τους κατηγορουμένους 3 &
  3. Θα τελειώσω, τονίζοντας ότι η σοβαρότητα του αδικήματος προκύπτει και από την ίδια τη φύση της παράνομης εργοδότησης καθότι εμπεριέχει πάντοτε τον κίνδυνο εκμετάλλευσης του παρανόμως εργοδοτούμενου αλλοδαπού που κατά τεκμήριο είναι και το αδύνατο μέρος της παράνομης αυτής συμπεριφοράς. Η λεγόμενη «εν κρυπτώ απασχόληση», σημαίνει στην ουσία ότι ο παρανόμως εργοδοτούμενος αλλοδαπός, στερείται όλων εκείνων των ωφελημάτων που όλοι ανεξαιρέτως οι εργαζόμενοι σε αυτό τον τόπο έχουν με θυσίες κερδίσει. Παράνομη εργοδότηση, σημαίνει ότι η πολιτεία δεν μπορεί να ελέγξει τις συνθήκες εργασίας ούτε αν τηρούνται οι κανονισμοί περί ελάχιστου ορίου αμοιβής, ωρών εργασίας, παροχής κοινωνικών ασφαλίσεων και άλλων αδειών και ωφελημάτων που δικαιούνται οι εργαζόμενοι. Κατά την κρίση μου, εκεί έγκειται η σοβαρότητα του αδικήματος για την πλευρά του εργοδότη, στο ότι η παράνομη εργοδότηση, του δίδει ταυτόχρονα το δικαίωμα να εκμεταλλεύεται τους παρανόμως εργοδοτούμενους αλλοδαπούς, τους οποίους εργοδοτεί κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες από τις αρμόδιες αρχές. Και η σοβαρότητα αυτή δεν μειώνεται κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς και αν βρίσκεται ο εργοδοτούμενος αλλοδαπός στην Κύπρο, είτε φοιτητής είναι, είτε αιτητής πολιτικού ασύλου, είτε παράνομος μετανάστης. Σοβαρά είναι και τα αδικήματα που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι 3 & 4 σε σχέση με την παράνομη διαμονή τους στην Δημοκρατία. Πρόκειται για αδίκημα που βρίσκεται σε έξαρση. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι καθημερινά τα Δικαστήρια, κατακλύζονται από υποθέσεις αυτής της φύσης και αναγκάζονται να διακόψουν την κανονική ροή της ποινικής διαδικασίας προκειμένου να επιληφθούν εκτάκτως υποθέσεων που αφορούν παραμονή αλλοδαπών στην Δημοκρατία χωρίς άδεια. Στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421, λέχθηκε ότι τα αδικήματα αυτά πρέπει να τιμωρούνται με αποτρεπτικές ποινές. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την σελίδα 429 της πιο πάνω απόφασης: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα.» Όσον αφορά το αδίκημα της 5ης κατηγορίας που παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος 4, σχετική είναι η υπόθεση Tutunciyan v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 524, στην οποία λέχθηκε ότι η χρήση των λιμανιών στα κατεχόμενα, αποτελεί σοβαρό αδίκημα αφού πλήττει το κύρος της Δημοκρατίας και ενισχύει την κατοχή. Για τον λόγο αυτό, η επιβολή ποινής φυλάκισης δεν είναι ως θέμα αρχής εσφαλμένη. Στην παρούσα περίπτωση, ο κατηγορούμενος 4 γνωρίζοντας ότι απελάθηκε από την Κύπρο, χρησιμοποίησε τα κατεχόμενα για να εισέλθει εκ νέου στην Δημοκρατία ξεγελώντας έτσι τις αρχές, αφού είναι γνωστό ότι τα λιμάνια των κατεχομένων δεν ελέγχονται από τις δυνάμεις ασφαλείας του νόμιμου κράτους. Πρόκειται για συμπεριφορά που καταδεικνύει πλήρη περιφρόνηση προς τον Νόμο τις νόμιμες αρχές της Δημοκρατίας, η οποία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με την δέουσα αυστηρότητα όσον αφορά την ποινή που θα επιβληθεί. Ελαφρύτερο είναι το αδίκημα της 2ης κατηγορίας που παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος 2. Σημειώνω ότι ο 2ος κατηγορούμενος βρίσκεται νόμιμα στην Δημοκρατία με το καθεστώς του αιτητή πολιτικού ασύλου. Στην υπόθεση Νικολάου (ανωτέρω) λέχθηκε ότι οι προεκτάσεις της μη ένταξης αιτητών πολιτικού ασύλου στο σύστημα εργασίας δεν είναι τόσο αποφασιστικής σημασίας έτσι ώστε να δικαιολογείται η αντιμετώπισή τους με την αυστηρότητα την οποία εισηγήθηκε η δικηγόρος της Δημοκρατίας. Ελαφρυντικοί παράγοντες Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με δεδομένη πλέον τη σοβαρότητα των αδικημάτων, διαπιστώνω πως υπάρχουν και εδώ ελαφρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να προσμετρήσουν υπέρ των κατηγορουμένων για μείωση της ποινής τους. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του, τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τον αδικοπραγούντα θα δικαιολογούσαν. Αποτελεί αξίωμα πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσης της. Παράλληλα βεβαίως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση θα λάβω υπόψη όλα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι υπεράσπισης για μετριασμό της ποινής. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων, στοιχείο που τους δίνει το δικαίωμα να αιτούνται για πρώτη φορά, την επιείκεια του Δικαστηρίου. Λαμβάνεται επίσης υπόψη η άμεση παραδοχή τους και η συνεργασία τους με τις ανακριτικές αρχές. Θα λάβω επιπλέον υπόψη τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων ως αναφέρονται στις εκθέσεις του γραφείου ευημερίας αλλά και όπως εκτέθηκαν στο Δικαστήριο από τους συνηγόρους υπεράσπισης. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής όσον αφορά τους κατηγορουμένους 1, 3 και 4 λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που διέπραξαν. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής, η οποία πρέπει να είναι ποινή φυλάκισης. Έχω την αίσθηση ότι οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους παραβάτες. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2 για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, κρίνω ότι η ενδεδειγμένη ποινή είναι αυτή του προστίμου. Συμπεράσματα Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, επιβάλω στους κατηγορουμένους στις πιο κάτω ποινές: Στον κατηγορούμενο1 · στην 1η κατηγορία:- Ποινή φυλάκισης 2 μηνών Στον κατηγορούμενο 2 · στην 2η κατηγορία:- Ποινή προστίμου €200,00 Στον κατηγορούμενο 3 · στην 3η κατηγορία:- Ποινή φυλάκισης 4 μηνών · στην 4η κατηγορία:- Ποινή φυλάκισης 1 μηνός Στον κατηγορούμενο 4 · στην 5η κατηγορία:- Ποινή φυλάκισης 1 μηνός · στην 6η κατηγορία:- Ποινή φυλάκισης 4 μηνών · στην 7η κατηγορία:- Ποινή φυλάκισης 1 μηνός Οι ποινές για τους κατηγορουμένους 3 & 4 να συντρέχουν και να αρχίζουν από 9.3.2009, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν υπό κράτηση για τους σκοπούς της παρούσας. Η ποινή για τον 1ο κατηγορούμενο να αρχίζει από σήμερα αφού δεν είχε τεθεί υπό κράτηση κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Θα εξετάσω στην συνέχεια την δυνατότητα αναστολής της ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 1 αφού τέθηκε τέτοιο ζήτημα από τον συνήγορο του κατηγορουμένου 1. Το άρθρο 3.2 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186
(1)/03, προνοεί τα εξής: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την τελευταία αυτή τροποποίηση του νόμου, δίδεται στο Δικαστήριο πλατιά διακριτική ευχέρεια όταν επιλαμβάνεται του θέματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού λάβει υπόψη τόσον τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσον και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Η δυνατότητα όμως αναστολής, μειώνεται κατά την κρίση μου σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες όπως πιο πάνω αναφέρονται, κρίνω ότι δεν υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν αναστολή της ποινής φυλάκισης για τον κατηγορούμενο 1. Οι μετριαστικοί παράγοντες, ιδιαίτερα οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου 1, έχουν επιδράσει σημαντικά στην μείωση της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν το αίτημα της υπεράσπισης για αναστολή της. Συνεπακόλουθα, η επιβληθείσες ποινές φυλάκισης να εκτελεστούν άμεσα. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.