← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Nae Marian, Αρ. Υπόθεσης: 25520/08, 13 Απριλίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Nae Marian, Αρ. Υπόθεσης: 25520/08, 13 Απριλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B71 Αρ. Υπόθεσης: 25520/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν - Nae Marian, από την Ρουμανία Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 13 Απριλίου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενο: κος Σπηλιοτόπουλος Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή σε 12 συνολικά κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος από 29.10.2008 μέχρι και 9.11.2008 σε 12 διαφορετικές περιπτώσεις, έκαμε χρήση της πιστωτικής κάρτας του παραπονούμενου σε ταμειακές μηχανές της Τράπεζας Κύπρου, κλέβοντας με τον τρόπο αυτό, διάφορα ποσά από τον λογαριασμό του. Το συνολικό ποσόν που απέσπασε ο κατηγορούμενος με τον πιο πάνω τρόπο από τον Τραπεζικό λογαριασμό του παραπονουμένου, ανέρχεται σε €2200,00. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως εκτέθηκαν από την δημόσια κατήγορο, έχουν ως ακολούθως: Ο παραπονούμενος μετέβη στο ΤΑΕ Λεμεσού στις 2.12.2008 και κατήγγειλε ότι κλάπηκε από τον λογαριασμό του, το πιο πάνω ποσόν. Αυτό έγινε με την χρήση της πιστωτικής του κάρτας που είχε αφήσει πάνω στο γραφείο του μαζί με τον κωδικό της αριθμό. Την κλοπή, ο κατηγορούμενος την διαπίστωσε όταν έλαβε αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού του, στην οποία εμφαίνονταν αναλήψεις ποσών στις οποίες ποτέ ο ίδιος δεν προέβηκε. Μετά από διερεύνηση της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος θεωρήθηκε ύποπτος αφού εργαζόταν ως υπάλληλος στην Τράπεζα στην οποία ο παραπονούμενος ήταν διευθυντής. Έγιναν περαιτέρω εξετάσεις, στα πλαίσια των οποίων εξασφαλίστηκαν οι ψηφιακοί δίσκοι των κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης που ήταν εγκατεστημένα στις ταμειακές μηχανές από τις οποίες εκλάπησαν τα πιο πάνω ποσά. Από μελέτη των ψηφιακών δίσκων, διαφάνηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που έκανε χρήση της πιστωτικής κάρτας. Κλήθηκε ως εκ τούτου στο ΤΑΕ Λεμεσού στις 18.12.2008 όπου ανακρινόμενος, ομολόγησε την διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων. Όταν κατηγορήθηκε γραπτώς, παραδέχθηκε τις κατηγορίες και απολογήθηκε. Τέλος η δημόσια κατήγορος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με αυτή, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 30 ετών και κατάγεται από την Ρουμανία. Είναι παντρεμένος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού. Έφτασε στην Κύπρο πριν ενάμιση χρόνο για εξεύρεση εργασίας και τον ακολούθησε και η σύζυγος του, η οποία όμως δεν εργάζεται. Το παιδί τους ηλικίας τριών ετών, διαμένει στην Ρουμανία και φροντίζεται από την μητέρα του κατηγορουμένου. Ακολούθως, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι πρόσωπο με εθισμό σε εγκληματικές πράξεις και ότι η πιο πάνω παράνομη συμπεριφορά θα πρέπει να θεωρηθεί ως μεμονωμένο περιστατικό στην ζωή του. Επρόκειτο για μια απερισκεψία στην οποία προέβηκε προκειμένου να εξασφαλίσει χρήματα όχι για τον εαυτό του αλλά για να στέλνει στο παιδί του στην Ρουμανία. Τέλος, ο συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος αποζημίωσε πλήρως τον παραπονούμενο, επιστρέφοντας όλα τα ποσά τα οποία απέσπασε με τον πιο πάνω παράνομο τρόπο. Προσκόμισε προς τούτο και σχετικά πιστοποιητικά του παραπονουμένου σύμφωνα με τα οποία αποζημιώθηκε πλήρως από τον κατηγορούμενο. Το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε από την δημόσια κατήγορο. Προτού εξετάσω τα ελαφρυντικά που θα ληφθούν υπόψη για μετριασμό της ποινής, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στην σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος. Αυτή προκύπτει αρχικά από την υπό του Νόμου προβλεπομένη ποινή. Σύμφωνα με το άρθρο 262 του Ποινικού Κώδικα, το αδίκημα της κλοπής που διέπραξε ο κατηγορούμενος, χαρακτηρίζεται ως κακούργημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τριών χρόνων. Η σοβαρότητα του αδικήματος, προκύπτει και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Μενελάου ν. Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ 248, ο εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή σε αδίκημα κλοπής πιστωτικής κάρτας της παραπονουμένης, την οποία χρησιμοποίησε για να αποσπάσει με ψευδείς παραστάσεις, το ποσόν των £198,00. Παρότι αποζημίωσε πλήρως το θύμα του, καταδικάστηκε πρωτόδικα σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης κυμαινόμενες από 2 έως 9 μήνες. Σε έφεση του κατηγορουμένου, το Ανώτατο Δικαστήριο όχι μόνο δεν έκρινε τις ποινές ως υπερβολικές αλλά αντίθετα τις χαρακτήρισε ως επιεικείς. Λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα πιο κάτω στην σελίδα 250 της απόφασης από τον Δικαστή Νικήτα: «Τελευταία, ο εγκληματολογικός χάρτης του τόπου έχει διευρυνθεί με αδικήματα που συνεπάγονται την κλοπή και χρήση πιστωτικών καρτών. Είναι τώρα ευρύτατα διαδεδομένες οι συναλλαγές με τέτοιες κάρτες. Έτσι, παρουσιάζεται έντονα η ανάγκη για προστασία των εμπορικών δοσοληψιών που διεξάγονται με τη μέθοδο αυτή. Η αποτρεπτική πτυχή της ποινής πρέπει να έχει εδώ τον πρώτο λόγο. Η ποινή άμεσης φυλάκισης ήταν οπωσδήποτε ενδεδειγμένη. Πλην όμως υπήρξε επιεικής. Είναι με δυσκολία που δε θα την αυξήσουμε.» Με δεδομένη την σοβαρότητα των αδικημάτων ως αναφέρεται πιο πάνω, διαπιστώνω πως υπάρχουν και στην παρούσα περίπτωση ελαφρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να προσμετρήσουν υπέρ του κατηγορουμένου για μείωση της ποινή του. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιλέξει και να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τον αδικοπραγούντα θα δικαιολογούσαν. Αποτελεί αξίωμα πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο δεν σημαίνει ότι το καθήκον εξατομίκευσης ατονεί. Παράλληλα βεβαίως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην παρούσα θα λάβω υπόψη όλα όσα ανέφερε ο συνήγορος υπεράσπισης για μετριασμό της ποινής. Ιδιαίτερα λαμβάνεται υπόψη: · Η παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου. · Οι προσωπικές του συνθήκες όπως εμφαίνονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας και όπως αναφέρθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής. · Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, στοιχείο που του δίνει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου και · Η αποζημίωση του θύματος με την επιστροφή ολόκληρου του ποσού που κλάπηκε από τον λογαριασμό του. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής, η οποία πρέπει να είναι ποινή φυλάκισης. Έχω την αίσθηση ότι οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, καταδικάζω τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλάκισης 2 μηνών σε κάθε κατηγορία που αντιμετωπίζει. Οι ποινές να συντρέχουν και να ξεκινούν από 2.4.2009, ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση για τους σκοπούς της παρούσας. Θα εξετάσω στην συνέχεια την δυνατότητα αναστολής της ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Το άρθρο 3.2 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186
(1)/03, προνοεί τα εξής: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την τελευταία αυτή τροποποίηση του νόμου, δίδεται στο Δικαστήριο πλατιά διακριτική ευχέρεια όταν επιλαμβάνεται του θέματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού λάβει υπόψη τόσον τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσον και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Η δυνατότητα όμως αναστολής, μειώνεται κατά την κρίση μου σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες όπως πιο πάνω αναφέρονται, κρίνω ότι δεν υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν αναστολή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες, ιδιαίτερα οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου και η αποζημίωση του θύματος, έχουν επιδράσει σημαντικά στην μείωση της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν την αναστολή της. Συνεπακόλουθα, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης να εκτελεστεί άμεσα. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας που ανέρχονται σε €100,00 να πληρωθούν από την Δημοκρατία αφού ως θέμα αρχής δεν ενδείκνυται η επιδίκαση εξόδων, στις περιπτώσεις επιβολής ποινής άμεσης φυλάκισης. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.