← Κύπρος

Αναφορικά με το Δώρο Χωραίτη, Ειδοποίηση Πτώχευσης αρ. 135/09, 15.4.2009

Αναφορικά με το Δώρο Χωραίτη, Ειδοποίηση Πτώχευσης αρ. 135/09, 15.4.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B73 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Ειδοποίηση Πτώχευσης αρ. 135/09 ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: Αναφορικά με το Δώρο Χωραίτη από το Τρόοδος Λεμεσού Χρεώστη Ημερομηνία: 15.4.2009 Για Αιτητή - Χρεώστη: κ. Μ. Ιωάννου. Για Καθ' ου η αίτηση - Πιστωτή: κα Αριστείδου. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 20.1.09 μετά από μονομερή αίτηση του πιστωτή εκδόθηκε ειδοποίηση πτώχευσης, η οποία απευθύνεται προς το φερόμενο χρεώστη Δώρο Χωραίτη και του ζητά όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του στην αγωγή 3137/05 ημερ. 24.3.06, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των €39,297.83 πλέον τόκους και έξοδα. Η υπό αναφορά ειδοποίηση επιδόθηκε στον χρεώστη προσωπικά στις 31.1.

  1. Στη συνέχεια στις 3.2.09 ο χρεώστης αντέδρασε καταχωρώντας σχετικά ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας. Στην ένορκη δήλωση του ο χρεώστης (στο εξής ο αιτητής) ζητά στην ουσία τον παραμερισμό της υπό αναφορά ειδοποίησης πτώχευσης. Ειδικότερα στηρίζει το αίτημα του στα ακόλουθα: Στις 7.10.98 εκδόθηκε εναντίον του αιτητή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του στην αίτηση 24/98 και στη συνέχεια ο Επίσημος Παραλήπτης διορίσθηκε διαχειριστής της περιουσίας του και εκ μέρους του Επίσημου Παραλήπτη διαχειριζόταν την περιουσία του ο κ. Λεωνίδας Κίμωνος. Στις 23.9.08 με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ο αιτητής αποκαταστάθηκε από την πτώχευση. Το 1997 δηλ. πριν κηρυχθεί σε πτώχευση ο αιτητής, ο πιστωτής, ο οποίος κάνει δάνεια και εισπράττει υπερβολικά ποσά τόκων, του έκανε ένα δάνειο για το ποσό των €85,
  2. Ο αιτητής πλήρωσε σε μετρητά στον πιστωτή περιοδικά εντός ενός έτους και πριν κηρυχθεί σε πτώχευση το ποσό των €68,344 χωρίς να πάρει αποδείξεις πληρωμής. Επειδή ο πιστωτής είχε στην κατοχή του κάποιες επιταγές του αιτητή και επειδή μεσολάβησε η πτώχευση του ο αιτητής εξαναγκάσθηκε από τον πιστωτή και το δικηγόρο του κατόπιν απειλών ότι θα τον έβαζαν φυλακή και υπέγραψε ο γιός του ένα γραμμάτιο προς όφελος του πιστωτή για €25,629 και ο αδελφός του αιτητή δύο γραμμάτια για το συνολικό ποσό των €42,
  3. Τα γραμμάτια αυτά δεν είναι πραγματικά και οι άνθρωποι αυτοί δεν οφείλουν αυτά τα λεφτά αλλά το έκαναν για να βοηθήσουν τον αιτητή γιατί ήταν πτωχεύσας και δεν μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να εγείρει αγωγές. Μετά τις 7.10.98 όταν κηρύχθηκε σε πτώχευση και μετά όταν στις 25.9.01 διορίσθηκε διαχειριστής της περιουσίας του, αναφέρθηκε στον αιτητή από τον Επίσημο Παραλήπτη και το διαχειριστή ότι δεν είχε δικαίωμα να παραλαμβάνει κλητήρια εντάλματα ή αγωγές ούτε να διορίζει δικηγόρο προς υπεράσπιση του και ότι κανένας πιστωτής δεν είχε δικαίωμα να εγείρει αγωγή προσωπικά κατά του αιτητή αλλά τέτοια θα έπρεπε να εγείρεται εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσία του, ο οποίος θα αναλάμβανε και την υπεράσπιση του. Υπό τις συνθήκες αυτές ο αιτητής δεν υπερασπίσθηκε την αγωγή 3137/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω η αγωγή αυτή και η απόφαση που εκδόθηκε σε αυτή είναι άκυρες εξ υπαρχής γιατί ο πιστωτής έπρεπε, πριν καταχωρήσει την υπόθεση εναντίον του αιτητή που ήταν πτωχεύσας, να εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου πράγμα το οποίο δεν έκανε. Επιπλέον η αγωγή έπρεπε να είχε καταχωρηθεί εναντίον και να επιδοθεί στον Επίσημο Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας του και όχι εναντίον του αιτητή προσωπικά. Στις 8.5.07 πληρώθηκε από τον αιτητή στο δικηγορικό γραφείο Γιαννάκη Θωμά το ποσό των €1,708.60 έναντι της αγωγής 6734/03 Ε. Δ. Λεμεσού στην οποία εναγόμενος είναι ο αδελφός του αιτητή αλλά είναι για τα ίδια χρήματα που δανείσθηκε ο αιτητής από τον πιστωτή ως προανέφερε. Επίσης για την ίδια υπόθεση ο αιτητής πλήρωσε για τον αδελφό του στο ίδιο γραφείο κάποια ποσά τα οποία αφορούσαν το ίδιο αρχικό δάνειο που του παραχώρησε ο πιστωτής. Περαιτέρω πλήρωσε στον κ. Γιαννάκη Θωμά Λ.Κ.2,000 στις 9.11.
  4. Η απόφαση που εκδόθηκε στην αγωγή 6734/03 εναντίον του αδελφού του αιτητή για το ποσό των €22,211.82 αφορά χρήματα τα οποία πήρε ο αιτητής για το ίδιο δάνειο. Απόφαση για το ποσό των €20,503.22 εκδόθηκε εναντίον του αδελφού του και στην αγωγή 6023/
  5. Και αυτής της απόφασης το ποσό προέρχεται από το αρχικό ποσό του δανείου που πήρε ο αιτητής από τον πιστωτή. Εναντίον του αδελφού του έγινε και αίτηση πώλησης της ακίνητης περιουσίας του. Πέραν των πιο πάνω ο πιστωτής καταχώρησε εναντίον του γιου του αιτητή την αγωγή 5851/04 στην οποία επίσης εκδόθηκε απόφαση για €25,629.02 Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι οφείλεται στον πιστωτή ποσό €111,059 ενώ ο αιτητής δανείστηκε €85,430 και του πλήρωσε €68,
  6. Ο πιστωτής όμως εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι δεν του έδιδε αποδείξεις και επειδή πληροφορήθηκε ότι αποκαταστάθηκε κίνησε τη διαδικασία για να πτωχεύσει τον αιτητή για να τον εκβιάσει. Ο αιτητής ζήτησε από τον πιστωτή κατάσταση λογαριασμού για όλες τις υποθέσεις και είναι έτοιμος να τον εξοφλήσει αλλά αυτός εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι έχει στα χέρια του δικαστικές αποφάσεις και εκβιάζει τον αιτητή, το γιό του και τον αδελφό του. Τώρα μετά την αποκατάσταση του ο αιτητής προτίθεται να εγείρει αγωγή εναντίον του πιστωτή και του δικηγόρου του ο οποίος γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας και εις γνώση του ο αδελφός του αιτητή και ο γιός του έκαναν τα υπό αναφορά γραμμάτια κατόπιν εκβιασμών. Με την αγωγή αυτή προτίθεται να ζητήσει από το Δικαστήριο απόφαση ότι ο ίδιος δεν χρωστά το ποσό των €136,688.12 που απαιτούν σήμερα από αυτόν καθώς και ότι ο γιος του και ο αδελφός του δεν χρωστούν κανένα ποσό στις δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν εναντίον τους και όπως αυτές οι αποφάσεις ακυρωθούν ή να καταβληθούν προς τον αιτητή τα ποσά των αποφάσεων αυτών ήτοι €111,059 και το ποσό των €68,344 που έχει πληρώσει ο αιτητής. Ο λόγος που ο πιστωτής προχώρησε στη διαδικασία πτώχευσης εναντίον του είναι για να μην μπορεί ο αιτητής να εγείρει αγωγή εναντίον του και να ζητήσει θεραπεία. Ο καθ' ου η αίτηση - πιστωτής (στο εξής ο καθ' ου η αίτηση) επέλεξε να μην καταχωρήσει οποιαδήποτε ένορκη δήλωση προς απάντηση στην ένορκη δήλωση του αιτητή. Και οι δύο πλευρές αρκέστηκαν σε αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή στη σχετική νομοθεσία και νομολογία. Όσον αφορά τη νομική πτυχή του υπό εξέταση θέματος σημειώνονται τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 3

(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης εάν εντός επτά ημερών δεν συμμορφωθεί σε ειδοποίηση πτώχευσης που αφορά χρέος, το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή δεν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή για τουλάχιστο ισάξιο ποσό του χρέους και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση. Η διαδικασία της ειδοποίησης πτώχευσης ρυθμίζεται από το Μέρος III των Πτωχευτικών Κανονισμών και ειδικότερα από τους Κανονισμούς 38-43. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(2)ο χρεώστης έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ένορκη δήλωση με την οποία να προβάλλει ότι έχει ανταπαίτηση, ανταγωγή ή συμψηφισμό που ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος και η οποία δεν μπορούσε να εγερθεί στη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση που αφορά την ειδοποίηση. Η ένορκη αυτή δήλωση λειτουργεί σύμφωνα με τον Κανονισμό 41 ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης και σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(3)θα πρέπει να καταχωρείται, σε περιπτώσεις που η επίδοση γίνεται στη Δημοκρατία, εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης στον χρεώστη. Το βάρος απόδειξης των πιο πάνω ισχυρισμών βρίσκεται αποκλειστικά στους ώμους του χρεώστη. Αυτό προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ.5 καθώς και του Κανονισμού 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών (βλ. Re Ντίνος Ασπρής
(1988)1 J.S.C. 93). Ο χρεώστης πρέπει περαιτέρω σε περίπτωση που εγείρει ως λόγο παραμερισμού την ύπαρξη ανταπαίτησης, ανταγωγής η συμψηφισμού, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει μια γνήσια ανταπαίτηση. Απλοί ισχυρισμοί για μια οποιαδήποτε ανταπαίτηση δεν αρκούν (βλ. Re Debtor
(1958)2 Ch. 81). Τέλος στο σύγγραμμα Williams and Muir Hunter "The Law and Practice on Bankruptcy" (19η έκδοση) σελ. 37 αναφέρεται ότι η απαίτηση του χρεώστη θα πρέπει ήδη να προωθείται μέσω αγωγής κατά το χρόνο εξέτασης του αιτήματος παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης. Όσον αφορά το τι συνιστά ανταγωγή στα πλαίσια διαδικασιών όπως η παρούσα, στην υπόθεση Re Debtor [1934] Ch. 431 λέχθηκε ότι αν ανταγωγή ερμηνευθεί ότι σημαίνει κάτι που θα μπορούσε να εισαχθεί στην αγωγή υπό τη μορφή ανταπαίτησης δεν προσθέτει τίποτα στον όρο ανταπαίτηση και ότι ανταγωγή αποτελεί μια λέξη η οποία εισήχθη με σκοπό να δώσει ένα ευρύτερο πεδίο εφαρμογής στην έννοια τέτοιων απαιτήσεων, κάτι το οποίο δεν θα μπορούσε να εισαχθεί στην αγωγή και εξακολουθεί να βρίσκεται έξω από την ανταπαίτηση αλλά είναι τέτοιας φύσης ώστε να μπορεί να συγκεκριμενοποιείται και το οποίο ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους. Στην παρούσα υπόθεση είναι μια εκ των θέσεων του καθ' ου η αίτηση ότι εφόσον ο αιτητής-χρεώστης ζητά τον παραµερισµό της ειδοποίησης πτώχευσης και για λόγους άλλους από αυτούς που προβλέπονται στον Κανονισμό 40
(2)θα έπρεπε να προβεί στην καταχώρηση αίτησης και όχι ενόρκου δηλώσεως όπως έπραξε. Στην υπόθεση Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Δημητρίου, Πολ. Έφεση 278/06, ημερ. 17.4.08 το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι ο ισχυρισμός της εξόφλησης του χρέους θα μπορούσε να εγερθεί μόνο σε ξεχωριστή αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης. Ως εκ τούτου έκρινε ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο παραμέρισε την ειδοποίηση πτώχευσης, αφού δεν είχε δικαιοδοσία να πράξει κάτι τέτοιο με βάση ένορκη δήλωση. Από τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση αυτή, όπου γίνεται αναφορά τόσο στο άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 όσο και στις πρόνοιες των διατάξεων 40
(2)και 41 των Πτωχευτικών Κανονισμών αλλά και στη σχετική κυπριακή και αγγλική νομολογία, προκύπτουν τα ακόλουθα: 1. Ο χρεώστης δεν μπορεί με την ένορκη δήλωση, η οποία προβλέπεται στους Κανονισμούς 40
(2)και 41 των Πτωχευτικών Κανονισμών, να εγείρει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, πέραν αυτών που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2)δηλ. ανταπαίτηση, ανταγωγή ή συμψηφισμό. 2. Άλλοι λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2), όπως παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης, ως επίσης ισχυρισμοί για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, μπορούν μεν να προβληθούν αλλά σε τέτοια περίπτωση η ορθή διαδικασία είναι η καταχώρηση ξεχωριστής, ειδικής προς τούτο αίτησης, δηλαδή αίτησης προς ακύρωση και όχι η επιδίωξη ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης με ένορκη δήλωση. Επομένως το Δικαστήριο έχει μεν δικαιοδοσία να εξετάσει τον παραμερισμό ειδοποίησης πτώχευσης στη βάση λόγων, οι οποίοι δεν προβλέπονται από τον Κανονισμό 40
(2), αλλά μόνον εφόσον υποβληθεί προς το σκοπό αυτό η απαιτούμενη αίτηση. Στην παρούσα είναι εμφανές από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του αιτητή-χρεώστη ότι πέραν από τον ισχυρισμό του περί ύπαρξης ανταπαίτησης ή ανταγωγής επικαλείται και άλλους λόγους, οι οποίοι δεν αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2). Υπό αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει τους υπόλοιπους λόγους που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση και συνεπώς η ένορκη δήλωση όσον αφορά τους λόγους αυτούς θα πρέπει να απορριφθεί. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα προχωρήσω για σκοπούς πληρότητας της απόφασης να εξετάσω και αυτούς τους λόγους που εγείρει ο αιτητής. Πριν όμως προχωρήσω πρέπει να λεχθεί ότι προς εξέταση των ανωτέρω θα ληφθεί υπόψη η μαρτυρία ως προς τα γεγονότα που αναφέρει ο αιτητής στην ένορκη του δήλωση και τα στοιχεία που προσκόμισε και όχι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν τίθενται στην ένορκη δήλωση αλλά στις αγορεύσεις των συνηγόρων, εφόσον δεν μπορεί να εισάγεται μαρτυρία με αυτόν τον τρόπο. Μια εκ των θέσεων του αιτητή είναι ότι το αγώγιμο δικαίωμα του στην αγωγή 3137/05 στα πλαίσια της οποίας δημιουργήθηκε το εξ αποφάσεως χρέος με την απόφαση ημερ. 24.3.06 προέκυψε ενώ ο αιτητής ήταν πτωχεύσας και πριν την αποκατάσταση του, η οποία έγινε στις 23.9.08. Συνεπώς σύμφωνα με το άρθρο 30
(5)του περί Πτωχεύσεως Νόμου ο αιτητής απαλλάχθηκε από οποιανδήποτε οφειλή. Αρχικά πρέπει να σημειωθεί ότι το διάταγμα ημερομηνίας 23.9.08 στην Αίτηση 24/98 το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του αιτητή δεν αναφέρεται σε αποκατάσταση του αιτητή αλλά σε ακύρωση του διατάγματος παραλαβής το οποίο εκδόθηκε εναντίον του. Εν πάση όμως περιπτώσει σε σχέση με την πιο πάνω θέση του αιτητή πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Το άρθρο 30
(5)του περί Πτωχεύσεως Νόμου προβλέπει ότι σε οποιαδήποτε διαδικασία που εγείρεται εναντίον του πτωχεύσαντα, ο οποίος εξασφάλισε διάταγμα αποκατάστασης, σε σχέση με χρέος από το οποίο απαλλάχτηκε με το διάταγμα, ο πτωχεύσας δύναται να ισχυριστεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα προέκυψε πριν την αποκατάσταση του. Είναι λοιπόν εμφανές ότι η παράγραφος 5 του άρθρου αυτού δεν προβλέπει την απαλλαγή που εισηγείται ο αιτητής. Αντίθετα η παράγραφος 4 του άρθρου 30, ως τροποποιήθηκε με το Νόμο 2(Ι)/2008 είναι αυτή που προβλέπει από ποια χρέη απαλλάσσεται ο αποκατασταθείς πτωχεύσας και άρα μπορεί να προβάλει ως προς αυτά τον ισχυρισμό που αναφέρεται στην παράγραφο 5. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 30
(4)το διάταγμα αποκατάστασης απαλλάσσει τον πτωχεύσαντα μόνο από χρέη τα οποία μέχρι την ημερομηνία έκδοσης του εξ ολοκλήρου ή μερικώς, πληρώθηκαν, διευθετήθηκαν, συμβιβάστηκαν ή συμφωνήθηκε ότι έχουν ικανοποιηθεί. Κάτι τέτοιο όμως δεν υφίσταται στην παρούσα. Η σχετική θέση του αιτητή είναι ότι το εξ αποφάσεως χρέος ήταν επαληθεύσιμο και όμως δεν επαληθεύτηκε. Αυτό θα είχε όμως σημασία αν ίσχυε το άρθρο 30
(4)ως είχε πριν την τροποποίηση του με το Νόμο 2(Ι)/2008 όταν δηλ. προέβλεπε ότι το διάταγμα αποκατάστασης απαλλάσσει τον πτωχεύσαντα από όλα τα άλλα χρέη τα οποία δύνανται να επαληθευτούν στην πτώχευση. Η δε απόφαση στην υπόθεση Blue Αrrows General Trading Co Ltd v. Μικρού
(2000)1 Α.Α.Δ. 1427, στην οποία παραπέμπει ο δικηγόρος του αιτητή δεν εισηγείται ούτε υποστηρίζει την πιο πάνω θέση του αιτητή. Στην υπόθεση εκείνη ερμηνεύτηκε ο όρος «πιστωτής» για να διαπιστωθεί κατά πόσο η εφεσείουσα εταιρεία ήταν πιστωτής στη διαδικασία πτώχευσης, ούτως ώστε να κριθεί κατά πόσο μπορούσε να έχει locus standi σε ένσταση που ήγειρε στα πλαίσια αίτησης του χρεώστη για ακύρωση του διατάγματος παραλαβής που είχε εκδοθεί προηγούμενως εναντίον του. Σύμφωνα δε με τα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης η εφεσείουσα εταιρεία δεν υπέβαλε αίτηση για επαλήθευση του χρέους ενώ είχε γνώση της δικαστικής απόφασης και την έκδοση του διατάγματος παραλαβής αφού το διάταγμα αυτό εκδόθηκε μετά από αίτηση της διευθύντριας της εφεσείουσας εταιρείας για προσωπικό προς εκείνη χρέος. Συνεπώς και τα γεγονότα εκεί ήταν πέραν και από τη ίδια τη διαδικασία διαφορετικά από την παρούσα. Ήταν επίσης η θέση του αιτητή ότι έχει απαλλαγεί από το χρέος αφού το Δικαστήριο για να τον αποκαταστήσει ικανοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 31
(1)του Νόμου ότι τα χρέη του πληρώθηκαν εξ ολοκλήρου. Στο σύγγραμμα Williams and Muir Hunter "The Law and Practice on Bankruptcy" (19η έκδοση) σελ. 148 αναφέρεται ότι τα χρέη που προβλέπει η αντίστοιχη πρόνοια του αγγλικού Νόμου πρέπει να είναι χρέη που αποδείχθηκαν κανονικά κατά την πτώχευση. Στην παρούσα όμως ως έχει αναφερθεί το υπό αναφορά χρέος δεν αποδείχθηκε προφανώς κατά τη διαδικασία της πτώχευσης ούτως ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι και αυτό το χρέος πληρώθηκε εξ ολοκλήρου. Συνεπώς ούτε αυτή η θέση του αιτητή ευσταθεί. Επίσης είναι η θέση του αιτητή ότι η αγωγή 3137/05 εγέρθηκε προσωπικά εναντίον του και όχι εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας του, εφόσον αυτός διατελούσε σε πτώχευση και δεν εξασφαλίστηκε άδεια του Δικαστηρίου για κάτι τέτοιο ως προβλέπει το άρθρο 9. Συναφώς ο αιτητής ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί πιστωτής γιατί η απόφαση και η αγωγή στην παρούσα ήταν προσωπικά εναντίον του ενώ αυτός ήταν πτωχεύσας και δεν κοινοποιήθηκε η απόφαση στον Επίσημο Παραλήπτη. Όσον αφορά τις πιο πάνω θέσεις του αιτητή πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Αυτό που εισηγείται στην ουσία ο αιτητής είναι ότι το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την ορθότητα της διαδικασίας στην υπό αναφορά αγωγή και κατ' επέκταση και την εγκυρότητα της απόφασης, η οποία δημιούργησε το εξ αποφάσεως χρέος, στο οποίο εδράζεται η υπό εξέταση ειδοποίηση πτώχευσης. Ασφαλώς όμως το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει και να αποφασίσει επί της ορθότητας της διαδικασίας που έλαβε χώραν ενώπιον άλλου Δικαστηρίου και επί της εγκυρότητας της απόφασης του Δικαστηρίου εκείνου. Αυτό θα μπορούσε να είναι αντικείμενο άλλων διαδικασιών που θα έπρεπε ενδεχομένως να κινήσει ο αιτητής. Συνεπώς η ύπαρξη του υπό αναφορά εξ αποφάσεως χρέους εναντίον του αιτητή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί στην παρούσα όπως και η συναφής ιδιότητα του καθ' ου η αίτηση ως εξ αποφάσεως πιστωτή. Άλλη θέση του αιτητή είναι ότι εφόσον υπήρχε δικαστική απόφαση το εξ αποφάσεως χρέος ήταν σύμφωνα με το άρθρο 34
(4)επαληθεύσιμο και όμως ο καθ' ου η αίτηση δεν προέβη σε επαλήθευση του χρέους αλλά ανέμενε την αποκατάσταση του αιτητή και ενεργώντας καταπιεστικά άρχισε νέα διαδικασία πτώχευσης ενώ δεν είχε τέτοιο δικαίωμα από το Νόμο. Σχετική είναι και η θέση του αιτητή ότι η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας λαμβανομένου υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης γιατί ο καθ' ου η αίτηση χρησιμοποιεί τη διαδικασία αυτή για άσκηση πίεσης στον αιτητή για πληρωμή και άλλων χρεών. Σύμφωνα με τον αιτητή υφίσταται εκβιασμός και καταπίεση του αν και ο αιτητής πλήρωσε χρήματα στο δικηγόρο του καθ΄ ου η αίτηση και πλήρωσε και για λογαριασμό του αδελφού του. Ο αιτητής αναφέρει σχετικά ότι στην ουσία του ζητείται να καταβάλει κάποιο μεγάλο ποσό, το οποίο να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αιτητή δεν περιορίζεται στο ποσό του εξ αποφάσεως χρέους αλλά αφορά και εξ αποφάσεως χρέη που υπάρχουν εναντίον συγγενικών του προσώπων και τα οποία προέρχονται, σύμφωνα πάντα με τον αιτητή, από το αρχικό χρέος που ο ίδιος είχε από δάνειο που έκανε από τον καθ' ου η αίτηση. Αρχικά εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι οι αποφάσεις που αφορούν τα συγγενικά του πρόσωπα, όπως φαίνονται επισυνημμένες στην ένορκη δήλωση του αιτητή, φέρουν ως ενάγοντα τον Χαράλαμπο Παφίτη ενώ ο καθ' ου η αίτηση-πιστωτής στην παρούσα αναφέρεται ως Χριστόδουλος Παφίτη. Εν πάση περιπτώσει σε σχέση με τις πιο πάνω θέσεις του αιτητή από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προέκυψε ότι ο καθ' ου η αίτηση γνώριζε ότι εναντίον του αιτητή είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, ούτε και ότι δεν επαλήθευσε το χρέος και ανέμενε τον αιτητή να αποκατασταθεί και καταπιεστικά ξεκίνησε την παρούσα διαδικασία. Περαιτέρω η ύπαρξη άλλων χρεών και μάλιστα εξ αποφάσεως χρεών εναντίον άλλων προσώπων δεν μπορεί να θεωρηθεί σχετική με την παρούσα υπόθεση. Αυτό που έχει σημασία στην παρούσα είναι η ύπαρξη του εξ αποφάσεως χρέους εναντίον του συγκεκριμένου χρεώστη δηλ. του αιτητή, του οποίου χρέους ζητείται η καταβολή με την υπό εξέταση ειδοποίηση πτώχευσης. Στην υπόθεση London Clubs Ltd κ.α v. Παπαδόπουλου
(2002)1 ΑΑΔ 1699 στην οποία επίσης παρέπεμψε σχετικά ο δικηγόρος του αιτητή διαπιστώθηκαν πράγματι περιστάσεις, οι οποίες ήταν τέτοιες ώστε κρίθηκε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι υπήρχε κατάχρηση διαδικασίας. Τα γεγονότα που τέθηκαν στην υπόθεση εκείνη όμως ήταν εντελώς διαφορετικά από την παρούσα. Στην παρούσα δε με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου δεν έχω διαπιστώσει να υπάρχουν τέτοια στοιχεία τα οποία να μπορούν να οδηγήσουν σε διαπίστωση κατάχρησης της διαδικασίας, ως εισηγείται ο αιτητής. Ήταν επίσης η θέση του αιτητή ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει δικαίωμα να προβεί στην παρούσα διαδικασία αλλά ακόμη και αν δεν είναι επαληθεύσιμο το χρέος του έχει σύμφωνα με το άρθρο 61 του Νόμου δικαίωμα να αποταθεί στο διαχειριστή για πληρωμή. Σε σχέση με το άρθρο 61 πρέπει να αναφερθεί ότι αυτό εφαρμόζεται εφόσον ο πιστωτής προέβη στην επαλήθευση του χρέους του έστω και μετά την κήρυξη μερίσματος ή μερισμάτων, οπόταν υπό κάποιες προϋποθέσεις μπορεί να πληρωθεί από χρήματα που βρίσκονται στα χέρια του διαχειριστή. Αυτά όμως τα δεδομένα εμφανώς δεν συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση. Τέλος είναι η θέση του αιτητή ότι έχει εξοφλήσει το χρέος του και παραμένει ένα ποσό Λ.Κ.10.000 και λαμβάνοντας υπόψην τις αποδείξεις είσπραξης που τίθενται στην ένορκη δήλωση δεν έχει αποδειχθεί ότι το εξ αποφάσεως, στην παρούσα, χρέος πρέπει να πληρωθεί αμέσως ή σε τακτή προθεσμία σύμφωνα με το άθρο 8
(1)(β). Όσον αφορά το θέμα αυτό πρέπει να λεχθεί ότι το άρθρο 8
(1)προβλέπει σε ποιες περιπτώσεις ο χρεώστης δεν μπορεί να υποβάλει αίτηση πτώχευσης και όχι για το θέμα της έκδοσης ειδοποίησης πτώχευσης από πιστωτή, που εξετάζουμε στην παρούσα. Ως εκ των άνω οι πιο πάνω αναφερομένες θέσεις του αιτητή δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση του λόγου σε σχέση με την ύπαρξη ανταπαίτησης. Ο αιτητής ισχυρίζεται σε σχέση με αυτό ότι όταν εγέρθηκε η αγωγή 3137/05 αυτός ήταν πτωχεύσας και η ανταξίωση του δεν μπορούσε να περιληφθεί στη διαδικασία εκείνη και ότι έχει γνήσια ανταπαίτηση και λογικές πιθανότητες επιτυχίας. Από την ένορκη δήλωση του αιτητή φαίνεται ότι αυτός προτίθεται να εγείρει αγωγή εναντίον του καθ' ου η αίτηση και του δικηγόρου του «ο οποίος γνώριζε ότι ήταν πτωχεύσας και εις γνώση του ο αδελφός του αιτητή και ο γιός του έκαναν τα υπό αναφορά γραμμάτια κατόπιν εκβιασμών». Με την αγωγή αυτή προτίθεται να ζητήσει από το Δικαστήριο απόφαση ότι ο ίδιος δεν χρωστά το ποσό των €136,688.12 που απαιτούν σήμερα από αυτόν καθώς και ότι ο γιος του και ο αδελφός του δεν χρωστούν κανένα ποσό στις δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν εναντίον τους και όπως αυτές οι αποφάσεις ακυρωθούν ή να καταβληθούν προς τον αιτητή τα ποσά των αποφάσεων αυτών ήτοι €111,059 και το ποσό των €68,344 που έχει πληρώσει ο αιτητής. Με άλλα λόγια ο αιτητής θα ζητήσει με την αγωγή αυτή στην ουσία την ακύρωση δικαστικών αποφάσεων (οι οποίες μάλιστα ως αναφέρθηκε φέρουν άλλο πρόσωπο ως ενάγοντα και ως εναγόμενο όχι τον αιτητή αλλά πρόσωπα συγγενικά αυτού) ή εναλλακτικά την επιδίκαση υπέρ του των ποσών που κατ' ισχυρισμό του διεκδικεί εναντίον του ο καθ' ου η αίτηση από δικαστικές αποφάσεις ή και ποσό που κατέβαλε στον καθ' ου η αίτηση προς αποπληρωμή δανείου που έλαβε από αυτόν. Οι πιο πάνω όμως ισχυρισμοί καθώς και τα σχετικά στοιχεία που παραθέτει ο αιτητής εμφανώς δεν κρίνονται ικανοποιητικά ούτως ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι καταδεικνύουν την ύπαρξη γνήσιας ανταπαίτησης με πιθανότητες επιτυχίας, ως αυτός εισηγείται. Ακόμη όμως και αν καταδεικνυόταν τέτοια ανταπαίτηση δεν δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση γιατί δεν μπορούσε να εγερθεί αυτή στην αγωγή 3137/05 όπου εκδόθηκε το εξ αποφάσεως χρέος εφόσον, ως υποστηρίζει ο αιτητής, όλα προέκυψαν από το ίδιο χρέος του προς τον καθ' ου η αίτηση βάση του ίδιου αρχικού δανείου ενώ και οι υπό αναφορά αποφάσεις είχαν εκδοθεί πριν την υπό αναφορά αγωγή. Η δικαιολογία ότι δεν το έκανε γιατί ήταν πτωχεύσας δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Θα μπορούσε ενόψει του ότι δεν αρνήθηκε ότι του επιδόθηκε η αγωγή να ενημερώσει τον Επίσημο Παραλήπτη ή το διαχειριστή της περιουσίας του για την ύπαρξη της αγωγής αυτής ενώ όφειλε να αναφέρει σύμφωνα με το Νόμο (βλ. άρθρα 15 και 23) την ύπαρξη της απαίτησης του αυτής η οποία ισοδυναμεί, ως υποστηρίζει στην ουσία, με οφειλή τρίτου προς αυτόν και συνεπώς ενδεχόμενα στοιχείο σχετικό με την περιουσία του. Εν πάση όμως περιπτώσει ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η ανταπαίτηση του αιτητή δεν μπορούσε να εγερθεί στην αγωγή 3137/05, η ανταπαίτηση αυτή δεν έχει προωθηθεί μέσω αγωγής κατά το χρόνο εξέτασης του αιτήματος παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης αλλά εκφράζεται μόνο πρόθεση προς έγερσης της. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο αιτητής έχει αποτύχει να ικανοποιήσει ότι έχει μια γνήσια ανταπαίτηση ή ανταγωγή που ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος και η οποία δεν μπορούσε να εγερθεί στη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση που αφορά την ειδοποίηση. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω η ένορκη δήλωση του χρεώστη για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης απορρίπτεται. Η προθεσμία για συμμόρφωση προς την ειδοποίηση πτώχευσης, η οποία αναστάληκε μέχρι να ακουσθεί η παρούσα, θα αρχίζει από σήμερα. Τα έξοδα της παρούσας επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση-πιστωτή και εναντίον του αιτητή-χρεώστη, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Bankruptcy Notice/Final (Αναφορά: Ειδοποίηση Πτώχευσης - Ένορκη δήλωση ως αίτηση παραμερισμού) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.