Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιώργος Ξυστούρης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6757/09, 16 Απριλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B76 Αρ. Υπόθεσης: 6757/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -
- Γιώργος Ξυστούρης, από την Λεμεσό
- Alam Morshedul, από την Μπαγκλαντές
- Islam MD Najrul, από την Μπαγκλαντές Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 16 Απριλίου 2009 Για την αστυνομία: κα Δανιηλίδου Για κατηγορούμενους: κος Μιλτιάδης Νεοκλέους Κατηγορούμενοι: Παρόντες Π Ο Ι Ν Η Ο 1ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στην 1η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών κατά παράβαση του άρθρου 14(Β) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο 1ος κατηγορούμενος την 25η Μαρτίου 2009 στην Λεμεσό, εργοδότησε τους αλλοδαπούς κατηγορουμένους 2 & 3 χωρίς την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια. Παρομοίως οι κατηγορούμενοι 2 & 3, παραδέχθηκαν ενοχή στις κατηγορίες 3 & 4 που αφορούν το αδίκημα της διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς την γραπτή άδεια του Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού & Μετανάστευσης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, οι κατηγορούμενοι 2 & 3 την 25η Μαρτίου 2009, διεξήγαγαν επάγγελμα ως εργάτες στον 1ο κατηγορούμενο χωρίς την προηγούμενη άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Επιπλέον, ο 2ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε την 2η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της διαμονής στην Δημοκρατία μετά την λήξη της άδειας παραμονής του. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος 2 βρισκόταν στην Κύπρο ως φοιτητής μέχρι τις 23.1.2007 οπόταν και παρέλειψε να ανανεώσει την άδεια παραμονής του. Έκτοτε παρέμεινε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία και τα στοιχεία του εντοπίζονται στον κατάλογο προσώπων των οποίων απαγορεύεται η είσοδος στην Δημοκρατία (stop - list). Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως έχουν εκτεθεί από την δημόσια κατήγορο, είναι συνοπτικά τα εξής: Στις 25.3.2009, μέλη της Υ.Α.Μ μετέβηκαν στο εστιατόριο "Λυσιώτικη Σούβλα" στην περιοχή Γερμασόγειας μετά από πληροφορία ότι εκεί εργοδοτούνται παράνομα αλλοδαποί. Εκεί εντόπισαν τους κατηγορουμένους 2 & 3 να εργάζονται στην κουζίνα του εστιατορίου. Περαιτέρω έρευνα, κατέδειξε ότι οι κατηγορούμενοι 2 & 3 δεν είχαν άδεια εργασίας για το συγκεκριμένο εστιατόριο, τα δε στοιχεία του κατηγορουμένου 2 εντοπίστηκαν στον κατάλογο των προσώπων, των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από την Δημοκρατία (stop - list). Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 3, βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο ως φοιτητής, η δε άδεια παραμονής του λήγει στις 30.9.
- Αναζητήθηκε ο εργοδότης των αλλοδαπών κατηγορούμενος 1, ο οποίος συνελήφθη μαζί με τους κατηγορουμένους 2 &
- Κατά την σύλληψη του, ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε στους αστυνομικούς ότι έχει τα χαρτιά για τον ένα αλλοδαπό ενώ για τον δεύτερο θα υπέβαλλε αίτηση να τον εγγράψει την επομένη. Επιπλέον σε ανακριτική του κατάθεση, παραδέχθηκε ότι εργοδοτούσε παράνομα τους δύο αλλοδαπούς. Ο κατηγορούμενος 2 σε ανακριτική του κατάθεση, ανέφερε ότι εισήλθε στην Δημοκρατία στις 15.3.2005 με προσωρινή άδεια φοιτητή. Από τον Ιανουάριο του 2007, διέκοψε την φοίτηση του και παραδέχθηκε ότι έκτοτε διαμένει παράνομα στην Δημοκρατία. Ο κατηγορούμενος 3 που βρίσκεται στην Κύπρο ως φοιτητής, επίσης παραδέχθηκε σε κατάθεση του στην αστυνομία ότι εργάστηκε παράνομα στο εστιατόριο του κατηγορουμένου
- Τέλος, η δημόσια κατήγορος ανέφερε ότι όλοι οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, συμφώνησε με τα γεγονότα όπως εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή. Πρόσθεσε όμως ότι οι κατηγορούμενοι 2 & 3, βρίσκονταν σε πενιχρή οικονομική κατάσταση και ζήτησαν από τον 1ο κατηγορούμενο να τους εργοδοτήσει. Αυτός, τους πρόσφερε φαγητό και στην συνέχεια αφού του υπέδειξαν φοιτητικές ταυτότητες, αποφάσισε να τους δώσει εργασία. Επειδή ήταν η αργία της 25ης Μαρτίου, έκρινε ότι μπορούσε να τους εργοδοτήσει αμέσως και την επομένη θα υπέβαλε τις σχετικές αιτήσεις για την εξασφάλιση άδειας εργασίας. Ο 1ος κατηγορούμενος ενήργησε κατά τον συνήγορο καλόπιστα, θεωρώντας ότι και οι δύο αλλοδαποί βρίσκονταν νόμιμα στην Κύπρο και γι' αυτό αποφάσισε να τους προσφέρει εργασία. Δήλωσε δε πλήρη άγνοια για το γεγονός ότι τα στοιχεία του κατηγορουμένου 2, ήταν καταχωρημένα στο stop - list. Μετά πάροδο όμως μόλις τριών ωρών από την εργοδότηση των κατηγορουμένων 2 & 3, έφτασε η αστυνομία και τους συνέλαβε. Και οι τρεις κατηγορούμενοι παραδέχθησαν αμέσως κατά τον συνήγορο, την διάπραξη των αδικημάτων και συνεργάστηκαν με τις αστυνομικές αρχές. Ήταν περαιτέρω η θέση του συνηγόρου ότι ο κατηγορούμενος 1 εργοδοτεί πέραν των 15 ατόμων στο εστιατόριο του χωρίς ποτέ να δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα. Δεν είχε πρόθεση να εκμεταλλευτεί τους δύο αλλοδαπούς. Τους λυπήθηκε, τους έδωσε φαγητό και προθυμοποιήθηκε να τους εργοδοτήσει ως βοηθούς, στην κουζίνα του εστιατορίου του. Ειδικά για τον κατηγορούμενο 3 που βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο, υπέβαλε αίτηση στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας Λεμεσού για να εξασφαλίσει άδεια εργασίας. Στην συνέχεια, ο συνήγορος υπεράσπισης υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων. Σύμφωνα με την έκθεση για τον κατηγορούμενο 1, αυτός είναι ηλικίας 32 ετών. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του και να αναλάβει την επιχείρηση εστιατορίου που διατηρούσε ο εκλιπών. Έκτοτε εργάζεται σταθερά στο πιο πάνω εστιατόριο και καλύπτει μεταξύ άλλων και τα έξοδα σπουδών του αδελφού του στην Ελλάδα. Ο κατηγορούμενος 1 είναι άγαμος και διαμένει στην πατρική του οικία μαζί με τον αδελφό του και την μητέρα του που αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας τα έξοδα της οποίας καλύπτονται επίσης από τον ίδιο. Σύμφωνα με την έκθεση για τον κατηγορούμενο 2, είναι 26 ετών και κατάγεται από την Μπαγκλαντές. Είναι το δεύτερο στην σειρά από τρία παιδιά της οικογένειας του. Έφτασε στην Κύπρο το 2005 ως φοιτητής. Ισχυρίστηκε στην κοινωνική λειτουργό ότι κατά την παραμονή του στην Κύπρο δεν εργαζόταν παρά μόνο την ημέρα που συνελήφθη από την αστυνομία στην Λεμεσό. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 3, σύμφωνα με την έκθεση του γραφείου ευημερίας, είναι ηλικίας 25 ετών και κατάγεται από την Μπαγκλαντές. Διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα με 5 ομοεθνείς του στην Λεμεσό. Βρίσκεται στην Κύπρο ως φοιτητής και σπουδάζει στο τμήμα Hotel Management ιδιωτικού πανεπιστημίου. Τα έξοδα φοίτησης του, καλύπτονται κατά τον ίδιο από τον πατέρα του. Περαιτέρω, ο συνήγορος των κατηγορουμένων εξέφρασε την μεταμέλεια των πελατών του και ζήτησε όπως αυτοί κριθούν με την δυνατότερα επιείκεια ενόψει των προσωπικών τους συνθηκών. Ειδικά για τον 1ο κατηγορούμενο, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε ποινή στερητικής της ελευθερίας, αυτή θα μπορούσε να ανασταλεί, ενόψει τόσον των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος όσο και των προσωπικών περιστατικών του πελάτη του. Η σοβαρότητα των αδικημάτων. Η σοβαρότητα του αδικήματος της 1ης κατηγορίας που διέπραξε ο κατηγορούμενος 1, προκύπτει κατ' αρχάς από την υπό του Νόμου προβλεπόμενη ποινή. Σύμφωνα με το άρθρο 14(Β) του Κεφ. 105, το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 3 χρόνων και/ή πρόστιμο £5000,00, το ισόποσο σήμερα σε Ευρώ. Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το αδίκημα ο νομοθέτης όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δ/ντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α
(2002)2 ΑΑΔ 575,580). Σύμφωνα δε με την Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 637, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Η σοβαρότητα του αδικήματος, προκύπτει και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο σε σειρά αποφάσεων του, σημείωσε την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της συχνότητας με την οποία εμφανίζεται το πιο πάνω αδίκημα, τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άριστου Ευαγόρου (αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285, παραμερίστηκε από το Εφετείο χρηματική ποινή που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, αντικαθιστώντας το με ποινή άμεσης φυλάκισης 2 μηνών. Αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα πιο κάτω στην σελίδα 297: « Η ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπιση του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η μαζική παράνομη κάθοδος αλλοδαπών στην Κύπρο πρέπει να οφείλεται και στην προσδοκία εργοδότησης τους. Αυτή η προσδοκία βέβαια καλλιεργείται από εργοδότες όπως τον εφεσίβλητο. Η απροθυμία των Κυπρίων εργοδοτών να εργοδοτήσουν παράνομα αλλοδαπούς θα αποτελούσε παράγοντα ανασταλτικό της παράνομης καθόδου τους στην Κύπρο. Θα προσθέταμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανής ο οικονομικός στόχος και πρέπει όλοι να έχουν υπόψη ότι δεν είναι ανεκτός ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους δια της παρανομίας. Χρηματική ποινή όχι μόνο δεν ενεργεί ως αποτρεπτική, όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή τιμωρία, αλλά και στέλλει και λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες.» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467, γίνεται εκτενής αναφορά στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών. Τονίζεται επίσης ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης για τον εργοδοτούμενο θα πρέπει να συνοδεύεται κατά κανόνα με ανάλογη ποινή για τον εργοδότη, έχοντας υπόψιν ότι η προβλεπόμενη ποινή για τον εργοδότη είναι πιο αυστηρή από εκείνη που προβλέπεται για τον εργοδοτούμενο. Υιοθετήθηκε επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρύσανθου Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553, 558. «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάμουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική, όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ' επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες, κρυφής απασχόλησης. Χρειάζεται, λοιπόν, για πρόσθετους λόγους αποτρεπτική ποινή για αδίκημα αυτής της φύσης και πράγματι, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν ήταν ορθή η πρόσδοση τόσο αποφασιστικής σημασίας στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες.» Σειρά άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταδεικνύει με απόλυτη σαφήνεια, την θέση της νομολογίας ότι σε αυτού του είδους τα αδικήματα, η ποινή της φυλάκισης είναι η μόνη ενδεδειγμένη. Αναφέρω χαρακτηριστικά τις πιο κάτω αποφάσεις. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ
(2001)2 Α.Α.Δ. 74 το Πρωτόδικο Δικαστήριο για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης, επέβαλε σε κατηγορούμενο εστιάτορα, που παραδέχθηκε ενοχή και είχε λευκό ποινικό μητρώο, ποινή προστίμου £350,-. Στην έφεση που ασκήθηκε, το πρόστιμο παραμερίστηκε και η φυλάκιση κρίθηκε αναπόφευκτη. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Το ίδιο συνέβη και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 304 όπου σε κάτοχο μπυραρίας, ο οποίος ήταν πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, είχε παραδεχθεί ενοχή, ήταν λευκού ποινικού μητρώου, χρηματική ποινή £400,00 που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραμερίστηκε και αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311, ποινή προστίμου £500,00 που επιβλήθηκε πρωτόδικα σε κατηγορούμενο που εργοδότησε αλλοδαπό και παραδέχθηκε ενοχή με καθαρό ποινικό μητρώο, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Παρομοίως στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζαννέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438 όπου χρηματική ποινή £400,00 σε ιδιοκτήτη εστιατορίου που εργοδοτούσε παράνομα δύο αλλοδαπές, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Να αναφερθεί εδώ ότι στην υπόθεση αυτή, το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν ιδιαίτερα επικριτικό κατά της πρωτόδικης απόφασης, χαρακτηρίζοντας την πρωτόδικη ποινή ανεξήγητη και αντινομική και ότι ήταν μεγάλο σφάλμα αρχής. Η δικαιολογία δε που είχε αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο όταν επέβαλλε χρηματική ποινή £400,00 ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, είχε καθαρό ποινικό μητρώο και ήταν πατέρας τριών παιδιών, χαρακτηρίστηκε ως ισχνή. Σημαντικό είναι να λεχθεί ότι στην υπόθεση αυτή, ο κατηγορούμενος προέβαλε και ισχυρισμό ότι έπασχε από διαβήτη. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γραμματικού (ανωτέρω) πρόστιμο £500,00 που επιβλήθηκε σε εργολάβο που παραδέχθηκε ενοχή και ήταν χωρίς εγκληματικό παρελθόν και που είχε εργοδοτήσει μόνο για λίγες μέρες ένα αλλοδαπό και μάλιστα κατόπιν παράκλησης του αλλοδαπού, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Είναι γεγονός ότι τελευταία νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προχωρεί σε μια διαφοροποίηση των υποθέσεων όπου ο παρανόμως εργοδοτούμενος αλλοδαπός, βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο σε αντίθεση με τις πιο σοβαρές υποθέσεις όπου ο αλλοδαπός διαμένει παράνομα στην Δημοκρατία. Αυτό, προφανώς γιατί θεωρήθηκε ότι η εργοδότηση κάποιου που διαμένει παράνομα εδώ, αποτελεί ταυτόχρονα και ενθάρρυνση του να συνεχίσει να παρανομεί και να παραμένει στην Δημοκρατία χωρίς άδεια. Έτσι, έχουν ανατραπεί ποινές φυλάκισης σε περιπτώσεις φοιτητών ή αιτητών πολιτικού ασύλου καθώς και σε εργοδότες τους και έχουν αντικατασταθεί με ποινές προστίμου. Αναφέρω τις υποθέσεις Lin Qinlong ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 501 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολάου
(2006)2 Α.Α.Δ.
- Η παρούσα όμως δεν εμπίπτει σε αυτές τις υποθέσεις. Υπενθυμίζω ότι ο κατηγορούμενος 2, βρίσκεται παράνομα στην Κύπρο από τον Ιανουάριο του 2007 και τα στοιχεία του είναι καταχωρημένα στο stop - list. Ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση ότι επειδή διαβεβαίωσε τον κατηγορούμενο 1 ότι ήταν φοιτητής, ταυτόχρονα θα εξασφαλιζόταν γι' αυτόν άδεια εργασίας την επομένη. Ακόμα και έτσι να είχαν τα πράγματα, ο κατηγορούμενος 1 όφειλε να αποταθεί στην αρμόδια αρχή για να εξασφαλίσει άδεια, προκειμένου να εργοδοτήσει τους κατηγορούμενους 2 &
- Αντί αυτού όμως, προτίμησε να τους εργοδοτήσει παράνομα, διακινδυνεύοντας βέβαια και το ενδεχόμενο οι αλλοδαποί να βρίσκονταν παράνομα στην Κύπρο όπως συμβαίνει με τον κατηγορούμενο 2 στην παρούσα. Θα τελειώσω, τονίζοντας ότι η σοβαρότητα του αδικήματος προκύπτει και από την ίδια τη φύση της παράνομης εργοδότησης καθότι εμπεριέχει πάντοτε τον κίνδυνο εκμετάλλευσης του παρανόμως εργοδοτούμενου αλλοδαπού που κατά τεκμήριο είναι και το αδύνατο μέρος της παράνομης αυτής συμπεριφοράς. Η λεγόμενη «εν κρυπτώ απασχόληση», σημαίνει στην ουσία ότι ο παρανόμως εργοδοτούμενος αλλοδαπός, στερείται όλων εκείνων των ωφελημάτων που όλοι ανεξαιρέτως οι εργαζόμενοι σε αυτό τον τόπο έχουν με θυσίες κερδίσει. Παράνομη εργοδότηση, σημαίνει ότι η πολιτεία δεν μπορεί να ελέγξει τις συνθήκες εργασίας ούτε αν τηρούνται οι κανονισμοί περί ελάχιστου ορίου αμοιβής, ωρών εργασίας, παροχής κοινωνικών ασφαλίσεων και άλλων αδειών και ωφελημάτων που δικαιούνται οι εργαζόμενοι. Κατά την κρίση μου, εκεί έγκειται η σοβαρότητα του αδικήματος για την πλευρά του εργοδότη, στο ότι η παράνομη εργοδότηση, του δίδει ταυτόχρονα το δικαίωμα να εκμεταλλεύεται τους παρανόμως εργοδοτούμενους αλλοδαπούς, τους οποίους εργοδοτεί κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες από τις αρμόδιες αρχές. Και η σοβαρότητα αυτή δεν μειώνεται κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς και αν βρίσκεται ο εργοδοτούμενος αλλοδαπός στην Κύπρο, είτε φοιτητής είναι, είτε αιτητής πολιτικού ασύλου, είτε παράνομος μετανάστης. Είναι δε γεγονός ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζονται παράνομα πολλοί αλλοδαποί, προσομοιάζουν με σύγχρονη δουλεία που δεν αρμόζει σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου όπως είναι η Κύπρος. Ενδεικτικό των πιο πάνω, είναι και το γεγονός που και ο ίδιος ο συνήγορος υπεράσπισης δέχθηκε, ότι οι κατηγορούμενοι 2 & 3 εργάστηκαν για τρεις ώρες στην κουζίνα του εστιατορίου του κατηγορουμένου, παίρνοντας στην ουσία ως αμοιβή μόνο ένα πιάτο με φαγητό. Εάν όντως ο κατηγορούμενος 1 λυπήθηκε τους δύο αλλοδαπούς όπως ο συνήγορος ισχυρίστηκε, θα μπορούσε να περιοριστεί στην παροχή φαγητού σε αυτούς μέχρι να πάρει έκκριση από την αρμόδια αρχή για την νόμιμη εργοδότηση τους και όχι να τους βάλει δουλειά στην κουζίνα, επειδή τους πρόσφερε ένα πιάτο φαί. Σοβαρά είναι και τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος 2 σε σχέση με την παράνομη διαμονή του στην Δημοκρατία. Πρόκειται για αδίκημα που βρίσκεται σε έξαρση. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι καθημερινά τα Δικαστήρια, κατακλύζονται από υποθέσεις αυτής της φύσης και αναγκάζονται να διακόψουν την κανονική ροή της ποινικής διαδικασίας, προκειμένου να επιληφθούν εκτάκτως υποθέσεων που αφορούν παραμονή αλλοδαπών στην Δημοκρατία χωρίς άδεια. Στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421, λέχθηκε ότι τα αδικήματα αυτά πρέπει να τιμωρούνται με αποτρεπτικές ποινές. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την σελίδα 429 της πιο πάνω απόφασης: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα.» Να σημειώσω εδώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να εκφράζει την συμπάθεια του σε πρόσωπα που εγκαταλείπουν τις χώρες καταγωγής τους, ψάχνοντας για ένα καλύτερο μέλλον στην πατρίδα μας. Θα πρέπει όμως να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι τα πρόσωπα αυτά, οφείλουν να σέβονται τους νόμους της πολιτείας, της οποίας επιζητούν την φιλοξενία. Ο κατηγορούμενος 2 μετά την διακοπή της φοίτησης του όφειλε να εγκαταλείψει την Δημοκρατία ή να ζητήσει ανανέωση της προσωρινής άδειας παραμονής του. Αντιθέτως, προτίμησε να παραμείνει παράνομα στην Κύπρο για περίοδο πέραν των δύο χρόνων και ενώ οι αρχές τον αναζητούσαν και κατεχώρησαν το όνομα του στο stop - list. Πρόκειται για συμπεριφορά που δείχνει πλήρη περιφρόνηση προς τον νόμο και τις αρχές του κράτους, η οποία πρέπει να αντιμετωπίζεται με αυστηρές ποινές όχι μόνο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο αλλά και για άλλους επίδοξους παραβάτες. Ελαφρύτερο είναι το αδίκημα της 4ης κατηγορίας που παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος 3. Σημειώνω ότι ο 3ος κατηγορούμενος, βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο ως φοιτητής. Στις περιπτώσεις αυτές, η σοβαρότητα του αδικήματος μειώνεται σημαντικά έτσι ώστε να μην δικαιολογείται η αυστηρή αντιμετώπιση τους όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις παράνομων αλλοδαπών (Βλ. Lin Qinlong ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Ελαφρυντικοί παράγοντες Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με δεδομένη πλέον τη σοβαρότητα των αδικημάτων, διαπιστώνω πως υπάρχουν και εδώ ελαφρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να προσμετρήσουν υπέρ των κατηγορουμένων για μείωση της ποινής τους. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του, τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τον αδικοπραγούντα θα δικαιολογούσαν. Αποτελεί αξίωμα πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσης της. Παράλληλα βεβαίως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση θα λάβω υπόψη όλα όσα ανέφερε ο συνήγορος υπεράσπισης για μετριασμό της ποινής. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων, στοιχείο που τους δίνει το δικαίωμα να αιτούνται για πρώτη φορά, την επιείκεια του Δικαστηρίου. Λαμβάνεται επίσης υπόψη, η άμεση παραδοχή τους και η συνεργασία τους με τις ανακριτικές αρχές. Θα λάβω τέλος υπόψη τις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων ως αναφέρονται στις εκθέσεις του γραφείου ευημερίας αλλά και όπως εκτέθηκαν στο Δικαστήριο από τον συνήγορο υπεράσπισης. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής όσον αφορά τους κατηγορουμένους 1, και 2 λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων που διέπραξαν. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής, η οποία πρέπει να είναι ποινή φυλάκισης. Έχω την αίσθηση ότι οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους παραβάτες. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 3 για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, κρίνω ότι η ενδεδειγμένη ποινή είναι αυτή του προστίμου. Συμπεράσματα Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, επιβάλω στους κατηγορουμένους τις πιο κάτω ποινές: Στον κατηγορούμενο1 · στην 1η κατηγορία:- Ποινή φυλάκισης 2 μηνών Στον κατηγορούμενο 2 · στην 2η κατηγορία:- Ποινή φυλάκισης 2 μηνών · στην 3η κατηγορία:- Ποινή φυλάκισης 1 μηνός Στον κατηγορούμενο 3 · στην 4η κατηγορία:- Ποινή προστίμου €200,00 Οι ποινές για τους κατηγορουμένους 1 & 2 να συντρέχουν και να αρχίζουν για τον κατηγορούμενο 1 από 15.4.2009 και για τον κατηγορούμενο 2 από 26.3.2009, ημερομηνίες κατά τις οποίες αμφότεροι τέθηκαν υπό κράτηση για τους σκοπούς της παρούσας. Θα εξετάσω στην συνέχεια την δυνατότητα αναστολής της ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 1 αφού τέθηκε τέτοιο ζήτημα από τον συνήγορο του. Το άρθρο 3.2 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 186
(1)/03, προνοεί τα εξής: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την τελευταία αυτή τροποποίηση του νόμου, δίδεται στο Δικαστήριο πλατιά διακριτική ευχέρεια όταν επιλαμβάνεται του θέματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού λάβει υπόψη τόσον τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όσον και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου. Η δυνατότητα όμως αναστολής, μειώνεται κατά την κρίση μου σημαντικά όπου απαιτείται επιβολή ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα. Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες όπως πιο πάνω αναφέρονται, κρίνω ότι δεν υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν αναστολή της ποινής φυλάκισης για τον κατηγορούμενο 1. Οι μετριαστικοί παράγοντες, έχουν επιδράσει σημαντικά στην μείωση της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δεν είναι όμως τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν το αίτημα της υπεράσπισης για αναστολή της. Συνεπακόλουθα, η επιβληθείσες ποινές φυλάκισης να εκτελεστούν άμεσα. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο