← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννης Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 15141/07, 27.4.2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ιωάννης Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 15141/07, 27.4.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15141/07 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν Ιωάννης Παναγιώτου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 27.4.2009. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Νεοφύτου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κυπρίζογλου Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος, μετά από παραδοχή κατόπιν μερικής ακρόασης της υπόθεσης, βρέθηκε ένοχος στην κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154, και συγκεκριμένα ότι στις 7.1.2007, ενώ οδηγούσε το όχημα ΑΑΥ 440 στη συμβολή της οδού Βασιλέως Παύλου με ανώνυμη πάροδο στη Λεμεσό, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε το θάνατο του Θεόδωρου Κιουρτζίδη (εφεξής «το θύμα»), τέως από τη Ρωσία. Τα γεγονότα όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, έχουν ως ακολούθως: Στις 7.1.2007 και ώρα 05:45 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το διπλοκάμπινο όχημα ΑΑΥ 440 σε ανώνυμη πάροδο στη Λεμεσό με δυτική κατεύθυνση, ενώ το θύμα οδηγούσε το αυτοκίνητο EYB 919 στην οδό Β. Παύλου με νότια κατεύθυνση. Φθάνοντας στη συμβολή των δύο οδών, ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην οδό Β. Παύλου για να κατευθυνθεί βόρεια με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του θύματος και τα δύο οχήματα να συγκρουστούν βίαια. Τα δύο οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες υλικές ζημιές και το θύμα διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Ο Κατηγορούμενος υπέστη κάταγμα και κρατήθηκε στο νοσοκομείο για νοσηλεία. Από έλεγχο που έγινε στο όχημα του Κατηγορουμένου διαπιστώθηκε ότι οι αναρτήσεις, τα φρένα και τα φώτα ήταν σε καλή κατάσταση κατά την ώρα του δυστυχήματος. Το αυτοκίνητο του θύματος εξετάστηκε από τεχνικό του Τμήματος Οδικών Μεταφορών και διαπιστώθηκαν παράνομες μετατροπές (αντικατάσταση μηχανής, συστήματος ανάρτησης και πίσω ελαστικών χωρίς άδεια, ενώ τα δύο μπροστινά ελαστικά ήταν φθαρμένα και το εξώστ δεν είχε αποσιωπητήρα). Διενεργήθηκε νεκροψία στη σωρό του θύματος και διαπιστώθηκε ότι ο θάνατος προήλθε από πολυτραυματισμό συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Επιπλέον, ανιχνεύθηκε η παρουσία ποσοστού αλκοόλης 61mg σε δείγμα αίματος του θανόντα, ενώ το επιτρεπόμενο όριο στο αίμα για σκοπούς οδήγησης είναι 50mg. Σε δείγμα αίματος που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο δεν ανιχνεύθηκε αλκοόλη. Ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ο κ. Κυπρίζογλου, κατά την εμπεριστατωμένη αγόρευσή του προς μετριασμό της ποινής, επεσήμανε την παραδοχή του Κατηγορουμένου, το λευκό του μητρώο και την ηλικία του. Τόνισε δε τη θέση της Υπεράσπισης ότι πρόκειται για στιγμιαία αβλεψία του Κατηγορουμένου, με αναφορά σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις ενδεικνυόμενες ποινές σε παρόμοιες περιπτώσεις. Αναφέρθηκε στο ότι ο Κατηγορούμενος, τη δεύτερη φορά που έλεγξε το δρόμο για να στρίψει δεξιά και να εισέλθει από την πάροδο, εντόπισε το αυτοκίνητο του θύματος, αλλά, ένεκα λανθασμένης εκτίμησης της ταχύτητας αυτού, δεν υπολόγισε ότι ο ίδιος δεν θα προλάβαινε να ολοκληρώσει τη δεξιά στροφή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος αναφέρθηκε και στη μεγάλη συντρέχουσα αμέλεια του θύματος, ο οποίος, σύμφωνα και με την προσφερθείσα από την Κ.Α. μαρτυρία κατά τη μερική ακρόαση η οποία είναι παραδεκτή από την υπεράσπιση, οδηγούσε αυτοκίνητο με μετατροπές στη μηχανή και ανάρτηση το οποίο το καθιστούσε ανασφαλές για οδήγηση, με ταχύτητα πέραν του ορίου των 50 χ.α.ω. και μετά από κατανάλωση αλκοόλης. Ως προς τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, ο κ. Κυπρίζογλου υιοθέτησε το περιεχόμενο της Κοινωνικής Έρευνας. Επιπρόσθετα κατέθεσε ιατρικά πιστοποιητικά τα οποία καταδεικνύουν τα προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετωπίζει τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η σύζυγός του. Σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του Κατηγορουμένου, αναφέρθηκε ότι είναι υποχρεωμένος να συνεχίζει να εργάζεται παρά την ηλικία του για να συντηρεί τη σύζυγο και την ενήλικη άνεργη θυγατέρα του και μετά βίας κερδίζει τα προς το ζην. Τέλος, ο ευπαίδευτος συνήγορος εξέφρασε τη μεταμέλεια του Κατηγορουμένου για τις πράξεις του και εισηγήθηκε, σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης, ότι συντρέχουν λόγοι αναστολής. Το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας της Δημοκρατίας ετοίμασε Κοινωνική Έρευνα σε σχέση με τον Κατηγορούμενο, στην οποία γίνεται αναφορά στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες. Όπως αναφέρεται σε αυτήν, πρόκειται για 64χρονο έγγαμο άνδρα, πατέρα δύο ενήλικων παιδιών, με σταθερό μηνιαίο εισόδημα από την εργασία του ως τεχνικός επιδιόρθωσης ηλεκτρικών συσκευών και σύνταξη γήρατος. Έχει χρέη που αφορούν την ανέγερση της κατοικίας του και την εργασία του και καταβάλλει ενοίκιο για το κατάστημα στο οποίο εργάζεται. Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει ότι όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τέσσερα χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα € 4271 (Λ.Κ. 2500). Η σοβαρότητα που προσδίδεται από το νομοθέτη στο αδίκημα προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, το οποίο πάντα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιβολή της ποινής (βλ. Βραχίμης ν. Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ. 527). Πέραν των προνοιών του πιο πάνω άρθρου, τα άρθρα 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να στερήσει από τον καταδικασθέντα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει, καθώς και να επιβάλει βαθμούς ποινής. Αποτελεί τραγικό γεγονός, το οποίο δεν αφήνει αδιάφορη τη Δικαιοσύνη, ότι τα θανατηφόρα ατυχήματα έχουν καταστεί μάστιγα για την Κυπριακή κοινωνία. Έχει επανειλημμένα επισημανθεί από τα Δικαστήρια ότι τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής του είδους της ποινής, όσο και του ύψους της (βλ. Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232, 238). Τονίστηκε ακόμα ότι τα Δικαστήρια δεν μπορούν να αδιαφορούν μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Όπως προκύπτει από τη σχετική Νομολογία, σε αυτής της φύσεως υποθέσεις το Δικαστήριο καταλήγει στην αρμόζουσα ποινή ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του Κατηγορουμένου και έχοντας κατά νούν ότι η επικίνδυνη οδήγηση και τα σοβαρά επακόλουθά της στοιχίζουν και χρήμα και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής σχετίζεται άμεσα με την υφή της αμέλειας, με την έκτασή της, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του Κατηγορουμένου οι οποίες οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση πάντοτε με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, οι οποίες ασφαλώς και ως καθιερωμένη αρχή δικαίου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη[1]. Ως επιβαρυντικός παράγοντας λογίζεται η ύπαρξη άλλων αδικημάτων που διαπράχθηκαν κατά τον ίδιο χρόνο, καθώς και σχετιζόμενων παραβάσεων, όπως είναι για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια ή ασφάλεια[2]. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του Κατηγορουμένου εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Καθοριστικός παράγοντας στην απόφαση του Δικαστηρίου ως προς το είδος της ποινής είναι το κατά πόσο πρόκειται για περίπτωση στιγμιαίας αβλεψίας ή εγωϊστικής παραγνώρισης της ασφάλειας άλλων προσώπων και αδιαφορίας περί αυτής. Ειδικότερα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355: «Στις περιπτώσεις που το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία και ο κατηγορούμενος έχει καλό ποινικό μητρώο, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδηγού, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός εάν υπάρχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας. Σε περιπτώσεις που το θανατηφόρο ατύχημα προξενείται από εγωϊστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών, ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορουμένου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού.».[3] Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής ώστε να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245). Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα φανερώνουν ένα λανθασμένο υπολογισμό του Κατηγορουμένου, ο οποίος δυστυχώς απέβη μοιραίος. Δεν υπολόγισε ορθά και έστριψε δεξιά, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του θύματος, ο οποίος οδηγούσε αυτοκίνητο με παράνομες μετατροπές, με ταχύτητα πάνω από το όριο στο συγκεκριμένο δρόμο, αλλά και μετά την κατανάλωση αλκοόλης πέραν του ορίου. Είναι σαφές ότι η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν το αποτέλεσμα εγωϊστικής οδήγησης, ή παντελούς αδιαφορίας για την ασφάλεια των άλλων. Ο Κατηγορούμενος διέπραξε το λάθος και έπεσε κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού στιγμιαία. Συνεπώς, ενόψει και του λευκού μητρώου του Κατηγορουμένου, θεωρώ ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί ώστε να να μην επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας. Λαμβάνω υπόψη όλα τα πιο πάνω, καθώς και όλους τους μετριαστικούς παράγοντες που έχουν αναφερθεί. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη την παραδοχή του Κατηγορουμένου, έστω και σε αυτό το στάδιο, τη μεταμέλειά του, το λευκό του ποινικό μητρώο, την ηλικία του, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του και τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες, όπως εκτέθηκαν ενώπιόν μου και διαφαίνονται και από την Έκθεση. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη και το ότι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν των δύο ετών από τη διάπραξη του αδικήματος. Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο ποινή προστίμου €2500 και 5 βαθμούς ποινής. Ο Κατηγορούμενος αποστερείται περαιτέρω του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών από σήμερα. €100 έξοδα να καταβληθούν από τον Κατηγορούμενο. (Υπ.) ....................................... Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παμπακά κ.α. ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487 και επαναλήφθηκε μεταξύ άλλων στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331. Βλ. επίσης Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.
  1. [2] Βλ. R. v. Boswell [1984] 3 All E.R.
  2. [3] Βλ. επίσης Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω), Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 115, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 453 . cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.