Μαρίνα Πατούρη ν. Παντελή Χ΄΄ Σάββα, Αρ. Υπόθεσης: 1563/08, 29 Απριλίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1563/08 Μαρίνα Πατούρη Κατηγορούσα Αρχή v. Παντελή Χ΄΄ Σάββα Κατηγορούμενου --------- Ημερομηνία: 29 Απριλίου, 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μουχταρούδης Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γαβριηλίδης Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος εισηγήθηκε ότι με βάσει την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Τα όσα ανέφεραν και οι δύο πλευρές για υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν καταγραφεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 6.12.2007 στη Λεμεσό εξέδωσε προς την παραπονούμενη την επιταγή της Alpha Bank Limited υπ΄ αριθμό 14916005 για το ποσό των Ευρώ 375,89 (Λ.Κ.220,00) η οποία κατά ή μετά την 6.12.2007 ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα παρουσιάστηκε στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε και δεν εξοφλήθηκε λόγω του ότι ο εκδότης της, χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε την μη εξόφληση της επιταγής την οποία εξέδωσε, κατά ή περί τον χρόνο που αυτή κατέστη πληρωτέα. Το άρθρο 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης, που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας είναι: (α) Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο. (β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του. Για απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής έδωσε μαρτυρία μόνο η παραπονούμενη και κατατέθηκαν και 3 τεκμήρια. Διεξήλθα με προσοχή τη μαρτυρία που έχει δοθεί από την παραπονούμενη και θα επικεντρωθώ μόνο στα σημεία της μαρτυρίας που σχετίζονται με την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι ο εκδότης της επιταγής Τεκμήριο 1 έτσι ώστε να αποδεικνύεται το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Πλην του γεγονότος ότι η παραπονούμενη ανάφερε στη μαρτυρία της ότι ο κατηγορούμενος της έδωσε την επιταγή Τεκμήριο 1 ουδέν άλλον έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς απόδειξη αυτού του συστατικού στοιχείου. Από μόνη της όμως η παράδοση της επιταγής δεν αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο παραδώσας είναι ο εκδότης της επιταγής. Ούτε και το γεγονός ότι στην επιταγή αναγράφεται το όνομα του κατηγορούμενου αποδεικνύει το συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επιταγής από τον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό αυτό το συστατικό στοιχείο. Παρά την ως άνω κατάληξη μου θα προχωρήσω να εξετάσω αν έχει αποδειχθεί και το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Θεωρώ ότι ούτε και αυτό έχει αποδειχθεί. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο εκδότης της επιταγής με οποιαδήποτε πράξη του προκάλεσε τη μη εξόφληση της. Δεν έχει δηλαδή προσαχθεί οιονδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ούτε και έχει λεχθεί οτιδήποτε ότι ο κατηγορούμενος ως εκδότης της επιταγής με οποιαδήποτε πράξη του προκάλεσε τη μη εξόφληση της. Η παραπονούμενη κατά την κυρίως εξέταση της έχει αναφέρει ότι της είχε αναφερθεί από την τράπεζα της ότι η επίδικη επιταγή Τεκμήριο 1 δεν μπορούσε να πληρωθεί και ότι δεν αναφέρθηκε κάποιος λόγος για τον οποίο έγινε stop payment η επιταγή. Κατά την αντεξέταση της επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα είπε στην κυρίως εξέταση της ότι δηλαδή πήγε στην τράπεζα για να πάρει τα λεφτά της και της είπαν ότι έγινε stop payment και δεν μπορούσε να πάρει τα λεφτά της. Ούτε και η γραπτή ειδοποίηση του Ομίλου Λαϊκής Τεκμήριο 3 προς την παραπονούμενη βοηθά την υπόθεση της τελευταίας προς απόδειξη του εν λόγω συστατικού στοιχείου του αδικήματος. Στο Τεκμήριο 3 αναφέρεται ότι η επιταγή Τεκμήριο 2, που ας σημειωθεί είναι επιταγή που εκδόθηκε επί της ALPHA BANK, επιστρέφεται απλήρωτη για τους λόγους που αναφέρονται στην μπροστινή όψη της επιταγής, λόγοι οι οποίοι εν πάση περιπτώσει δεν αποδείχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τέθηκαν από την τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ούτε και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο εκδότης της επιταγής και ότι με πράξη του προκάλεσε τη μη εξόφληση της. Συνεπώς η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και έτσι ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................ Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΟΟ Subject: Private Criminal / Interim Αναφορά: Ιδιωτική Ποινική - Ανάκληση πληρωμής επιταγής - Άρθρο 305Α
(2)Κεφ. 154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο