← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Syful Molla κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5926/08, 29 Απριλίου 2009

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Syful Molla κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5926/08, 29 Απριλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B86 Αρ. Υπόθεσης: 5926/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού - ν -

  1. Syful Molla, από την Μπαγκλαντές
  2. Μιχάλης Χριστοδούλου, από την Λεμεσό
  3. Erma (Auction Center) Ltd, από την Λεμεσό Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 29 Απριλίου 2009 Για την αστυνομία: κος Αργυρού Για κατηγορούμενους 2 & 3: κος Ν. Νεοκλέους Κατηγορούμενος: Παρών Π Ο Ι Ν Η (για κατηγ. 2 & 3) Ο κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής της κατηγορουμένης 3 εταιρείας. Αντιμετωπίζουν και οι δύο, την 3η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών κατά παράβαση του άρθρου 14(Β) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, οι κατηγορούμενοι 2 & 3 την 7 Απριλίου 2008 στην Λεμεσό, εργοδότησαν τον αλλοδαπό κατηγορούμενο 1 χωρίς την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού οι κατηγορούμενοι 2 & 3 κλήθηκαν σε απολογία, ζήτησαν και τους δόθηκε από το Δικαστήριο άδεια για αλλαγή απάντησης στην κατηγορία από μη παραδοχή σε παραδοχή. Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως εκτέθηκαν από τον Δημόσιο κατήγορο, είναι συνοπτικά τα εξής: Στις 7.4.2008, μέλη της Υ.Α.Μ μετέβηκαν σε κατάστημα πώλησης παλαιών επίπλων στην Λεμεσό μετά από πληροφορία ότι εκεί εργοδοτούνται παράνομα αλλοδαποί. Εντόπισαν εντός του καταστήματος, ένα αλλοδαπό να μεταφέρει έπιπλα. Διαπίστωσαν ότι πρόκειται για τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος κατάγεται από την Μπαγκλαντές και βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου μέχρι τις 21.6.
  4. Την πιο πάνω ημερομηνία, απορρίφθηκε η έφεση που υπέβαλε εναντίον απόφασης με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για πολιτικό άσυλο. Έκτοτε διέμενε παράνομα στην Δημοκρατία. Στο μέρος βρισκόταν και ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος επιδείχθηκε από τον αλλοδαπό ως ο εργοδότης του. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, ο κατηγορούμενος 2 απάντησε ότι ο αλλοδαπός ήλθε μόνο εκείνη την ημέρα για να τον βοηθήσει να ξεφορτώσει ένα αυτοκίνητο. Επιπλέον σε ανακριτική του κατάθεση, ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι ο αλλοδαπός πήγε στο κατάστημα του πριν ένα μήνα και ζητούσε δουλειά. Του άφησε το τηλέφωνο του και ο κατηγορούμενος 2, του τηλεφώνησε μόνο εκείνη την ημέρα για να τον βοηθήσει να ξεφορτώσει ένα αυτοκίνητο. Τέλος, αναφέρθηκε από τον δημόσιο κατήγορο ότι οι κατηγορούμενοι 2 & 3 είναι λευκού ποινικού μητρώου, τα δε έξοδα της διαδικασίας ανέρχονται σε €60,
  5. Ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, υιοθέτησε την έκθεση του γραφείου ευημερίας όσον αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου
  6. Σύμφωνα με αυτή, ο κατηγορούμενος 2 είναι 52 ετών έγγαμος και πατέρας μια θυγατέρας 30 ετών η οποία είναι παντρεμένη. Ο κατηγορούμενος 2 σπούδασε στην Αμερική συντηρητής και εκτιμητής παλαιών αντικειμένων. Εργάστηκε στο εξωτερικό ως συντηρητής σε μουσεία ενώ από το 2003 διατηρεί εταιρεία που ασχολείται με δημοπρασίες αντικειμένων. Σύμφωνα τέλος με την έκθεση δεν αναφέρθηκαν προβλήματα με την σύζυγο και την κόρη του και οι σχέσεις των μελών της οικογένειας, χαρακτηρίζονται ως αρμονικές. Στην συνέχεια, ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, επισημαίνοντας ότι ο κατηγορούμενος 2 τηλεφώνησε στον αλλοδαπό για να τον βοηθήσει επειδή οι δύο Κύπριοι υπάλληλοι του ήταν σε άλλη εργασία εκτός του καταστήματος. Επρόκειτο όπως είπε μόνο για το ξεφόρτωμα ενός αυτοκινήτου για το οποίο δεν συμφωνήθηκε καν η αμοιβή. Τέλος, ο συνήγορος εξέφρασε την μεταμέλεια των κατηγορουμένων 2 & 3, ζητώντας από το Δικαστήριο όπως τους κρίνει με την δυνατοτέρα επιείκεια. Η σοβαρότητα του αδικήματος. Η σοβαρότητα του αδικήματος της 3ης κατηγορίας που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι 2 & 3, προκύπτει κατ' αρχάς από την υπό του Νόμου προβλεπόμενη ποινή. Σύμφωνα με το άρθρο 14(Β) του Κεφ. 105, το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 3 χρόνων και/ή πρόστιμο £5000,00, το ισόποσο σήμερα σε Ευρώ. Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζει το αδίκημα ο νομοθέτης όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δ/ντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. Χρυσοστόμου κ.α

(2002)2 ΑΑΔ 575,580). Σύμφωνα δε με την Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 637, το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Η σοβαρότητα του αδικήματος, προκύπτει και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο σε σειρά αποφάσεων του, σημείωσε την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της συχνότητας με την οποία εμφανίζεται το πιο πάνω αδίκημα, τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Άριστου Ευαγόρου (αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285, παραμερίστηκε από το Εφετείο χρηματική ποινή που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, αντικαθιστώντας το με ποινή άμεσης φυλάκισης 2 μηνών. Αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα πιο κάτω στην σελίδα 297: « Η ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη του αδικήματος με όλες τις σοβαρές συνέπειες τις οποίες συνεπάγεται στην αγορά εργασίας και στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου υπαγορεύει την αυστηρή αντιμετώπιση του. Προβάλλει λοιπόν επιτακτική η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η μαζική παράνομη κάθοδος αλλοδαπών στην Κύπρο πρέπει να οφείλεται και στην προσδοκία εργοδότησης τους. Αυτή η προσδοκία βέβαια καλλιεργείται από εργοδότες όπως τον εφεσίβλητο. Η απροθυμία των Κυπρίων εργοδοτών να εργοδοτήσουν παράνομα αλλοδαπούς θα αποτελούσε παράγοντα ανασταλτικό της παράνομης καθόδου τους στην Κύπρο. Θα προσθέταμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι προφανής ο οικονομικός στόχος και πρέπει όλοι να έχουν υπόψη ότι δεν είναι ανεκτός ο προσπορισμός οικονομικού οφέλους δια της παρανομίας. Χρηματική ποινή όχι μόνο δεν ενεργεί ως αποτρεπτική, όχι μόνο δεν αποτελεί επαρκή τιμωρία, αλλά και στέλλει και λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες.» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γιώργου Γραμματικού
(2001)2 Α.Α.Δ. 467, γίνεται εκτενής αναφορά στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών. Τονίζεται επίσης ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης για τον εργοδοτούμενο θα πρέπει να συνοδεύεται κατά κανόνα με ανάλογη ποινή για τον εργοδότη, έχοντας υπόψιν ότι η προβλεπόμενη ποινή για τον εργοδότη, είναι πιο αυστηρή από εκείνη που προβλέπεται για τον εργοδοτούμενο. Υιοθετήθηκε επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρύσανθου Μονιάτη
(2000)2 ΑΑΔ 553, 558. «Η πρόβλεψη για την περίπτωση των εργοδοτών ποινής αισθητά αυστηρότερης σε σύγκριση με ανάλογα αδικήματα των αλλοδαπών εργοδοτουμένων, είναι εξ αρχής προσδιοριστική της εντονότερης αποδοκιμασίας της δικής τους συμμετοχής στην ανησυχητική κατάσταση που δημιουργεί η μεγάλη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αυτά τα κρούσματα. Δικαίως, θα λέγαμε, αν συνυπολογίσουμε πως δεν έχουμε να κάμουμε στην περίπτωση αυτή με τον κατά τεκμήριο οικονομικά αδύνατο που αναζητά πόρους για επιβίωση. Αυτό το πλήγμα, η μαζική, όπως διαπιστώθηκε, παράνομη είσοδος αλλοδαπών, για την οποία κατ' επανάληψη κρίθηκε αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικών ποινών, δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με την προσδοκία που τέτοια στάση των εργοδοτών δικαιολογεί, για εξασφάλιση, κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες, κρυφής απασχόλησης. Χρειάζεται, λοιπόν, για πρόσθετους λόγους αποτρεπτική ποινή για αδίκημα αυτής της φύσης και πράγματι, κάτω από τέτοιες συνθήκες, δεν ήταν ορθή η πρόσδοση τόσο αποφασιστικής σημασίας στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες.» Σειρά άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταδεικνύει με απόλυτη σαφήνεια, την θέση της νομολογίας ότι σε αυτού του είδους τα αδικήματα, η ποινή της φυλάκισης είναι η μόνη ενδεδειγμένη. Αναφέρω χαρακτηριστικά τις πιο κάτω αποφάσεις. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Μιχαήλ
(2001)2 Α.Α.Δ. 74 το Πρωτόδικο Δικαστήριο για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης, επέβαλε σε κατηγορούμενο εστιάτορα, που παραδέχθηκε ενοχή και είχε λευκό ποινικό μητρώο, ποινή προστίμου £350,-. Στην έφεση που ασκήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα, το πρόστιμο παραμερίστηκε και η φυλάκιση κρίθηκε από το εφετείο αναπόφευκτη. Επιβλήθηκε έτσι από το Ανώτατο Δικαστήριο, ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Το ίδιο συνέβη και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 304 όπου σε κάτοχο μπυραρίας, ο οποίος ήταν πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, είχε παραδεχθεί ενοχή, ήταν λευκού ποινικού μητρώου, χρηματική ποινή £400,00 που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, παραμερίστηκε και αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 311, ποινή προστίμου £500,00 που επιβλήθηκε πρωτόδικα σε κατηγορούμενο που εργοδότησε αλλοδαπό και παραδέχθηκε ενοχή με καθαρό ποινικό μητρώο, αντικαταστάθηκε από το εφετείο με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Παρομοίως στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζαννέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438 όπου χρηματική ποινή £400,00 σε ιδιοκτήτη εστιατορίου που εργοδοτούσε παράνομα δύο αλλοδαπές, αντικαταστάθηκε με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Να αναφερθεί εδώ ότι στην υπόθεση αυτή, το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν ιδιαίτερα επικριτικό κατά της πρωτόδικης απόφασης, χαρακτηρίζοντας την πρωτόδικη ποινή ανεξήγητη και αντινομική και ότι ήταν μεγάλο σφάλμα αρχής. Η δικαιολογία δε που είχε αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο όταν επέβαλλε χρηματική ποινή £400,00 ότι ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή, είχε καθαρό ποινικό μητρώο και ήταν πατέρας τριών παιδιών, χαρακτηρίστηκε ως ισχνή. Σημαντικό είναι να λεχθεί ότι στην υπόθεση αυτή, ο κατηγορούμενος προέβαλε και ισχυρισμό ότι έπασχε από διαβήτη. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γραμματικού (ανωτέρω) επιβλήθηκε πρόστιμο £500,00 σε εργολάβο που παραδέχθηκε ενοχή και ήταν χωρίς εγκληματικό παρελθόν. Ο εργολάβος είχε εργοδοτήσει μόνο για λίγες μέρες ένα αλλοδαπό και μάλιστα κατόπιν παράκλησης του αλλοδαπού. Η ποινή προστίμου αντικαταστάθηκε από το Εφετείο με ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Είναι γεγονός ότι τελευταία νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προβαίνει σε μια διαφοροποίηση των υποθέσεων όπου ο παρανόμως εργοδοτούμενος αλλοδαπός, βρίσκεται νόμιμα στην Κύπρο σε αντίθεση με τις πιο σοβαρές υποθέσεις όπου ο αλλοδαπός διαμένει παράνομα στην Δημοκρατία. Αυτό, προφανώς γιατί θεωρήθηκε ότι η εργοδότηση κάποιου αλλοδαπού που διαμένει παράνομα εδώ, αποτελεί ταυτόχρονα και ενθάρρυνση του να συνεχίσει να παρανομεί και να παραμένει στην Δημοκρατία χωρίς άδεια. Έτσι, έχουν ανατραπεί ποινές φυλάκισης σε περιπτώσεις φοιτητών ή αιτητών πολιτικού ασύλου καθώς και σε εργοδότες τους και έχουν αντικατασταθεί με ποινές προστίμου. Αναφέρω τις υποθέσεις Lin Qinlong ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 501 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολάου
(2006)2 Α.Α.Δ.
  1. Η παρούσα όμως δεν εμπίπτει σε αυτές τις υποθέσεις. Υπενθυμίζω ότι ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν παράνομα στην Κύπρο από τις 22.6.2007, ημερομηνία κατά την οποία απορρίφθηκε η έφεση του εναντίον της απόφασης που απέρριψε το αίτημα του για παροχή πολιτικού ασύλου. Θα τελειώσω, τονίζοντας ότι η σοβαρότητα του αδικήματος προκύπτει και από την ίδια τη φύση της παράνομης εργοδότησης καθότι εμπεριέχει πάντοτε τον κίνδυνο εκμετάλλευσης του παρανόμως εργοδοτούμενου αλλοδαπού που κατά τεκμήριο είναι και το αδύνατο μέρος της παράνομης αυτής συμπεριφοράς. Η λεγόμενη «εν κρυπτώ απασχόληση», σημαίνει στην ουσία ότι ο παρανόμως εργοδοτούμενος αλλοδαπός, στερείται όλων εκείνων των ωφελημάτων που όλοι ανεξαιρέτως οι εργαζόμενοι σε αυτό τον τόπο έχουν με θυσίες κερδίσει. Παράνομη εργοδότηση, σημαίνει ότι η πολιτεία δεν μπορεί να ελέγξει τις συνθήκες εργασίας ούτε αν τηρούνται οι κανονισμοί περί ελάχιστου ορίου αμοιβής, ωρών εργασίας, παροχής κοινωνικών ασφαλίσεων και άλλων αδειών και ωφελημάτων που δικαιούνται οι εργαζόμενοι. Κατά την κρίση μου, εκεί έγκειται η σοβαρότητα του αδικήματος για την πλευρά του εργοδότη, στο ότι η παράνομη εργοδότηση, του δίδει ταυτόχρονα το δικαίωμα να εκμεταλλεύεται τους παρανόμως εργοδοτούμενους αλλοδαπούς, τους οποίους εργοδοτεί κάτω από συνθήκες δύσκολα εξακριβώσιμες από τις αρμόδιες αρχές. Και η σοβαρότητα αυτή δεν μειώνεται κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς και αν βρίσκεται ο εργοδοτούμενος αλλοδαπός στην Κύπρο, είτε φοιτητής είναι, είτε αιτητής πολιτικού ασύλου, είτε παράνομος μετανάστης. Είναι δε γεγονός ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζονται παράνομα πολλοί αλλοδαποί, προσομοιάζουν με σύγχρονη δουλεία που δεν αρμόζει σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου όπως είναι η Κύπρος. Ενδεικτικό των πιο πάνω, είναι και το γεγονός που και ο ίδιος ο συνήγορος υπεράσπισης δέχθηκε ότι δεν συμφωνήθηκε καμία αμοιβή για την εργασία που ο αλλοδαπός κατηγορούμενος 1 ανέλαβε την επίδικη ημερομηνία στο κατάστημα των κατηγορουμένων 2 &
  2. Ούτε και αναφέρθηκε αν τελικά θα πληρωνόταν και πόσα για την εργασία που ανέλαβε. Ελαφρυντικοί παράγοντες Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του, τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τον αδικοπραγούντα θα δικαιολογούσαν. Αποτελεί αξίωμα πως η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητα του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσης της. Παράλληλα βεβαίως, η εξατομίκευση της ποινής δεν θα πρέπει να αφήνεται να οδηγεί σε εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος είτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση θα λάβω υπόψη όλα όσα ανέφερε ο συνήγορος υπεράσπισης για μετριασμό της ποινής. Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων, στοιχείο που τους δίνει το δικαίωμα να αιτούνται για πρώτη φορά, την επιείκεια του Δικαστηρίου. Λαμβάνεται επίσης υπόψη, η παραδοχή τους έστω και σε καθυστερημένο στάδιο μετά που κλήθηκαν σε απολογία από το Δικαστήριο. Θα λάβω τέλος υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου 2 ως αναφέρονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας αλλά και όπως εκτέθηκαν στο Δικαστήριο από τον συνήγορο υπεράσπισης. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων ως εκτίθεται ανωτέρω. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος όχι όμως και το είδος της ποινής, η οποία πρέπει να είναι ποινή φυλάκισης. Έχω την αίσθηση ότι οιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους παραβάτες. Συμπεράσματα Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, επιβάλω στους κατηγορουμένους 2 & 3, τις πιο κάτω ποινές: Στον κατηγορούμενο 2 · στην 3η κατηγορία:- Ποινή φυλάκισης 3 μηνών Στην κατηγορουμένη 3 εταιρεία · στην 3η κατηγορία:- Ποινή προστίμου €1000,00 Η κατηγορουμένη 3 εταιρεία να επιβαρυνθεί επίσης με €60,00 έξοδα της διαδικασίας. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.