Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γιαννάκης Λεωνίδου, Αρ. Υπόθεσης: 10738/08, 7 Μαΐου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2009:B92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Σ. Κλεόπα - Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10738/08 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Γιαννάκης Λεωνίδου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 7 Μαΐου, 2009 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Γιασκούρη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Χαραλάμπους Κατηγορούμενος παρών Ενδιάμεση Απόφαση Στις 27.4.2009 κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας σε σχέση με την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, η Μ.Κ. 3 Τζιωρτζίνα Antonio ερωτήθηκε από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής στην αρχή της κυρίως εξέτασης κατά πόσο αναγνωρίζει συγκεκριμένο έγγραφο, το οποίο σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή είναι η κατάθεση που έδωσε η Μ.Κ. 3 στην Αστυνομία στις 26.12.2004 σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα. Η Μ.Κ.3, η οποία είναι αρραβωνιαστικιά του Κατηγορουμένου, ισχυρίστηκε ότι το έγγραφο αυτό δεν αποτελεί την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, καθότι είναι γραμμένη στην Ελληνική και η ίδια ομιλεί μόνο την Αγγλική. Ήταν η θέση της Μ.Κ. 3 ότι έδωσε κατάθεση στα Αγγλικά και ο Αστυνομικός μετέφρασε ο ίδιος τα λεχθέντα της, καταγράφοντάς τα στα Ελληνικά και ακολούθως αυτή την υπέγραψε χωρίς να δύναται να την αντιληφθεί, καθότι δεν γνωρίζει να διαβάζει Ελληνικά. Όταν όμως, 4 χρόνια αργότερα, η μητέρα της εξασφάλισε μέσω του συνηγόρου του αρραβωνιαστικού της μετάφραση των καταθέσεων, αντιλήφθηκε ότι το περιεχόμενο δεν αντικατόπτριζε ορθά όσα είχε αναφέρει στην Αστυνομία. Συνεπώς η εκπρόσωπος της Κ.Α. ζήτησε άδεια όπως της επιτραπεί να παρουσιάσει μαρτυρία για να αποδείξει ότι η Μ.Κ. 3 είχε δώσει την επίδικη κατάθεση στην Αστυνομία ως έχει, ούτως ώστε να κατατεθεί ως Τεκμήριο και, εφόσον προκύψουν αντιφάσεις μεταξύ της κατάθεσης και της προφορικής μαρτυρίας, να δύναται να ζητήσει όπως κηρυχθεί η Μ.Κ.3 εχθρικός μάρτυρας. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση της ίδιας ημέρας έδωσε άδεια στην Κ.Α. όπως κατέλθει η Μ.Κ. 3 από το εδώλιο του μάρτυρα για να προσφέρει η Κ.Α. μαρτυρία για να αποδείξει ότι η Μ.Κ.3 είχε δώσει την επίδικη κατάθεση. Το Δικαστήριο καθοδηγήθηκε σε σχέση με την ορθή διαδικασία υπό τις περιστάσεις από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αναστασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα,
(2005)2 Α.Α.Δ. 492, όπου ένας μάρτυρας κατηγορίας δήλωσε ότι δεν θυμόταν αν είχε δώσει κατάθεση στην Αστυνομία και όταν του υποδείχθηκαν συγκεκριμένα έγγραφα-καταθέσεις δήλωσε ότι το ένα φαινόταν να έφερε την υπογραφή του, ενώ στο άλλο δεν αναγνώριζε την υπογραφή. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση στη σελ. 503: «Με αυτά τα δεδομένα, ο δημόσιος κατήγορος δεν μπορούσε να ζητήσει την άδεια του δικαστηρίου να κηρύξει το μάρτυρα εχθρικό, παρά μόνο αν προηγουμένως καλούσε μαρτυρία και αποδείκνυε την κατάθεση του μάρτυρα στη βάση της οποίας, εφόσον εξασφάλιζε την άδεια, θα τον αντεξέταζε. Ορθά, επομένως, το Κακουργιοδικείο χορήγησε άδεια στο δημόσιο κατήγορο, αφού ο μάρτυρας κατέλθει από το εδώλιο, να προσκομίσει μαρτυρία για να αποδείξει ότι αυτός είχε προηγουμένως προβεί στις καταθέσεις τις οποίες δεν παραδέχθηκε και, ακολούθως, να τον επανακαλέσει για να προχωρήσει με τη διαδικασία. » Στη σελίδα 504 της εν λόγω απόφασης γίνεται αναφορά και στο σύγγραμμα Criminal Evidence 4η έκδοση του Richard May, όπου στη σελίδα 530 αναφέρεται ότι είναι ορατή η περίπτωση κατά την οποία μάρτυρας μπορεί να αρνηθεί ότι προέβη σε μια δήλωση που περιέχεται σε κατάθεση και να αρνηθεί ή να μην αναγνωρίσει ότι η υπογραφή είναι η δική του. Σύμφωνα με το σύγγραμμα αυτό, δεν τίθεται τέρμα στη διαδικασία κήρυξης του μάρτυρα ως εχθρικού, αλλά με άδεια του Δικαστηρίου η Κατηγορούσα Αρχή θα μπορεί να καλέσει μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο πήρε την κατάθεση ή δήλωση για να αποδείξει αυτό το γεγονός. Αργότερα δε, σύμφωνα με το συγγραφέα, ο μάρτυρας θα μπορεί να επανακληθεί και να αντεξεταστεί επί της κατάθεσης. Περαιτέρω, στην Αγγλική απόφαση R v. Booth [1981] Crim LR 700 αποφασίστηκε ότι : «it lay within the judges discretion, which had been properly exercised, to grant or refuse leave to call evidence to prove that the defence witness had previously made statements inconsistent with his testimony at the trial». Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με μάρτυρες κατηγορίας. Σχετική επίσης είναι και η R v. Baldwin [1986] Crim LR 681 CA. Συνεπώς η πρέπουσα διαδικασία, εν όψει της άρνησης της M.K.3 (Τζιωρτζίνας) ότι έδωσε τη συγκεκριμένη κατάθεση και ειδικότερα στην Ελληνική γλώσσα και ότι προέβη σε δηλώσεις οι οποίες περιέχονται στην εν λόγω κατάθεση, κρίθηκε ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να κατέλθει από το εδώλιο του μάρτυρα για να δοθεί η ευκαιρία στην Κ.Α. να αποδείξει ότι η κατάθεση δόθηκε ως έχει. Η επίδικη κατάθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο Προς Αναγνώριση Β. Στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, για να αποδειχθεί ότι η κατάθεση δόθηκε από την Τζιωρτζίνα ακριβώς ως έχει, ακουστήκαν, με τη σύμφωνη γνώμη όλων των πλευρών, ο Αστυφ. 1611 Μάρκος Χρυσάνθου και η μητέρα της Τζιωρτζίνας κα Helen Antonio. Ο Χρυσάνθου κατέθεσε ότι έλαβε την επίδικη κατάθεση από τη Μ.Κ. 3 στο γραφείο του στην Τροχαία Λεμεσού στην παρουσία της μητέρας της και ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα στην επικοινωνία με την Τζιωρτζίνα στην Ελληνική γλώσσα. Ο Χρυσάνθου κατέθεσε ότι ερωτήθηκε η Τζιωρτζίνα αν μπορεί να δώσει κατάθεση στα Ελληνικά και απάντησε ότι ομιλεί και γράφει καλά τη γλώσσα καθότι είχε φοιτήσει σε Ελληνικό σχολείο στην Αγγλία, όπως εξάλλου αναγράφεται στις πρώτες γραμμές της ίδιας της κατάθεσης. Η Τζιωρτζίνα ανέφερε τα γεγονότα που αφορούσαν το επίδικο δυστύχημα στα Ελληνικά και ο Χρυσάνθου τα κατέγραφε. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με τον Χρυσάνθου, η Τζιωρτζίνα χρησιμοποιούσε λέξεις στην Αγγλική και όταν της εξηγούσε ο Χρυσάνθου τη λέξη στην Ελληνική η ίδια συμφωνούσε. Επιπλέον, ο ίδιος ο Χρυσάνθου χρησιμοποίησε κάποιες λέξεις στην Αγγλική όταν υπέβαλλε κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις και η Τζιωρτζίνα ήθελε διευκρίνιση κάποιων λέξεων για καλύτερη κατανόησή τους. Στο τέλος της κατάθεσης, της την ανέγνωσε και ως ορθή την υπέγραψε. Ο Χρυσάνθου κατέθεσε επιπλέον ότι είχε αναφέρει στην Τζιωρτζίνα ότι θα μπορούσε η κατάθεσή της να ληφθεί στην Αγγλική με διερμηνέα, αλλά η ίδια απάντησε ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα στη λήψη κατάθεσης στα Ελληνικά. Γενικά ήταν η θέση του Χρυσάνθου ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε δυσκολία στην επικοινωνία στην Ελληνική γλώσσα. Η κα Helen Antonio κατέθεσε ότι η κόρη της, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν 16 ετών, δεν ομιλεί καθόλου την Ελληνική. Διαμένουν στην Αγγλία με τον Άγγλο σύζυγό της, πατέρα της Τζιωρτζίνα. Η κα Antonio ανέφερε ότι η κόρη της ουδέποτε φοίτησε σε Ελληνικό σχολείο στην Αγγλία και κατέθεσε επιστολές από τα ιδιωτικά σχολεία-οικοτροφεία στα οποία έχει φοιτήσει η Τζιωρτζίνα από την ηλικία των 4 μέχρι 18 ετών, οι οποίες βεβαιώνουν ότι πρόκειται για Αγγλόφωνα σχολεία στα οποία δεν διδάσκεται η Ελληνική γλώσσα. Ανέφερε επιπλέον ότι δεν είχε ως προτεραιότητα να φροντίσει να εκμάθει η κόρη της την Ελληνική, καθότι ο πατέρας της Τζιωρτζίνα είναι Άγγλος Ιταλικής καταγωγής και στο σπίτι μιλούν μόνο Αγγλικά. Η κα Antonio κατέθεσε επίσης ότι όταν μετέβη στην Τροχαία Λεμεσού στις 26.12.2004 με την Τζιωρτζίνα και την αδελφή του Κατηγορουμένου Χριστίνα, για να δώσουν κατάθεση για το δυστύχημα, η Αστυνομία τους εξήγησε ότι θα πρέπει να δοθούν χωριστά οι καταθέσεις για να μη συζητήσουν μεταξύ τους την υπόθεση. Η ίδια έδωσε κατάθεση γύρω στις 18:30 για μία ώρα περίπου. Παρά το ότι η ίδια ζήτησε διερμηνέα, ο Αστυνομικός που την έλαβε της εξήγησε ότι μιλούσε πολύ καλά την Αγγλική και θα μπορούσε ο ίδιος να τη μεταφράσει. Ακολούθως, ο Αστυνομικός της ανέγνωσε την κατάθεσή της και η ίδια, εφόσον αντιλαμβάνεται καλά την Ελληνική γλώσσα, την υπέγραψε ως ορθή. Επειδή όμως είχε έγνοια για την Τζιωρτζίνα, η οποία δεν μιλούσε καθόλου την Ελληνική, ο Αστυνομικός τη διαβεβαίωσε ότι όλοι οι Αστυνομικοί έχουν πολύ καλή γνώση της Αγγλικής και ο Αστυνομικός που θα λάμβανε κατάθεση από την Τζιωρτζίνα (ο Χρυσάνθου) θα μπορούσε να τη μεταφράσει ο ίδιος. Η κα Antonio ανέφερε περαιτέρω ότι τον Ιανουάριο του 2009 ζήτησε από το συνήγορο του Κατηγορουμένου να προμηθευτεί μετάφραση του μαρτυρικού υλικού της υπόθεσης και τότε αντιλήφθηκαν από την κατάθεση της Τζιωρτζίνα ότι ο Αστυνομικός που την έλαβε όχι μόνο δεν μετέφρασε/κατέγραψε σωστά τα όσα του ανέφερε η Τζιωρτζίνα, αλλά είχε προσθέσει και δηλώσεις που ήταν αδύνατο να είχε κάνει η Τζιωρτζίνα, όπως για παράδειγμα ότι ομιλεί Ελληνικά με ευχέρεια και ότι φοίτησε σε Ελληνικό σχολείο. Προφανώς, σύμφωνα με την κα Antonio, ο Αστυνομικός ήταν υποχρεωμένος να προσθέσει τέτοιες δηλώσεις εφόσον την κατέγραψε στην Ελληνική αντί στη γλώσσα στην οποία μιλούσε η καταθέτρια. Το βασικό επίδικο θέμα της παρούσας διαδικασίας είναι να εξακριβωθεί κατά πόσο η Τζιωρτζίνα έδωσε τη συγκεκριμένη κατάθεση - Τεκμ. Προς Αναγνώριση Β - στην Αστυνομία στις 26.12.2004, εν όψει της δήλωσής της ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν έδωσε κατάθεση στην Ελληνική καθότι δεν γνωρίζει τη γλώσσα. Εάν δεχόταν ότι είχε δώσει την εν λόγω κατάθεση, ή αν αποδειχθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας ότι την έδωσε, και η προφορική της μαρτυρία έρθει σε αντίθεση με το περιεχόμενο της κατάθεσης, θα μπορέσει να εξεταστεί η δυνατότητα κήρυξής της ως εχθρικού μάρτυρα. Εν όψει της απουσίας πλούσιας νομολογίας σε σχέση με διαδικασίες τέτοιας φύσεως, θεωρώ σκόπιμο όπως προσεγγίσω το θέμα με βάση τις αρχές που αφορούν την εξακρίβωση της θεληματικότητας μιας κατάθεσης ενός κατηγορουμένου στα πλαίσια δίκης εντός δίκης, κατ'αναλογία και στο βαθμό που μπορούν να αντιστοιχίσουν στην παρούσα διαδικασία. Το θέμα που εγείρεται είναι ζήτημα γεγονότων και η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος απόδειξης ότι η μάρτυρας αυτή έδωσε τη συγκεκριμένη κατάθεση στην Αστυνομία. Οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς τη λήψη της κατάθεσης ως έχει οδηγεί σε αποτυχία απόσεισης του σχετικού αποδεικτικού βάρους. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχθεί από την Κ.Α. στο βαθμό που απαιτείται ότι η Τζιωρτζίνα έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία στα Ελληνικά και ειδικότερα ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Προς Αναγνώριση Β αντικατοπτρίζει πλήρως όσα η μάρτυρας ανέφερε στην Αστυνομία. Επιπλέον, έχω κατά νουν ότι σε διαδικασίες αυτής της φύσεως, θα πρέπει στο βαθμό που είναι δυνατό να αποφεύγεται είτε απόφαση επί γεγονότων είτε αξιολόγηση των μαρτύρων, που μπορούν να επηρεάσουν ή να βλάψουν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία οποιουδήποτε μάρτυρα. Μελετώντας προσεκτικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως προκύπτουν από την προσκομισθείσα στην παρούσα διαδικασία μαρτυρία, και αποφεύγοντας να προβώ σε πρόωρη αξιολόγηση της μαρτυρίας οποιωνδήποτε μαρτύρων, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η λήψη της κατάθεσης από την Τζιωρτζίνα δεν έγινε χωρίς την παραμικρή δυσκολία επικοινωνίας ως η θέση της Κατηγορούσας Αρχής. Εφόσον η Τζιωρτζίνα και η μητέρα της δηλώνουν απερίφραστα ότι η Τζιωρτζίνα δεν ομιλεί Ελληνικά και ουδέποτε φοίτησε σε Ελληνικό σχολείο, παραθέτοντας και σχετικά πιστοποιητικά τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, και ο ίδιος ο Αστυνομικός που έλαβε την επίδικη κατάθεση ανέφερε ότι αναγκάστηκε σε κάποια σημεία να μεταφράζει από την Αγγλική στην Ελληνική και αντίστροφα για να κατανοεί καλύτερα η Τζιωρτζίνα, κρίνω ότι έχουν δημιουργηθεί αμφιβολίες σε σχέση με τη γλώσσα και τον τρόπο λήψης της επίδικης κατάθεσης, οι οποίες δημιουργούν κάποια αβεβαιότητα και ειδικότερα σε σχέση με το κατά πόσο το κείμενο της κατάθεσης αντικατοπτρίζει πλήρως τα όσα ήθελε να αναφέρει η Τζιωρτζίνα στην Αστυνομία κατά τον επίδικο χρόνο. Συναφώς, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός ότι η Τζιωρτζίνα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω διερμηνέα. Επιπλέον, η μνήμη του Χρυσάνθου για τα γεγονότα που αφορούν τη λήψη της επίδικης κατάθεσης, μετά την πάροδο τεσσάρων και πλέον ετών, δεν ήταν ιδιαίτερα ισχυρή. Ανέφερε για παράδειγμα ότι η κα Antonio ήταν στο γραφείο με την Τζιωρτζίνα κατά τη λήψη της κατάθεσης παρά το ότι η Τζιωρτζίνα δεν ήταν ανήλικη, ενώ η κα Antonio κατέθεσε ότι κάτι τέτοιο δεν της επιτράπηκε καθότι η Αστυνομία ήθελε να αποφύγει τον κίνδυνο προσυνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων του δυστυχήματος. Περαιτέρω, σημειώνω ότι, όπως προκύπτει από την ενώπιόν μου μαρτυρία, η Τζιωρτζίνα και η μητέρα της ζήτησαν να λάβουν μετάφραση των καταθέσεών τους, καταβάλλοντας το σχετικό αντίτιμο, γεγονός το οποίο καταδεικνύει ότι υπάρχει ένας σημαντικός βαθμός δυσκολίας με την Ελληνική γλώσσα. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι θα ήταν άκρως επισφαλές να καταλήξω, με βάση την ενώπιόν μου μαρτυρία, σε εύρημα ότι η Τζιωρτζίνα ομιλεί και γνωρίζει να γράφει και να διαβάζει Ελληνικά σε βαθμό που να την καθιστούσε ικανή να δώσει την επίδικη κατάθεση στα Ελληνικά. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν έχω ικανοποιηθεί επαρκώς ότι η υπό κρίση κατάθεση δόθηκε από την Τζιωρτζίνα στην Ελληνική και με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και λεκτικό και συνεπώς η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει ότι η Τζιωρτζίνα προέβη στην επίδικη κατάθεση ως έχει. ....................................... Σ. Κλεόπα-Χατζηκυριάκου Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο